Πάνω από τα τείχη θρηνεί ο αέρας.
Το παλιό κάστρο ριγεί ολάκερο κάτω από τις ριπές της οδύνης.
Νύχτα αφέγγαρη η αποψινή.
Νύχτα που τη στοιχειώνω.
Ξύπνησα από ύπνο βαθύ στο κελί μου.
Τέντωσα την αντοχή μου στους καιρούς, έστρωσα προσεκτικά τις λύπες μου, συγύρισα τις πίκρες μου και βούτηξα στους θυμούς μου. Εκεί ένιψα ό, τι έχει απομείνει από την ψυχή μου και το πρόσωπο που δε θυμάμαι πια. Έπειτα χτένισα την απόγνωση, φόρεσα τη θλίψη, τυλίχτηκα καλά στο σπαραγμό και βγήκα.
Μια σκιά παραπάνω στον κόσμο των σκιών.
Κι έτσι, σα σκιά, γλιστράω και σηματοδοτώ για λίγο τα μέρη που περνώ.
Πρώτα το κοιμισμένο κάστρο που έγινε η φυλακή μου.
Ξεγελάω τους τρομαγμένους φρουρούς που δεν υπάρχουν πια, αλλά οι πέτρες που κάποτε πάτησαν, αντιφεγγίζουν για λίγο τις υπάρξεις τους. Πυγολαμπίδες ψυχών που φέγγουν μια στιγμή κι έπειτα χάνονται πίσω στο χρόνο σα να τις τραβούν αόρατα νήματα στο πουθενά.
Μόνο εγώ υπήρξα χτες και θα υπάρχω και αύριο.
Εγώ και η πόλη που απόψε πενθεί.
Κανέναν δεν τρομάζει η παρουσία μου.
Είναι ήδη τρομαγμένοι. Ο άνεμος που φυσάει μανιασμένα κάνοντας το άυλο σώμα μου να τρέμει σα να φοβάται, φέρνει τα νέα.
Μίσος και αίμα.
Αίμα και μίσος.
Τυλίγομαι ακόμα πιο σφιχτά στο χειροποίητο μανδύα της απόγνωσης που εκατομμύρια κι εκατομμύρια ανθρώπινα χέρια κεντάνε ακούραστα από την αρχή του κόσμου και γυρνάω κλαίγοντας στο κελί μου. Κρύβομαι. Κρύβομαι από τους ανθρώπους.
Κρύβομαι από τους Θεούς τους, που οι άνθρωποι πλάθουν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν τους.
Μια σκιά, ανάμεσα σε σκιές.
Ένα στοιχειό που δεν έχει τίποτα να στοιχειώσει.
Σωριάζομαι στο πάτωμα και σπαράζω!
Δε θέλω να ξαναβγώ εκεί έξω.
Το στοιχειό του κάστρου περιπλανιέται σε κάθε, μα σε κάθε πόλη, που σπαράζει και συμμετέχει στις "Ιστορίες της Νύχτας" που διοργανώνει η Αριστέα στο blog "Η ζωή είναι ωραία".




