Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories we write. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stories we write. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Αλάτι, ζάχαρη κι αλληλεγγύη | το e-book



Δεκαοχτώ bloggers γράψαμε 24 ιστορίες για την αλληλεγγύη και σας καλούμε να μας διαβάσετε για να την κάνουμε πράξη όλοι μαζί.

Το e-book μας διατίθεται για την ενίσχυση της Κοινωνικής κουζίνας "Ο Άλλος Άνθρωπος" και του μη κερδοσκοπικού σωματείου Κοινωνία αγάπης και προσφοράς  "Γέροντας Παΐσιος"

Στο e-book θα διαβάσετε ιστορίες, πραγματικές και φανταστικές, ποιήματα, με πρωταγωνίστρια την αλληλεγγύη και συμπρωταγωνιστή το φαγητό, γι' αυτό και στο τέλος θα βρείτε τις αλμυρές και γλυκές συνταγές κάθε ιστορίας.


Για να αποκτήσετε το e-book, αρκεί να στείλετε, όπου εσείς επιλέξετε, ένα δέμα με ό,τι μπορείτε από όσα θα βρείτε στη λίστα με τις πάγιες ανάγκες της Κοινωνικής κουζίνας και του σωματείου "Γέροντας Παΐσιος".
Το αποδεικτικό της αποστολής είναι και η τιμή για το e-book! 
Στο womaninblog@gmail.com (με τίτλο e-book) στέλνετε μία φωτογραφία του δέματος (*γράψτε στο δέμα blogaki*) και του αποδεικτικού και θα λάβετε αμέσως τις ιστορίες μας.

Μπορείτε να διαβάσετε το e-book στον υπολογιστή, στο κινητό, στο tablet.
την πολύ όμορφη εικόνα του εξωφύλλου έφτιαξε η Χριστίνα - Ανδρομέδα

Δείτε αναλυτικά τις δράσεις, τις εκδηλώσεις και τις έκτακτες ανάγκες της Κοινωνικής κουζίνας εδώ και του σωματείου "Γέροντας Παΐσιος" εδώ.

Πάγιες ανάγκες Κοινωνικής κουζίνας "Ο Άλλος Άνθρωπος"
σχολικά βοηθήματα
παιχνίδια,
παιδικές τροφές
παιδικά ρούχα
πάνες

τρόφιμα
μπαχαρικά
μέλι
καφέδες (ελληνικός, φραπέ, γαλλικός)
γάλα εβαπορέ
χαρτί κουζίνας
χαρτοπετσέτες
πλαστικά πιρούνια και κουτάλια
μπολ μιας χρήσης για τη συσκευασία φαγητού
γάντια μιας χρήσης
αλουμινόχαρτο
απορρυπαντικά
σφουγγαράκια
γκάζι και γκαζιέρα
μαρμίτα 150 λίτρων

Κοινωνική κουζίνα "Ο Άλλος Άνθρωπος"
(δωρεάν αποστολή με τη Γενική ταχυδρομική)
Πλαταιών 55 και Παραμυθιάς, Μεταξουργείο
104 35 Αθήνα
Πάγιες ανάγκες Κοινωνίας αγάπης και προσφοράς "Γέροντας Παΐσιος"
Τρόφιμα
Είδη μπακαλικής
Είδη υγιεινής
Ρουχαλάκια
Παιχνιδάκια
Σχολικά είδη
Χαρτικά
Βιβλία αναγνωστικά
Φάρμακα
Ό,τι διαθέτει ο καθένας

Κοινωνία Αγάπης και Προσφοράς Γέροντας Παΐσιος
Κεντρικό κοινωνικό κατάστημα
Μεγ. Αλεξάνδρου 99
Τ.Θ. 305
Τ.Κ. 57500
Τρίλοφος Θεσσαλονίκη
*Στο facebook του blogaki μπορείτε να ενημερώνεστε  για ό,τι νεότερο.*

Τα παραπάνω είναι αναδημοσίευση από το blog της Αλεξάνδρας abuttononthemoon


Δεν θα μπορούσα να λείπω από μια τέτοια αξιόλογη προσπάθεια. Μια δική μου ιστορία, μια ιστορία της "άλλης πλευράς", γιατί εκτός από τον "Άλλο Άνθρωπο" που προσφέρει σημαντικό έργο, υπάρχει κι "εκείνος ο άνθρωπος", που νομίζει πως τίποτα απ' όλα αυτά δεν τον αφορούν κι εστιάζει μόνο στον μικρόκοσμό του, αδιαφορώντας, και πολλές φορές κατακρίνοντας μάλιστα με ξιπασιά όσους βρίσκονται σε ανάγκη.
Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι γύρω μας και την έμπνευση την πήρα από υπαρκτό πρόσωπο που συνάντησα τυχαία ένα χειμωνιάτικο βράδυ.
Άλλαξα τα πάντα και φυσικά φρόντισα να υπάρξει ένα τέλος που να δείχνει πως τίποτα δεν είναι σίγουρο για κανέναν, οπότε καλό είναι να μην καταδικάζουμε με ευκολία ανθρώπους που στάθηκαν περισσότερο άτυχοι από κάποιους άλλους.

Το φαγητό που πρωταγωνιστεί είναι απλό κι εύκολο, σε αντίθεση με τη ζωή που είναι πολύπλοκη και δύσκολη.

Ελπίζω η ιδέα της Αλεξάνδρας που έγινε μια ομαδική προσπάθεια να βρει ανταπόκριση!

Σας ευχαριστούμε όλους!

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Το κόκκινο νυφικό (συλλογικό διήγημα)


Κεφάλαιο 7 
Απρόσμενες επισκέψεις

Η Βέρα ξύπνησε με τη διάθεσή της να συναγωνίζεται τη μέρα που είχε ξημερώσει.
Ομιχλώδης, θολή και ταραγμένη σαν το τοπίο που πνίγονταν θαρρείς στο κλάμα κι ήταν σα να θρηνούσε κάτι άπιαστο.
Πόσο θα ήθελε κι εκείνη να κλάψει. Να μείνει στο κρεβάτι και να βουλιάξει στον πόνο της. Να πνιγεί από τα αναφιλητά της, να παρασυρθεί...τινάχτηκε αλαφιασμένη κι ανατρίχιασε σύγκορμη..
Τι παράξενο να σκέφτεται αυτές ακριβώς τις λέξεις όταν η προηγούμενη κυρία του σπιτιού είχε χαθεί με τον τρόπο που χάθηκε...
Κούνησε το κεφάλι της να διώξει τις μακάβριες σκέψεις και σκέφτηκε πόσο την ενόχλησε, που ο άντρας της φυγάδευσε με τέτοιο τρόπο, και τόσο γρήγορα τον γιο της.
Ναι, τον γιο της. Μόνο έτσι τον σκέφτονταν η Βέρα. Άλλωστε εκείνος είχε την κόρη του. 
Χθες βράδυ, ήταν η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που  η Βέρα δεν έβαλε το παιδί της για ύπνο κι ένιωθε ξαφνικά σα να είχε χάσει όλες της τις σταθερές. 
Κι όμως ακόμα και χωρίς αυτές, προσπάθησε να λειτουργήσει όπως συνήθως, και όταν δεν άντεξε άλλο προφασίστηκε πονοκέφαλο κι ανέβηκε πάλι στο δωμάτιό της.
Όχι πως είχε και πολλά να κάνει εκεί κάτω. 
Η Μις Σάλι είχε αναλάβει τα πάντα από πριν ακόμα έρθει εκείνη εδώ, και ποτέ δεν της άφησε ένα μικρό περιθώριο, μια χαραμάδα έστω, για να καταφέρει να εισχωρήσει κι εκείνη στην καθημερινότητα του σπιτιού.

Σκέφτηκε όλες τις προσπάθειες που έκανε όταν πρωτοήρθε, να ζωντανέψει λίγο το σπίτι, να τραβήξει τις σκιές που το σκέπαζαν, να το κάνει να μοιάζει με σπιτικό
Όλες είχαν πέσει στο κενό και το σπίτι ακόμα πενθούσε αυτό που ποτέ δε θα γίνονταν. 
Ακόμα δεν μπορούσε να πει αν το σπίτι ήταν καταραμένο, ή οι άνθρωποί του. 
Κι εκείνη; Εκείνη τι ήταν; Ποια ήταν;
Η διάθεσή της για ζωή παρερμηνεύτηκε γρήγορα ως ματαιοδοξία και ο φόβος που την κατέκλυζε σιγά σιγά, την έσφιγγε όλο και περισσότερο σαν μια αόρατη μέγγενη, κάνοντάς την διαρκώς να παίρνει λάθος αποφάσεις.

Δεν έπρεπε να πει στον άντρα της πως είχε δει τον Τσαρλς να μιλάει στην Άλις. Φοβήθηκε όμως, πως η προγονή της θα του μετέδιδε αυτό που την βασάνιζε και την έκανε να φωνάζει τις νύχτες. 
"Εκείνος όμως, τι στην ευχή φοβήθηκε και βιάστηκε να απομακρύνει το παιδί μου;". Η σκέψη ήρθε απροειδοποίητα και η Βέρα ανατρίχιασε πάλι, χωρίς προφανή λόγο.

Τι ανόητη που ήταν στα αλήθεια. Τόσα χρόνια  τα μυστήρια την κύκλωναν, χωρίς εκείνη να μπορεί να ξεδιαλύνει ούτε ένα. Ήταν πεπεισμένη, πως ακόμα κι ο Τσαρλς είχε καταλάβει περισσότερα από εκείνη.
Διαισθανόταν το λόγο που η Άλις την έβλεπε σαν εχθρό. Αυτό που δεν μπορούσε να κατανοήσει ήταν γατί η ίδια τη φοβόταν τόσο πολύ, ενώ θα έπρεπε μόνο να τη λυπάται.
Η Βέρα καταλάβαινε πια πως μόνο ένα μπορούσε να κάνει.
Αποφασισμένη για όλα και προετοιμασμένη καθώς νόμιζε ακόμα και για το χειρότερο, βγήκε από το δωμάτιο.


https://www.pinterest.com/pin/575686764838801073/

Τα βήματα πλησίαζαν. 
Η Άλις έφερε το χέρι στο λαιμό τρομαγμένη. 
Κοίταξε με αγωνία γύρω της, αλλά μια προσπάθεια να κρυφτεί θα ήταν μάταιη. 
Έκανε το αμέσως καλύτερο. Σκέπασε βιαστικά τους πίνακες που είχε ανακαλύψει κι ευχήθηκε αυτός που θα έμπαινε να μην πρόσεχε την καινούρια θέση τους.
Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την πόρτα. Όχι...σταμάτησαν πιο κάτω. Ένα τρίξιμο την έκανε να τιναχτεί, μα η πόρτα παρέμεινε κλειστή.
Το τρίξιμο ακούστηκε μία φορά ακόμα και μετά ησυχία.
Δεν ήξερε τι να υποθέσει, αλλά δεν είχε σκοπό να χάσει το χρόνο της με υποθέσεις. Τακτοποίησε τους παράξενους πίνακες στην αρχική τους θέση, πήρε μια δυο βαθιές ανάσες για να ανακτήσει όσο μπορούσε την αυτοκυριαρχία της κι άνοιξε την πόρτα με την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα.
Έπιασε την κοιλιά της σα να ήθελε να προστατέψει το έμβρυο που μεγάλωνε μέσα της και κατέβηκε τη σκάλα προς το δωμάτιό της, με κλονισμένα ακόμα από την αγωνία βήματα.

"Αλήθεια Άλις τι πραγματικά σε τρόμαξε τόσο πολύ;" , ρώτησε τον εαυτό της, μα μέχρι να επεξεργαστεί την απάντηση έφτασε στην προέκταση που κάποτε οδηγούσε στο δώμα.
Στο τελευταίο σκαλί κάτι τράβηξε την προσοχή της. Σίγουρα δεν ήταν εκεί νωρίτερα. 
Κοίταξε προς το δώμα και τα αγαλματίδια της αντιγύρισαν αδιάφορα, παγωμένα βλέμματα. 
"Πόσο παράταιρα μοιάζουν αυτά τα πορσελάνινα διακοσμητικά ανάμεσά τους, σα να μπήκαν κατά λάθος", συλλογίστηκε χωρίς νόημα, όταν ένας ήχος σαν βήξιμο την έκανε να μαζέψει το φουστάνι της όπως όπως, και να βιαστεί. 
Μια σκέψη την έκανε να κοντοσταθεί, να γυρίσει πίσω και να πάρει το αντικείμενο που της τράβηξε την προσοχή.
Μπήκε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα κι ακούμπησε πάνω της.
Κρατούσε σφιχτά και με τα δυο της χέρια το χαρτί που μάζεψε πριν λίγο και προσπαθούσε να ανακτήσει την ψυχραιμία της, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Άρπαξε βιαστικά ένα βιβλίο, έκρυψε μέσα το χαρτί, κάθισε στην πιο κοντινή πολυθρόνα και όσο μπορούσε πιο φυσιολογικά απάντησε.

Η πόρτα άνοιξε και η Βέρα κρατώντας ένα δίσκο, μπήκε στο δωμάτιό της, σαν να ήταν κάτι που το έκανε κάθε μέρα.
Η Άλις την κοίταξε παραξενεμένη. Η Βέρα φαίνονταν  άυπνη αν μπορούσε να κρίνει από την κούραση που φώλιαζε στα μάτια της. Όπως την παρατηρούσε διέκρινε κάτι ακόμα στο βλέμμα της που την έκανε να σφιχτεί.
Η Βέρα ακούμπησε το δίσκο στο χαμηλό τραπεζάκι, κάθισε στην άλλη πολυθρόνα, πήρε το τσαγιερό κι άρχισε να σερβίρει το τσάι στα λεπτεπίλεπτα φλιτζάνια χωρίς να πει κουβέντα.
Η Άλις ψαχούλεψε την άκρη του χαρτιού που προεξείχε από το βιβλίο κι ένιωσε τα δάχτυλά της να μυρμηγκιάζουν.
Κοίταξε τη Βέρα με απορία, άνοιξε το στόμα να μιλήσει, μα άλλαξε γνώμη και πειθήνια άπλωσε το χέρι, που πριν λίγο ψαχούλευε το χαρτί, για να πάρει το φλιτζάνι που εκείνη της έτεινε.

https://www.pinterest.com/pin/575686764838801073/

Ο ψηλός άντρας μπήκε στο γραφείο του Χέρμπερτ έβγαλε το καπέλο του και τον χαιρέτισε με μάλλον υπεροπτικό τρόπο.
Στηρίχτηκε στο μπαστούνι του και κοίταξε γύρω του αδιάκριτα.
Ο Χέρμπερτ τον κοίταξε, πασχίζοντας να μην προδώσει η έκφρασή του την περιέργεια, αλλά και το θυμό που είχε αρχίσει να φουντώνει μέσα του για την παράξενη αυτή επίσκεψη, αλλά και την ακατανόητη συμπεριφορά.
Κούνησε το κεφάλι του σε χαιρετισμό κι έδειξε στον επισκέπτη την καρέκλα μπροστά στο γραφείο.
Εκείνος παρέμεινε όρθιος.
Μια ερώτηση ήρθε αναπάντεχη να θρυμματίσει την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε, ταράζοντας την ψεύτικη ηρεμία, σαν την πέτρα που ρίχνει ένα χέρι στη λίμνη για να σπάσει τη γαλήνη των νερών της, να δημιουργήσει δίνη που ανοίγει συνεχώς τους κύκλους της προς τα έξω, ώσπου να ανασαλευτεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιφάνεια.
"Κύριε, πόσο βέβαιος είστε αλήθεια, ότι είναι καλή ιδέα να νυμφευτείτε την προγονή της αδερφής σας, την κόρη αυτού του αχρείου που διάλεξε η αδερφή σας για άντρα;"
Ο Χέρμπερτ ένιωσε τη δίνη που απλώνονταν γύρω του να τον ρουφάει. 

 https://iso.500px.com/danny-richardson-i-went-from-taking-photos-to-making-art/

Το Κόκκινο Νυφικό, είναι ένα συλλογικό διήγημα που γράφεται από 12 bloggers.
Τις συνέχειες που προηγήθηκαν μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ:

 Μαριλένα : marilenaspotofart
Αριστέα: princess-airis
Μαριάννα: onirokosmos-art
Πέτρα:pistos-petra
ΜαρίαΚανελλάκη: toapagio
ΜαρίαΝικολάου: tokeimeno

Συμμετέχουν οι:

Αριστέα από http://princess-airis.blogspot.gr/
Μαριάννα από https://onirokosmos-art.blogspot.gr/
Μαρία Κανελλάκη από http://toapagio.blogspot.gr/
Μαρία Νικολάου από http://tokeimeno.blogspot.gr/
Γιάννης από http://idipoton.pblogs.gr/
Αλεξάνδρα από http://abuttononthemoon.blogspot.gr/

Η σκυτάλη περνάει από τα χέρια μου στα χέρια του Γιάννη και του εύχομαι καλή συνέχεια!


Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Η σοφίτα...Όνειρα κι εφιάλτες



Όνειρα κι εφιάλτες

Η Σόφη δυσκολεύεται να βαδίσει στο λασπωμένο δρόμο. Τα 28 κυπαρίσσια, αποκτούν ζωή και της κλείνουν το δρόμο, την εμποδίζουν να φτάσει στο πατρικό της. 
Σιγά, σιγά, χαμηλώνουν κι από δάχτυλα που έδειχναν ουρανό μόνο, στρέφονται κατά πάνω της. 
Τη δείχνουν επικριτικά, κατηγορώντας τη για κάτι που αγνοεί.
Στο φως του φεγγαριού συνθέτουν ένα γκροτέσκο σκηνικό χωρίς νόημα. 
Κοιτάζει με λαχτάρα που γίνεται απόγνωση, το περίγραμμα του σπιτιού που κατασκότεινο την καλεί.
Ένα φως φαίνεται να τρεμοσβήνει στη σοφίτα και μια αντρική φιγούρα ξεχωρίζει τώρα καθαρά στο παράθυρο. "Μπαμπά;" τολμάει να ρωτήσει, προφέροντας σαν παιδάκι για πρώτη φορά τη λέξη, αναριγώντας κάτω από το βάρος της.
Τα κυπαρίσσια την κλείνουν από παντού. Δεν υπάρχει διέξοδος. Μια φυλακή από ξύλινα, χοντρά κάγκελα υψώνεται γύρω της και της στερεί τον αέρα. Ο αέρας...δεν μπορεί να ανασάνει...αναφιλητά την τραντάζουν καθώς αγωνίζεται να αναπνεύσει...

Πετάγεται από τον ύπνο λαχανιασμένη. Ιδρωμένη από τον εφιάλτη, ρίχνει μια ματιά στον Ορέστη που κοιμάται δίπλα της και αφήνει όσο πιο αθόρυβα μπορεί το κρεβάτι.
Ντύνεται στο σκοτάδι και χωρίς να το σκεφτεί, φεύγει κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της.
Είναι πια στο αυτοκίνητο όταν η θολούρα του ονείρου αρχίζει να διαλύεται και αναρωτιέται γιατί το έσκασε έτσι. Ξέρει όμως την απάντηση.
Έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της θείας Τούλας το γρηγορότερο, κι έπρεπε να το κάνει μόνη της.
Οι σκέψεις της τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και συγκρατεί τον εαυτό της για να μην αυξήσει και την ταχύτητα του αυτοκινήτου.
Οδηγεί προσεκτικά, φέρνοντας στο μυαλό της όλα όσα έμαθε μέχρι τώρα. "Που δεν είναι και πολλά", μονολογεί, καθώς αναλογίζεται την προηγούμενη σύντομη επίσκεψη στο σπίτι της θείας της και το περίεργο εύρημα. 
Ο εφιάλτης όλο και ζωντανεύει μέσα της, πλέκεται και ξεπλέκεται συνεχώς, αφήνει ξέφτια στην ψυχή της που τυλίγονται γύρω από μία λέξη. Τη λέξη που ονειρεύονταν κάποτε πως θα πει, αλλά όχι μέσα σε ένα όνειρο!


Όταν έφτασε, είχε αρχίσει να ξημερώνει. Το σπίτι την υποδέχτηκε κρύο σαν το θάνατο και ξένο σαν τον πατέρα της. Ήταν ξένο. Λίγες επαφές είχε όλα αυτά τα χρόνια με τη θεία της και όπως τρύπωνε τώρα απρόσκλητη, παραβιάζοντας σχεδόν την πόρτα στην προσπάθειά της να ανοίξει με το παλιό κλειδί που είχε πάρει χτες φεύγοντας από δω, ένιωσε σαν κλέφτρα.
Δεν ήξερε για τι πράγμα να ψάξει. Δεν ήξερε τι θα βρει. Αν δηλαδή υπήρχε και κάτι να βρεθεί. Τα λόγια όμως της Γιώτας, της φίλης της θείας της, για τη ζήλια της Τούλας κι ένα κακό που είχε συμβεί εξαιτίας της, έκαιγαν μέσα της, σαν τη φωτιά που είχε κάψει το κιτρινισμένο φάκελο που υπήρχε ακόμα στο τασάκι.
Άρχισε να ψάχνει...

Η Τούλα ένιωθε σα να κολυμπούσε μέσα σε ένα πηχτό υγρό που δυσκόλευε τις κινήσεις της.
Προσπαθούσε να βγάλει το κεφάλι της στην επιφάνεια, αλλά εκείνο όλο βούλιαζε και όλα γύρω της βούιζαν. Ίσως πάλι να βούιζε το μόνιτορ που ήταν δίπλα της και κατέγραφε τους παλμούς της. 
Μια σκέψη άρχισε να σαλεύει σα σκουλήκι στο κεφάλι της. 
"Χριστέ μου", ψέλλισε..."Πώς το ξέχασα αυτό;"...
Και με αυτή την απόλυτα διαυγή σκέψη, με αυτό το τελευταίο ψέλλισμα, βυθίστηκε πάλι στην ανυπαρξία. Βούλιαξε άλλη μια φορά για τα καλά σε εκείνο το παχύρευστο υγρό που την έπνιγε.
Ακολούθησε ταραχή καθώς γιατροί και νοσοκόμες έτρεξαν πάνω της και η Τούλα ανασύρθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε μια νύχτα από το χείλος της αβύσσου κι επανήλθε στη ζωή, για να λογαριαστεί με το παρελθόν. 

Η Σόφη, είχε ψάξει σχεδόν όλο το σπίτι και κρατούσε στα χέρια της ένα κουτί παπουτσιών που είχε ανακαλύψει στο βάθος της ντουλάπας και που όλα έδειχναν πως μόνο παπούτσια δεν περιείχε. 
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, καθώς το κοιτούσε, φοβισμένη να το ανοίξει, μα και αποφασισμένη να το κάνει.
Ο ήχος του κινητού την τρόμαξε και το κουτί της έπεσε από τα χέρια.
Καθώς απαντούσε στο τηλέφωνο,  το βλέμμα της σάρωνε ανυπόμονα όσα σκορπίστηκαν στα πόδια της. 
Αναμάσησε μια ήδη προβαρισμένη δικαιολογία στον Ορέστη κι έκλεισε το τηλέφωνο καθώς έσκυβε να πάρει μια φωτογραφία που της τράβηξε την προσοχή.
Η μητέρα της και η θεία Τούλα, νέες κι όμορφες, να πασχίζουν να χαμογελάσουν για τη φωτογραφία, ενώ ανάμεσά τους ένας άντρας χαμογελούσε χωρίς προσπάθεια.
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν.
Γύρισε τη φωτογραφία από πίσω, σχεδόν ανυπομονώντας να διαβάσει κάτι.  Μια αφιέρωση, μια λεζάντα, μια ημερομηνία, οτιδήποτε...
Τίποτα...το κιτρινισμένο από τα χρόνια χαρτί δε φανέρωνε κανένα μυστικό.
Ανακάτεψε στα γρήγορα τα υπόλοιπα χαρτιά, μα ήταν μόνο αποδείξεις και λογαριασμοί. Γιατί να κρύψει μια φωτογραφία η θεία, ανάμεσα σε λογαριασμούς;
Ή τη θεωρούσε καλή κρυψώνα, ή είχε κάποια σχέση με κάτι άλλο που υπήρχε εδώ μέσα.

Τα μάζεψε όλα στην αγκαλιά της και πήγε και κάθισε στην τραπεζαρία. 
Μπροστά της, τα απομεινάρια του καμένου φακέλου την προκαλούσαν. Λίγο πιο πέρα όσα άλμπουμ με φωτογραφίες είχε βρει νωρίτερα, έχασκαν ανοιχτά, φανερώνοντας τυχαίες στιγμές ζωών που έφυγαν, ή θα φύγουν.  
Ανατρίχιασε καθώς ήρθε στο νου της η θεία Τούλα στο κρεβάτι της εντατικής, αλλά αφοσιώθηκε στο έργο της.
Άρχισε να διαβάζει κάθε απόδειξη, κάθε λογαριασμό, ψάχνοντας για ένα στοιχείο. Για μια ένδειξη που θα την έβγαζε από τα σκοτάδια.
Ένας λογαριασμός από ένα κατάστημα ηλεκτρονικών της τράβηξε την προσοχή. Η ανάσα της κόπηκε καθώς διάβαζε το όνομα...Αγγέλου...
Σίγουρα ήταν εκείνος που είπε στον κύριο Ιωάννου πως θα έφευγε ταξίδι. Ίσως απλά να ήθελε να τον αποφύγει και να μη σκόπευε να πάει πουθενά.
Η Σόφη είχε από καιρό πάψει να πιστεύει στις συμπτώσεις, για να το θεωρήσει απλή σύμπτωση.
Άρπαξε την απόδειξη και τη φωτογραφία και βγήκε σα σίφουνας από το σπίτι. Τα πέταξε στο κάθισμα του συνοδηγού και ξεκίνησε σα να την κυνηγούσαν.

Έπρεπε να μάθει.
Να μάθει αν έλειπε στα αλήθεια ο Αγγέλου, αν έμοιαζε καθόλου με το νεαρό άντρα της φωτογραφίας, αν, η λέξη έσφιξε σαν κόμπος το λαιμό της, πριν ακόμα τη σκεφτεί, αν ήταν ο πατέρας της. 
Είχε τόσα πολλά να μάθει....και ξαφνικά δεν ήξερε αν ήθελε πια να τα μάθει.


Αυτή ήταν η δική μου συνέχεια στη Σοφίτα.
Η Σοφίτα είναι ένα συλλογικό διήγημα που θα γραφεί από 16 μπλόγκερς. 
Την αρχή την έκανε η Μαρία Νι και θα μας δώσει και το τέλος. Θα μεσολαβήσουν οι συνέχειες των άλλων μπλόγκερς με την ακόλουθη σειρά.



Η Katia Markouizou θα γράψει τη συνέχεια!

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Om, om, om....

Thursday 18: Local
...Oh My god....!!
Βγήκαν πάλι οι κυνηγοί μαγισσών (και κεφαλών) στα σοκάκια.
Αυτή τη φορά (δεν ήταν η πρώτη τους) τα έβαλαν με τη γιόγκα.
Την καλύτερη ίσως γυμναστική και μόνο γυμναστική για τους περισσότερους από μας.
Έρχονται βέβαια με ολοκληρωμένη πρόταση στην τσέπη!
Συστήνουν μετάνοιες αντί για χαιρετισμό στον ήλιο.
Συστήνω να μας χαιρετίσουν τον πλάτανο.
Προτιμώ να τα λέω με τον ήλιο κάθε πρωί κι ας μην τον χαιρετάω τόσο συχνά όσο θα ήθελα, παρά να μπλέξω στα σκοτάδια τους.

Sunday 14: Makes me feel good (a new flower)
Monday 15: Sun
Tuesday 16: Anything
Wednesday 17: Lunchtime
Ξορκίζουμε όμως τα σκοτάδια και περνάμε στο φως!


Κυκλοφόρησε το συλλογικό μας έργο “Ένας πίνακας … δυο ιστορίες: Αντανάκλαση – Παραμορφωτικός καθρέφτης” σε e-book από το εβδομαδιαίο περιοδικό πολιτισμού 24 γράμματα.
Το κάλεσμα ήταν μια ιδέα της Μαριλένας, από το marilenaspotofart.wordpress.com που μας ενθουσίασε και η Μαριλένα το πήγε ένα βήμα (και τι βήμα!) παραπέρα.
Θέλω να την ευχαριστήσω για όλα όσα έκανε (κι έκανε πολλά).
Να ευχαριστήσω επίσης όλους όσους έγραψαν, αλλά και τους υπεύθυνους του περιοδικού που μας έδωσαν την ευκαιρία να καμαρώσουμε το συλλογικό μας έργο σε e-book.
Πατάμε εδώ και αφήνουμε τις ιστορίες,αλλά και τους πίνακες που τις έκαναν να γεννηθούν να μας "αποπλανήσουν".

Συμμετέχουν οι:

Μαρία Κανελλάκη (http://toapagio.blogspot.gr/)
Χριστίνα Λέλη (http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr/)
Αριστέα Κουτά (http://princess-airis.blogspot.gr/)
Κική Κωνσταντίνου (http://ekfrastite.blogspot.gr)/
Αναστασία Γκρέμου (http://on-the-up-and-up.blogspot.gr/)
Φίλιππος Φίλιας (https://www.facebook.com/filippos.filias)
Ελένη Φλογερά (http://stamonopatiatisfantasias.blogspot.gr/)
Άννα Παπαδοπούλου (http://kloanna.blogspot.gr/)
Δημήτρης Ασλάνογλου φιλοξενείται στο blog της Αριστέας Κουτά
Μαρία Νικολάου (http://mia-matia-ston-ilio.blogspot.gr/)


Κι επειδή πάντα έχουμε χρόνο για διάβασμα, ξεφυλλίζουμε και διαβάζουμε και αυτό το μήνα το ηλεκτρονικό περιοδικό "Ανθρώπων Έργα".


Για να δούμε όμως, χρόνο για γράψιμο θα βρούμε;
Όποιος ξεχάστηκε, δεν πρόλαβε, δεν ήθελε βρε αδερφέ να γράψει για το "Παίζοντας με τις λέξεις", ας το θυμηθεί, ελπίζω να προλάβει...και...ας το ξανασκεφτεί.
Μέχρι αύριο στις 7 το απόγευμα προλαβαίνει!!
Πληροφορίες εδώ!

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Τρέχουν μέσα μου χιλιόμετρα...



Μέσα στη νύχτα το γνώριμο τοπίο έμοιαζε να μεταμορφώνεται σε ένα άγνωστο σκηνικό, που στήθηκε για να φιλοξενήσει τη μεγαλύτερη τραγωδία. Ο χορός είχε λάβει ήδη θέση στο κεφάλι του και δεν προμήνυε τίποτα καλό. Το αυτοκίνητο έπαιρνε τις στροφές του ανηφορικού δρόμου με αβεβαιότητα. Σαν να μην ήθελε να προχωρήσει.
Κοίταξε την ώρα..."είναι τρεις τα ξημερώματα, το σκοτάδι μου μετρώ"...πώς του ήρθε ο στίχος, ούτε που ξέρει. Η ώρα ήταν πέντε. Κι αυτός μετρούσε εδώ και καιρό τα σκοτάδια του.
Αναρωτήθηκε τι τον έκανε να μπει στο αυτοκίνητο απόψε, για να κάνει όλο αυτό το δρόμο.
Ίσως έφταιγαν οι παύσεις που ακολουθούσαν τα λόγια της νωρίτερα το βράδυ στο τηλέφωνο.
Μεγάλες παύσεις, φλύαρες παύσεις, που δεν μπορούσε πια να υποκρίνεται πως δεν ακούει.

Ένιωθε από καιρό πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Δεν έπρεπε να φύγει. Όμως χρειάζονταν τη δουλειά. Όταν εκείνη αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, είπε πως καταλάβαινε. Τη δικαιολόγησε μέσα του. Σκέφτηκε πως δεν ήθελε να αφήσει το σπίτι που έστησαν μαζί για να μείνει μαζί του σε μια γκαρσονιέρα στην άλλη άκρη της χώρας. 
Όχι, πανάθεμά τον, δεν καταλάβαινε. Απλά δεν ήθελε να ψηλαφίσει καθόλου το αόριστο σχήμα εκείνης της άρνησης, να της δώσει την τελική αποκρουστική μορφή που με δυσκολία διέκρινε.
Το βλέμμα το αμετάπειστο που είχε καρφωθεί ανελέητα στο δικό του, τον πλήγωσε πολύ τότε, μα το δικαιολόγησε κι αυτό.

Οι μήνες που πέρασαν δεν ήταν καθόλου εύκολοι.
Σκληρή δουλειά όλη την εβδομάδα και κάθε Παρασκευή να έχει έτοιμα τα πράγματά του για να επιστρέψει κοντά της.
Την Κυριακή ακολουθώντας την αντίθετη πορεία, έφτανε πάλι εκεί που η μοναξιά του τον περίμενε αδιάντροπα σκληρή, στρώνοντάς του τα αγκάθια που θα τον συντρόφευαν όλη την εβδομάδα, μέχρι την ώρα της Παρασκευής που θα έφευγε ξανά.
Ούτε μία φορά δεν ήρθε εκείνη. 
Άνοιξε το ραδιόφωνο. Με το που ξεχύθηκε η μουσική στο αυτοκίνητο, άπλωσε το χέρι και το έκλεισε πάλι.
Ένιωθε πως οι στίχοι των τραγουδιών ήθελαν να τον παραπλανήσουν. Να τον κοροϊδέψουν.

Σε λίγο θα έφτανε. Είχε το κουράγιο που απαιτούνταν, για να γίνει τώρα το ξεκαθάρισμα; Ένιωθε τόσο κουρασμένος. Το μόνο που ήθελε ήταν να κοιμηθεί. Τα βλέφαρά του βάρυναν. Το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία που ολοκλήρωσε την τραγωδία κι ένα μαύρο φως τύλιξε για πάντα τις σκέψεις του.


Ο τίτλος είναι στίχος από το τραγούδι "Μαύρο φως"...κάποιοι στίχοι πλέχτηκαν και με την ιστορία με την οποία συμμετέχω στις "Ιστορίες της Νύχτας" που σκέφτηκε η Αριστέα!



Το παιχνίδι μας "Παίζοντας με τις λέξεις" περιμένει τις συμμετοχές σας, μέχρι και τις 8/5/2015 στις 8 το βράδυ στο almikr@gmail.com 
Σας θυμίζω πως το στοίχημα είναι να χρησιμοποιηθούν οι πέντε λέξεις μας: τζάμιφιλίβιβλίοκερίαγανάκτηση, σε ποιήματα ή πεζά που δε θα ξεπερνούν τις 500 λέξεις!
Μην ξεχνάτε πως από αυτό το παιχνίδι, οι δημιουργίες μας θα συνοδεύονται από φωτογραφίες.
Αν μπορούμε για φωτογραφίες που δεν είναι δικές μας, παραθέτουμε την πηγή τους.
Για παραπάνω πληροφορίες πατήστε εδώ!