Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προ(σ)κλήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προ(σ)κλήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη...


"Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη", σιγογάβγιζα, κι όλο έψαχνα την απάντηση στον ορίζοντα!
Δυο πουλιά που πέρασαν πετώντας δεν μου το είπαν, αλλά έστειλαν άλλο μήνυμα...πιο ρευστό που παραλίγο να με πετύχει. 
Και κάπως έτσι βγήκε το πρώτο μου συμπέρασμα...πως τα πουλιά μας έχουν....ναι, αυτό που καταλάβατε!

Απέφυγα τη βολή και συνέχισα την παρατήρηση, αφού αποζητάω συνεχώς να διευρύνω τους ορίζοντές μου!

Όταν δεν έχω τι να κάνω, όχι πως σκοτώνομαι και στη δουλειά τις υπόλοιπες ώρες, τους φέρνω στο μυαλό μου και κομμάτι κομμάτι τους ενώνω και φτιάχνω τον κόσμο.
Ο κόσμος είναι ένα μεγάλο παζλ και μάλλον μου λείπουν πολλά κομμάτια ακόμα, για να τον καταλάβω, αφού όσο κι αν προσπαθώ να τον "ενώσω" σωστά, τόσο  εμφανίζονται κάτι περίεργες γωνίες που χαλάνε όλη τη συμμετρία.

Εντάξει, δεν είμαι κι ο Θεός που όλα εν σοφία εποίησε, κι έφτιαξε τον ιδανικό κόσμο, γεμάτο αγάπη! 
Σε εκείνον τον κόσμο κάτι πουλιά δίνουν φώτιση και όχι...άσε να μην το πω...


Στον δικό μου κόσμο, υπάρχουν αυτοί που αγαπώ και με αγαπούν και υπάρχουν και οι άλλοι, που δε με αγαπούν και τόσο.
Έχω ακούσει μάλιστα από έγκυρες πηγές, πως κάποιοι δεν αγαπούν κανέναν. 
Σαν παραφωνία χώνονται όλοι αυτοί αυτοί στο παζλ κι εκείνο χάνει αυτόματα σε ομορφιά και σε ρυθμό.

Ευτυχώς όμως υπάρχουν οι άνθρωποί μου όπως συνηθίζω να τους αποκαλώ!

Όταν αγαπώ, αγαπώ δυνατά και θέλω να με αγαπούν το ίδιο δυνατά. Χωρίς ανταλλάγματα...ε καλά δε θα πω όχι σε ένα μπισκοτάκι, αλλά θέλω να ξέρεις πως δεν σε αγαπώ μόνο επειδή μου το δίνεις.
Άλλωστε όταν αγαπάς θες να προσφέρεις και σαν σκύλος με απίστευτη όρεξη δηλώνω πως δεν υπάρχει καλύτερη προσφορά από το φαΐ!
Κοιλιόδουλο δε με λες, αν θες να τα έχουμε καλά, με λες όμως άνετα λιχούδη που είναι πιο τσαχπίνικο!

Όταν αγαπάς, δε χρειάζεται να δικαιολογείσαι για πράξεις που δεν έπρεπε να γίνουν, γιατί απλά δεν τις κάνεις!
Ποιος θα ήθελε να στενοχωρήσει όποιον αγαπά;
Όχι εγώ πάντως, γι΄αυτό αν κάποια στιγμή σε στενοχωρήσει κάτι που έκανα, ή κάτι που γάβγισα, θέλω να ξέρεις πως δεν το ήθελα, ήταν τυχαίο!

Σε αγαπώ...σ' αγαπώ..σ' αγαπώ γατί είσαι ωραία...συγγνώμη, παρασύρθηκα και πέρασα σε άλλο τραγούδι.
Έχω και μεγάλο ρεπερτόριο βλέπεις! 

...κι αγαπώ κι όλο τον κόσμο....χμμμ...λέμε τώρα...

Και κάπως έτσι γεννήθηκε, παρατηρώντας τον ορίζοντα, ο πρώτος σκύλος "Αλιφέρη" ... για να πάρει μέρος στην Κοινωνία Ώρα Αγάπης που διοργανώνει η Αριστέα επειδή η "Η ζωή είναι ωραία" όταν αγαπάς...και σε αγαπούν βεβαίως βεβαίως!!

Αυτό παλιά, γατί τώρα η ανάρτηση ανασύρθηκε από το χρονοντούλαπο για να πάρει μέρος και στον μήνα αγάπης blog challenge, που διοργάνωσε η ALCESTE στο blog Little Hope Flags
Και μπορεί ο μήνας να πέρασε, αλλά ήρθε ένας άλλος που υπόσχεται την άνοιξη!
Καλό μήνα να έχουμε!


"Σας αγαπώ"
Μπρίκι
Η αρχική ανάρτηση εδώ!

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Μεσοπέλαγα

Ένα ταξίδι είναι τόσο μαγικό, όσο μαγικές είναι οι ανατολές!
Και πιο μαγική από όλες, είναι η ανατολή που μεσοπέλαγα σε βρίσκει!
Κι εκεί που στο σκοτάδι μετρούσες τις χαρές που σου έδωσε το ταξίδι, που πάλευες να ταξινομήσεις συναισθήματα και αναμνήσεις, αναπολώντας ήδη νοσταλγικά όσα πίσω σου άφησες, στέλνει ο ήλιος ρόδινη υπόσχεση αντάμωσης και μέχρι να ανέβει εκείνος ψηλά αφήνεσαι στην ομορφιά.






Θυμάσαι τη μέρα που άρχισες το ταξίδι και το ηλιοβασίλεμα που εκείνη σου χάρισε.
Έτσι μπλέκονται στο νου ηλιοβασιλέματα και ανατολές κι ανασαίνεις πάλι την αλμύρα του Αιγαίου.







"Λόγια της πλώρης" μας ζήτησε η Μαρία Νικολάου για "Το Κείμενο", φωτογραφίες που τραβήχτηκαν απ' την πρύμνη σας φέρνω, μα νομίζω δεν είμαι εκτός!
Καλά ταξίδια σας εύχομαι!

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Άρωμα Αστυπάλαιας - Ανεμολόγιο


Ο άνεμος μπαίνει με φόρα στο κάστρο. 
Ορμάει στα παράθυρα που χάσκουν και στροβιλίζεται σε άδεια από καιρό δωμάτια, αναμοχλεύοντας τα μυστικά τους. 

Βρίσκει αντίσταση στα λίγα σφραγισμένα παντζούρια όσων καστρόσπιτων αναπαλαιώθηκαν και τα τραντάζει ελαφρά, καθώς σφυρίζει τον μοναδικό σκοπό που γνωρίζει και που κάποτε στέγνωνε εδώ πάνω απλωμένες μπουγάδες.

Οι λίγοι τουρίστες αντιστέκονται στις ριπές του και όσοι είναι ανεβασμένοι στις πέτρινες σκάλες, απλώνουν ενστικτωδώς το χέρι στον τοίχο για να κρατηθούν. Τόση είναι η ορμή του. Εκείνος, πριν τους αφήσει στην ησυχία τους, τους δίνει μια τελευταία ώθηση και συνεχίζοντας το κεφάτο του σφύριγμα, χύνεται ακράτητος στα στενοσόκακα και στα καλντερίμια της Χώρας. 

Εδώ έχει πολλή δουλειά. Πρέπει να ανακατέψει καλά τα λουλούδια, να κλέψει μια ιδέα από τα αρώματα του γιασεμιού και του βασιλικού, να πάρει ένα κόκκινο φιλί από τον ιβίσκο, να παρηγορήσει τις άδειες γλάστρες, να χαϊδέψει τις γάτες, να κάνει λευκές κουρτίνες να ανεμίσουν. 

Χορτάτος με αρώματα, ξελογιασμένος από την ίδια του τη δύναμη, δυναμώνει κι άλλο.Τώρα είναι έτοιμος να φουσκώσει όσα πανιά ανεμόμυλων βρει στο διάβα του.


Ένα θυμωμένο τρίξιμο από τις δεμένες, γυμνές φτερωτές, του θυμίζει πως οι ανεμόμυλοι αρνούνται εδώ και καιρό να χάσουν τη στάσιμη βολή τους για ένα άνευ λόγου τελευταίο φτερούγισμα.

Πριν καν προλάβει να αναρωτηθεί πως έγινε και ξεχάστηκε έτσι, δίνει μια βουτιά, φτάνει στον Πέρα Γιαλό και παίρνει να σπρώχνει καραβάκια ως τα Καμινάκια και τις Βάτσες, ή ως πέρα στα νησάκια και να κλέβει ψάθινα καπέλα από ανέμελα κεφάλια.Όταν βαρεθεί να παίζει με μπούκλες ανηφορίζει πάλι, προσκυνητής αυτή τη φορά, στο κάστρο. 

Στην επόμενη κατάβαση θα ακολουθήσει άλλη διαδρομή.Θα ψαχουλέψει όλη τη ρεματιά του Λιβαδιού, θα μεθύσει στα αμπέλια του και μετά, κομματάκι ζαλισμένος, θα πέσει στη θάλασσα, κάνοντάς την ν’ αναριγήσει και να στείλει αγγελιοφόρους χαράς στην ακτή ανάλαφρα κύματα.

Δε θα σταματήσει να γυρνάει σε όλο το νησί σήμερα.Ακούραστα θα πλέκει τη μυρωδιά του θυμαριού που φέρνει από το βουνό με την αλμύρα της θάλασσας.Θα ανασαίνει φως από κεράκια που τρεμοσβήνουν καθώς χώνεται από χαραμάδες στα ξωκλήσια και θα χριστεί πειρατής στη Μαλτεζάνα.

Ξυστά θα περάσει από τις σκουριασμένες αιχμές του ναυαγίου και πριν τον καταπιεί το πέλαγο, θα δώσει μια και θα ανέβει στα ψηλότερα βουνά.Θα κρυφοκοιτάξει μέσα σε σπηλιές, θα αναμετρηθεί με τα κατσίκια στις πιο απόκρημνες πλαγιές και θα αφεθεί για λίγο στην αγκαλιά του Βάι. 

Σε κάποιο από αυτά τα ατέλειωτα πήγαινε έλα, πώς έγινε, κάθισε για λίγο δίπλα μου στο παγκάκι, εκεί σιμά στους ανεμόμυλους.Με χαιρέτισε φεύγοντας με μια πνοή που έκανε το μακρύ μου φόρεμα να ανεμίσει.Κι έτσι όπως με τύλιξαν οι ευωδιές που μου έφερε πεσκέσι, έτσι όπως μου χάρισε σε μια του ανάσα όλο το νησί, ένιωσα απόλυτα ευτυχισμένη. 


Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 

"Κάθε τόπος, μια ιστορία…


Γράψε μια ιστορία με αφορμή έναν τόπο…

Γράψε μια ιστορία για ένα νησί, για ένα χωριό, για μία χώρα, ή ακόμα και για μία γειτονιά.
Γράψε για το μέρος που δεν έχεις πάει ποτέ, αλλά έχεις ταξιδέψει με το μυαλό σου.

Εκεί όπου έβλεπες τη θάλασσα, εκεί όπου φύσαγε το αεράκι.

Αυτό είναι και το ανεμολόγιο, μια πυξίδα που κατευθύνει το σώμα και τη ψυχή σου...."...περισσότερα εδώ!

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Ένας άλλος κόσμος



Το ποτάμι ξεκινούσε το μακρύ του ταξίδι από τις απάτητες κορυφές των βουνών. Οι βροχές και τα χιόνια τροφοδοτούσαν με συνέπεια τις πηγές του και το νερό έτρεχε σε χαρούμενα ρυάκια που χύνονταν ακράτητα μέσα σε ρεματιές, ενώ άλλα, πιο θλιμμένα, ξεστράτιζαν και χάνονταν για πάντα, έτσι όπως τα ρουφούσε αχόρταγα μέσα της η διψασμένη γη. 
Όσα κατάφερναν να ενωθούν, γιόρταζαν την ένωση με ορμή. Αφροί τινάζονταν ψηλά καθώς οι χορευτικοί στροβιλισμοί με τους δυνατούς παφλασμούς, άνοιγαν το δικό τους μονοπάτι στο χώρο και στο χρόνο κι αχώριστα κυλούσαν ως τη θάλασσα. 
Το ποτάμι με το δικό του ποταμίσιο τρόπο διαλαλούσε την ιστορία του στα δάση και στις πλαγιές, με το κελάρυσμά του εξυμνούσε την πορεία του και ξαναζούσε απ' την αρχή τη γέννησή του.

Όταν έφτανε στην κοιλάδα που ήταν το χωριό, ήταν ήδη ένας ασημένιος γίγαντας, που κυλούσε εξημερωμένος τον περισσότερο καιρό, αν και συχνά και χωρίς ιδιαίτερο λόγο θύμωνε και τότε μούγκριζε αγριεμένος.
Παράξενο που ήταν ετούτο το ποτάμι! 
Και πόσοι μύθοι και ιστορίες υπήρχαν για χάρη του.
Πράγμα παράδοξο βέβαια, αν λάβει κανείς υπόψιν του πως ποτάμι δεν υπήρχε.
Οι κάτοικοι του μικρού χωριού δεν το είχαν δει ποτέ, αν και τις κρύες νύχτες του χειμώνα που η φαντασία οργίαζε γύρω από τα αναμμένα τζάκια και τις πυρωμένες σόμπες, θα έπαιρναν όρκο πως άκουγαν το κελάρυσμά του.

Λίγο έξω από το χωριό, χτισμένο μέσα στα δέντρα, δίπλα στις όχθες του ανύπαρκτου ποταμιού, ένα μικρό, μοναχικό σπιτάκι φιλοξενούσε την μοναδική κάτοικο του χωριού που μπορούσε, όχι μόνο να το βλέπει και να το ακούει, αλλά και να του μιλάει.
Φόρτωνε εκείνη με τους καημούς της τα νερά, κι άφηνε τα λόγια της να ακουμπήσουν πάνω τους, χάρτινες βαρκούλες, να αρμενίσουν ως τη θάλασσα.
Κάποιες φορές όμως, εκτός απ' τα λόγια-βαρκούλες που ήταν αμφίβολο αν θα έφταναν ποτέ στον προορισμό τους, έτσι ελαφριά σαν αερικά που ήταν, έπαιρνε ένα μπουκάλι, έκρυβε μέσα του ένα γράμμα, τα ίδια λόγια κάθε φορά, οι ίδιες πονεμένες αράδες χαραγμένες άτσαλα πάνω στο χαρτί, έβαζε συντροφιά του ένα αγριολούλουδο, το σφράγιζε καλά με κερί, κι αφού το φιλούσε τρυφερά, το άφηνε απαλά στα νερά του ποταμού.
Στέκονταν και το παρακολουθούσε, ώσπου χάνονταν από τα μάτια της και μόνο τότε αναστέναζε κι άφηνε να της ξεφύγει ένα δάκρυ.
Ένα μόνο, που το έσβηνε γρήγορα από πάνω της τρίβοντας το μάγουλο με μια ανυπόμονη κίνηση. 
Ύστερα γυρνούσε στο σπίτι να καταπιαστεί με οτιδήποτε θα την έκανε να ξεχαστεί έστω για λίγο.

Τώρα πως έγινε κι ένα μπουκάλι μυστικά που έπεσε κάποτε σε ένα ποτάμι που δεν υπήρχε, έφτασε στα χέρια μου, ή για να ακριβολογήσω στα πόδια μου, εκεί δηλαδή που το άφησε το κύμα καθώς έμπαινα στη θάλασσα του τόπου που ήθελα πάντα να επισκεφτώ, έτσι, μόνο και μόνο γιατί έμπαινε συχνά στα όνειρά μου και με ξεσήκωνε, είναι μέγα μυστήριο.
Μην πιστεύοντας στα μάτια μου, επιχείρησα να το ανοίξω, αλλά καθώς δεν είχα τίποτα πιο αιχμηρό πρόχειρο εκτός από τα νύχια μου, στάθηκε αδύνατον. Το έριξα στην τσάντα μου και το ξέχασα ως το βράδυ που γύρισα στο ξενοδοχείο και την άδειασα. Μ' ένα ψαλιδάκι σκάλισα με προσοχή το κερί ώσπου κατόρθωσα να το βγάλω.
Το μπουκάλι άνοιξε.

Μέσα του ένα γράμμα κι ένα χμμμ...σκουπιδάκι; 
Όχι, δεν ήταν σκουπιδάκι, ήταν λουλούδι. Ένα μικρό ανθάκι. "Μη με λησμόνει", σκέφτηκα, όχι γιατί το αναγνώρισα, αλλά γιατί έμοιαζε τόσο ταιριαστό με την περίσταση. Λαχταρούσα να είναι αυτό το "σκουπιδάκι" ένα ανθάκι από το φυτό που δε θέλει με τίποτα και ποτέ να ξεχαστεί.
Άνοιξα το γράμμα κι ο κόσμος άλλαξε.

Το γράμμα προορίζονταν για μένα και ήταν από τη μητέρα μου, καθώς έλεγε. Το όνομά μου γραμμένο καθαρά και όλη μου η ζωή να γκρεμίζεται μεμιάς, ενώ μια άλλη πάσχιζε να δημιουργηθεί πάνω στα συντρίμμια της παλιάς.
Η οικογένεια που δεν είχα, η μάνα που δε γνώρισα, όλα κλεισμένα σε ένα μπουκάλι. 
Και στο πίσω μέρος του χαρτιού ένα σχεδιάγραμμα με το όνομα ενός χωριού. Μολυβιές έδειχναν το ποτάμι να κυλάει κοντά στο χωριό και λίγο πιο πάνω, στην άκρη του, δέντρα κι ένα σπιτάκι τόσο δα να με περιμένει.
Μια ασαφής διεύθυνση, ένας σίγουρος προορισμός.

Πριν καν ξημερώσει η μακρύτερη νύχτα που έζησα ποτέ, μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για την πιο μυστήρια διαδρομή, ακολουθώντας τα ίχνη ενός χωριού που δε γνώριζα, αλλά γρήγορα έμαθα, ρίχνοντα
ς μια ματιά στα έντυπα του ξενοδοχείου, πως ήταν αρκετά κοντά σ' αυτό που βρισκόμουν για τις διακοπές μου.

Πάρκαρα στη μικρή πλατεία του, με τη μέρα να παίρνει μόλις να χαράζει και μελέτησα άλλη μια φορά το σκίτσο. 
Όσο κι αν κοίταζα γύρω μου, ποτάμι δεν έβλεπα, συνέχισα όμως προς την κατεύθυνση που πίστευα πως έδειχνε ο αλλόκοτος χάρτης του σκίτσου.
Ο δρόμος με έβγαζε από το χωριό, όταν μια σιγανή βροχή άρχισε να πέφτει και να παραμορφώνει τη θέα, τόσο που νόμιζα πως  με γελούν τα μάτια μου, όταν το σκίτσο ζωντάνεψε ξαφνικά μπροστά μου. 

Να τα δέντρα, αχ! να και το σπιτάκι, αλλά πού είναι το ποτάμι; Στη θέση που θα έπρεπε να κυλάει ήταν μόνο ο δρόμος που με είχε φέρει ως εδώ. Βγήκα από το αυτοκίνητο χωρίς καν να το καταλάβω και κατευθύνθηκα προς το τόσο γνώριμο, (από το σκίτσο, από αλλού; ποιος ξέρει;) σπίτι
Όταν κόντευα να φτάσω, ένα βουητό με έκανε να στρέψω το κεφάλι. Μόλις που πρόλαβα να δω το αυτοκίνητο να χάνεται καθώς το ποτάμι βούιζε και κυλούσε με ασυγκράτητη ορμή πίσω μου, εκεί που λίγο πριν ήταν μόνο άσφαλτος.

Μια σκέψη ανέτειλε στο μυαλό μου και την καλοδέχτηκα. Ναι, πάνω στα συντρίμμια της παλιάς μου ζωής θα χτίζονταν η νέα.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν θα συνέχιζα αυτό που είχα αρχίσει σε ένα άλλο, μακρινό, σχεδόν ξεχασμένου, όσο ξεχασμένο ήταν πια και το αυτοκίνητο που με είχε φέρει ως εδώ.
Όσο ξεχασμένη γίνονταν δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο η παλιά μου ζωή.
Σαν να ζούσα από πάντα εκεί, άνοιξα την αυλόπορτα. Η μάνα μου σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, έτρεχε να με προϋπαντήσει.
Επιτέλους γύριζα σπίτι.

Το αυτοκίνητο βρέθηκε σε έναν δρόμο ερημικό, όταν κάποιοι φίλοι ανησύχησαν από την απουσία μου, ενώ οι βαρύγδουποι τίτλοι των εφημερίδων πάλευαν καιρό να ρίξουν φως στην "πιο περίεργη εξαφάνιση" του κόσμου.



"Εσείς; θα μου πείτε μια ιστορία;" ρωτάει η Ελένη από το "Καρυδότσουφλο"  και μας δίνει τη μαγική φωτογραφία που τράβηξε, ως πηγή έμπνευσης.
Μια φωτογραφία που θα μπορούσε να διηγηθεί δεκάδες παραμύθια. 
Για το δρόμο των παραμυθιών ξεκίνησα κι εγώ, μα άφησα το περίεργο ποτάμι, που δεν είναι παρά ένας δρόμος, να με παρασύρει στο μυστήριο.
Με παφλασμούς που δεν υπάρχουν, έφτιαξα μια ιστορία που δεν υπάρχει.
Ελένη μου σε ευχαριστώ για την έμπνευση!

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου

Στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου
Μουσική: Διάφανα Κρίνα
Πρώτη εκτέλεση: Διάφανα Κρίνα
Τραγούδι: Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου


“Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου”, σου ψιθύρισα την τελευταία φορά που σε είδα.Δεν με άκουσες. Ήσουν απασχολημένος. Κλάδευες όνειρα εκείνη τη μέρα. Κρατούσες ένα μικρό, καλά ακονισμένο κλαδευτήρι και σακάτευες την ψυχή σου, πετώντας όσα νόμιζες πως περίσσευαν.
Πότε απέκτησες αυτή τη μανία με τη συμμετρία; Τα δέντρα στη σειρά, οι θάμνοι στρογγυλοί, τα λουλούδια άχρωμα, άοσμα.Τίποτα άναρχο που να τραβάει την προσοχή. Όλα αδιάφορα.Όλα τακτοποιημένα. Διπλωμένα, αποστειρωμένα τα αισθήματα, καλά κρυμμένα σε βαθιά, σκοτεινά σεντούκια, σφραγισμένα με φτηνά λουκέτα.
Όταν τελείωσες, τίναξες τη σκόνη που άφησαν τα τελευταία όνειρα στα χέρια σου κι έκανες να χαμογελάσεις.Τάχα με αθωότητα, τάχα έτσι έπρεπε να γίνει. Το χαμόγελο κατέληξε μορφασμός, η επιτηδευμένη αθωότητα χαράχτηκε άτεχνα στο πρόσωπό σου, σαν πλαστό χαρτονόμισμα. Δεν πείστηκα.Δεν σε πίστεψα!
Έμεινα να σε παρακολουθώ καθώς απομακρυνόσουν, πατώντας όσα είχες ονειρευτεί, σκοτώνοντας όσα ήσουν! Κάπως έτσι σταμάτησε να ζεις. Έχοντάς τα όλα νεκρά, μα τακτοποιημένα. Αυτό στο αναγνωρίζω. Τα τακτοποίησες όλα με μένος.
Και κάπως έτσι άρχισα να ζω εγώ.Γιατί η ζωή κρύβεται μέσα στην ακαταστασία πολύχρωμων κήπων. Τη σκορπάει στον αέρα το άρωμα των πιο ατίθασων ονείρων, αναδυόμενο από τις άναρχα ριζωμένες μαργαρίτες που κάποτε σου χαλούσαν τη συμμετρία.
Διάλεξα ένα αγαπημένο τραγούδι και το έβαλα στο γραμμόφωνο να παίξει....
Η μουσική εμπνέει τη λογοτεχνία!
Κλέψε άφοβα τίτλους από τραγούδια
και σύνθεσε με λέξεις το δικό σου κείμενο. 
Δώσε λοιπόν πλοκή, στην πλοκή των στίχων. 
Ντύσε με προτάσεις και σημεία στίξης τις παρτιτούρες. 
Πάτα πάνω στα μουσικά μέτρα..
...και γράψε τη δική σου ιστορία!

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Σου γράφω ένα γράμμα! (αλφάβητο Xmas Edition)


Άγιε μου Βασίλη, ήρθε ο καιρός να ανασκουμπωθείς σιγά σιγά, να βγεις από τη μαγική σου σφαίρα, τη χιονόμπαλα λέω, να ετοιμάσεις το σάκο σου και να πάρεις σβάρνα τον πλανήτη να μοιράσεις δώρα. Πάω στοίχημα πως πολλοί δε θα πάρουμε (πάλι) τίποτα, και θα μας φορτώσεις κι ενοχές από πάνω ότι τάχα δεν είμαστε καλά παιδιά!
Βαριέσαι είναι η αλήθεια να ετοιμάσεις τόσα δώρα και ξεχνάς συχνά τους φτωχότερους, γύρευε για ποιο λόγο!
Γιατί άραγε προτιμάς πάντα τα μεγάλα τζάκια; Μήπως επειδή μόνο αυτά μπορούν να σε χωρέσουν; Ή κρύβονται άλλα διαπλεκόμενα πίσω από αυτή την παραξενιά σου;
Δύσκολα βγάζει κανείς άκρη μαζί σου, αλλά κι εγώ στην Ελλάδα ζω κι οφείλω να είμαι καχύποπτη!
Εδώ ψηφίσαμε την ελπίδα και ήρθε ο Αρμαγεδδώνας. Κόψαμε το τιμόνι πρώτη φορά αριστερά και βρήκαμε στα δεξιά.


Ζήσαμε να δούμε τα ύστερα του κόσμου και δεν ξέρω μέχρι πότε θα ζούμε με τους ηλίθιους που ανεβάσαμε στην εξουσία!
Ήταν μια πράξη απελπισίας, ένα ύστατο χαίρε στη ζωή, μια πράξη αυτοκτονίας.
Θα μου πεις και με το δίκιο σου, τι σου τα λέω αυτά και σε μπερδεύω κι εσένα παραπάνω από όσο είναι αναγκαίο, αλλά να μην τα πω; Θα σκάσω πια με όσα βλέπω!
Ίσως βέβαια να σκάσω γρηγορότερα με όσα ακούω! Βγαίνουν βλέπεις οι χριστιανοταλιμπάν από τις τρύπες τους στην κόλαση που ζουν,όλο και συχνότερα και "μισούν αλλήλους" απροκάλυπτα. 
Αν νομίζουν κάποιοι πως με τόσο δηλητήριο θα κερδίσουν τον παράδεισο, ας δαγκώσουν τη γλώσσα τους, να μας αδειάσουν τη γωνιά, και να έρθουν να μας πουν μετά σε πιο καζάνι ακριβώς θα βράζουν στην αιωνιότητα!



Κόκκινος, δεν ήσουν κόκκινος, είχες το χρώμα του βουνού (καλά δεν ήσουν και τσάι, αλλά δεν είχα άλλη ομοιοκαταληξία πρόχειρη).
Πράσινος ήσουν πολύ παλιά και καμιά σχέση δεν έχεις φυσικά με τον Άγιο Βασίλη που έρχεται από την Καισαρεία (όπως λένε και τα κάλαντα)!
Κι αν δε με πιστεύεις, έχω και απόδειξη ένα παλιό στολίδι, καλά δεν είναι από το 1823 που ξεκίνησαν να σε βλέπουν έτσι, λόγω ενός ποιήματος, αλλά τους κουβαλάει κι αυτό αγόγγυστα τους αιώνες του!
Λένε πως η κόκα κόλα σε έβαψε κόκκινο και σε έκανε αφέντη του καταναλωτισμού, αλλά έχω και λύση για αντίποινα.
Κρατάμε το κόκκινο γιατί έτσι μας αρέσεις και δεν πίνουμε κόκα κόλα. Κι εννοείται πως δεν καταναλώνουμε σαν τρελοί, αν και στη σημερινή Ελλάδα αυτό δεν το κάνουμε από άποψη, αλλά από ανάγκη!


Μα νιώθω να κατρακυλώ πάλι στην γκρίνια, γι΄αυτό δε θα πω άλλα επί του θέματος.
Νομίζω όμως, πως ήρθε η ώρα να περάσω στο προκείμενο!
Θυμάσαι εκείνη τη φωτογραφική μηχανή που σου ζήτησα πέρυσι;
Ε, αυτή θα σου ζητήσω και φέτος.
Άναψα το τζάκι με ξύλα σε σχήματα καρδιάς και περιμένω να μου τη φέρεις!
Μην την πετάξεις μέσα, θα καεί!


Ξένος δεν είσαι, άνοιξε το ψυγείο και φάε ό, τι βρεις, αν βρεις και τίποτα δηλαδή! Αυτό στο λέω μην τυχόν θυμώσεις που δε θα βρεις κουλουράκια να σε περιμένουν έτοιμα δίπλα στο τζάκι!
Όλοι θέλουμε ειρήνη, υγεία και αγάπη.
Εννοείται πως αυτά θα μας τα φέρεις (;) χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Δεν τα διαπραγματευόμαστε καν εδώ που τα λέμε!
Πρέπει όμως να σου πω, πως πολλοί παρεξηγούν κάθε τι.
Ζητάς ας πούμε κάτι απλό, όπως το τζακ ποτ στο τζόκερ και σου λένε με ύφος χιλίων καρδιναλίων, υγεία πάνω από όλα! Μα εννοείται πως πρώτα είναι η υγεία! Τι να το κάνω το τζακ ποτ αν είναι να βλέπω τα ραδίκια ανάποδα; 
Ραδίκια ανάποδα θα βλέπω, επειδή η καύση νεκρών απαγορεύεται στην Ελλάδα. Τι στα λέω όμως τα ξέρεις!
Να χαλάσει η μπίζνα τόσων ετών στα καλά καθούμενα; Αδιανόητο!
Συνεχίζω το πρόγραμμά μου με τραγουδάκι, για να μπαίνουμε στο κλίμα σιγά σιγά!



Το λέει και ο Σινάτρα, έρχεσαι, γι' αυτό ας προσέξω.
Μην την πατήσω από την πολλή γκρίνια και βρεις δικαιολογία να με ξεχάσεις!
Υποθέτω πως ούτε φέτος θα μου φέρεις μηχανή, αλλά ας μην σου κάνω την απόφαση κι εύκολη!
Φυσικά σαν καλό παιδάκι θα περιμένω να δω τι θα γίνει! 
Χαίρομαι που διάβασες το γράμμα μου και γνωρίζω πως γράφω σε έναν τροφαντό Santa ντυμένο στα κόκκινα. Κάθε ομοιότης με άλλους Αγίους, είναι συμπτωματική!
Ψέματα δε θα πω. Η ιδέα να σου γράψουμε γράμμα είναι της Διπλανής μας blogger!
Ωραιότατη ιδέα αν θέλεις τη γνώμη μου. Αλλά κάπου εδώ ήρθε η ώρα να σε αφήσω να ετοιμαστείς.
Όχι τίποτα άλλο, αλλά ικανό σε έχω να μου πεις πως έπιασα την πολυλογία και σε έκανα να ξεχαστείς! 


Το "Παίζοντας με τις λέξεις" χαίρεται πολύ που έχει συμμετοχές από νέους φίλους και περιμένει να χαρεί ακόμα περισσότερο!

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Eat, pray, love and hate


Ανικανοποίητη από τη ζωή της είναι η ηρωίδα (Brooke Shields) του "Starting Over". Κάθε τρεις και λίγο ξεκινάει από την αρχή, ανίκανη να ολοκληρώσει το οτιδήποτε.

Βέβαια, το "Starting Over" δεν είναι τίποτα άλλο, από μια παρωδία. Ενώ η ταινία "Eat, Pray, Love" στην οποία πρωταγωνιστεί η Julia Roberts είναι μια μακριά πορεία αναζήτησης χωρίς νόημα. 

Γιατί πολύ βολικά η πρωταγωνίστρια δε βλέπει την αλήθεια που είναι μπροστά της και αρχίζει τα ταξίδια για να βρει τάχα τον εαυτό της.

Δύσκολο να συναντήσεις τον εαυτό σου όταν προσπαθείς συνεχώς να του ξεφύγεις. Και γίνεται δυσκολότερο όταν δεν τον βάζεις κάτω να λογαριαστείτε.

Έχασα κάποτε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή μου για μια ταινία που φλυαρεί, χωρίς να λέει τίποτα.

Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι μονολογούσα καθώς η ηρωίδα μετέφερε τα ανύπαρκτα προβλήματά της από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη.

Ήταν που νόμιζα πως υπάρχει κάποιο νόημα στις άσκοπες περιπλανήσεις της. Έπεσα έξω. 



Θάλασσα τα έκανε και στη συνέχεια, αφού, όπως διάβασα κάποτε, η συγγραφέας του βιβλίου που πάνω του βασίστηκε η ταινία, είναι η ηρωίδα και θα έγραφε, (έγραψε; θα σας γελάσω) κι άλλο βιβλίο, στο οποίο θα μας πληροφορούσε πως βαρέθηκε και τον "μεγάλο έρωτα" που βρήκε στο πρώτο.

Ίσως τελικά οι δημιουργοί του "Starting Over" απλά να προχώρησαν την ιστορία λίγο πιο γρήγορα για να ξεμπερδεύουμε με την περιφερόμενη εγωκεντρική ηρωίδα του "Eat, Pray, Love" μια και καλή!

Καταλάβατε φαντάζομαι πως την ταινία την είχα μισήσει!

Λέω να συνεχίσω με κάτι άλλο που μισώ.

Μίσησα τον Θηβαίο που το καλοκαίρι θεωρούσε ικανοποιητικό το μεροκάματο των 15 ευρώ, όταν ο ίδιος έχει εισιτήριο στη συναυλία του ένα ολόκληρο μεροκάματο (των 15 ευρώ).

Νευρικό γέλιο με έπιασε όταν τον άκουσα να δηλώνει με μεθυσμένο στόμφο πως ο ίδιος ζει πενταμελή οικογένεια με τόσα χρήματα.

Ξεχάστηκε και είπε πολλά! Μετά τον έβαλαν να ζητήσει συγνώμη, γιατί υπήρχε και μια περιοδεία σε εξέλιξη που της έκανε κακό με τις δηλώσεις του.

Όταν πέρασε λίγος καιρός, ξαναξεχάστηκε κι επανήλθε στις πρότερες δηλώσεις του. 

Προχώρησε δε, ακόμα παραπέρα συστήνοντάς μας και το ιδανικό μενού για πενταμελή οικογένεια που μπορεί άνετα να ζήσει με 5 παξιμάδια, 3 ελιές και μια ντομάτα.

Ρίχνει άνετα ιδέες βλέπετε ο κάθε βολεμένος. Κι αν δεν έχετε παξιμάδια μη σκάτε. Φάτε κρουτόν! Οι ελιές όμως πρέπει να παραμείνουν τρεις γιατί έχουν συμβολικό νόημα.
Τρία θα παίρνει ο εν λόγω από δω και πέρα!

Σταμάτησα από το καλοκαίρι να ακούω τραγούδια του, γιατί όσο κι αν μου αρέσουν, δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τον γραφικό δημιουργό τους και ξενερώνω απίστευτα!

Τα στοιχειώδη έλεγε κι ο Μποκόρος, αλλά δεν εννοούσε την εξαθλίωση που συστήνει (για τους άλλους πάντα κι όχι για τον ίδιο) ο αοιδός.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να έχεις όλα όσα χρειάζονται για να ζεις αξιοπρεπώς, από το να επιβιώνεις (και αν) απλά.

Φυσικά καταλαβαίνετε τι εννοώ! 
Στα περιττά που δυσκολεύουν πολλές φορές τη ζωή μας εστίαζε ο ζωγράφος, προβάλλοντας τα στοιχειώδη, στα στοιχειώδη εστιάζει ετούτος, προσπαθώντας να μας πείσει πως είναι κι αυτά περιττά!

Χάσμα μεγάλο και αγεφύρωτο ανάμεσά τους, που το κατανοούμε ευκολότερα στη σκέψη πως η ηρωίδα της ταινίας παραπάνω, τα είχε όλα και ικανοποιημένη δεν ήταν, γιατί νόμιζε πως αυτό που της λείπει ήταν σπουδαιότερο.
Βέβαια δεν ήξερε τι της λείπει κι ούτε το έμαθε ποτέ!

Ψευδαισθήσεις δεν έχω. Ξέρω καλά τι εννοεί ο ένας, δεν καταλαβαίνω όμως τι θέλει να πει ο άλλος με τις απίστευτες προσβολές του. Ούτε αυτός καταλαβαίνει θα μου πείτε και θα με αποστομώσετε!

Ωμά τα είπα, αλλά κάποια πράγματα δε λέγονται αλλιώς!

Κι αν σας έκανε εντύπωση που άρχισα από το Α και τέλειωσα στο Ω, δεν είναι γιατί μαθαίνω την αλφαβήτα.
Είναι γιατί η Blogger της διπλανής πόρτας μας ζήτησε να αποκαλύψουμε κάποιες σκέψεις της μέρας μέσα από τα γράμματα. 
Περισσότερες λεπτομέρειες εδώ: myverysecrethoughts
Δε σκεφτόμουν αυτά όλη μέρα φυσικά. 
Τα σκέφτηκα όταν παρακολούθησα το πρώτο βίντεο. 

Μην ξεχνάτε το παιχνίδι μας! 
Το"Παίζοντας με τις λέξεις" συλλέγει τις συμμετοχές σας μέχρι και τις 7 το απόγευμα  της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου.


Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Η ψωνάρα και η γκρινιάρα

"Άλλαξέ το" πρόσταξε η Αριστέα και με τάραξε.
"Τι να αλλάξω;" αναρωτήθηκα.
Το χρώμα των μαλλιών μου μήπως;
Μπα!
Απέρριψα την αλλαγή λάμπας, γιατί θα ήταν κλισέ.
Πολύ θα ήθελα να αλλάξω τα φώτα κάποιων, αλλά κρατήθηκα.
Κι ενώ το μυαλό μου έφερνε σβούρες αλλάζοντας κουρτίνες και εστιάζοντας στα πιο απίθανα, πήρε το μάτι μου ένα από τα θαλασσόξυλά μου και μου ήρθε η φαεινή.
Δεν ήξερα βέβαια αν θα πιάνεται για αλλαγή, αλλά μετά σκέφτηκα γιατί όχι;
Και ιδού.
Ένα θαλασσόξυλο, σπάγκος, κοχύλια και πηλός, άλλαξαν!


Στην αλλαγή είχα και κόσμο.
Η ψωνάρα μέσα μου αναδεύτηκε χαρούμενη και η γκρινιάρα (πού στην ευχή κρύβονταν;) ακόνισε τη γλώσσα της.
Τις αφήνω να σας παρουσιάσουν τα έργα μου (τους)!


Η...ψωνάρα

Τα υλικά μου τα γεννά η φύση. Παίρνω τους θησαυρούς της με σεβασμό και με μεράκι δημιουργώ, γεννώ θα τολμούσα να πω, έργα γήινα.
Ξύλο, πηλός, κοχύλια, σπάγκος με καθοδηγούν το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί τα ενώνω για να δηλώσω τη σπουδαιότητα του απλού, μα και την απλότητα του σπουδαίου.
Δουλεύω με τα χέρια, χωρίς εργαλεία, για να μπορώ να νιώθω τον ανασασμό των υλικών.
Ο πηλός πλάθεται βάφοντας τα χέρια μου στο χρώμα της γης και με φέρνει κοντά στη θέωση, αφού δημιουργώ από το τίποτα. Δίνω πνοή στα έργα και τα καράβια ανοίγουν πανιά.
Οι χοντροκομμμένες φόρμες, υποδηλώνουν ότι όλα είναι πολυεπίπεδα στη ζωή, τίποτα δεν έχει μόνο μία όψη και το τέλειο είναι ανέφικτο.
Αφήνω τις λεπτομέρειες να ξεφεύγουν από τα στενά πρότυπα που είναι καταδικασμένες να ζουν στην πραγματικότητα, για να δημιουργήσουν μια άλλη,  σουρεαλιστική...να ζήσουν σε έναν δικό τους ατίθασο κόσμο.
Οι δημιουργίες μου πάλλονται από ελευθερία και τονίζουν μέσα από την απέριττη και λιτή τους οντότητα πως η ζωή θέλει τόλμη και η τόλμη ελευθερία!


 Η...γκρινιάρα

Και δε μου έφταναν όλα τα άλλα, είχα κι αυτό το θαλασσόξυλο (που μαύρη η ώρα και η στιγμή που το μάζευα και του έδινα αξία) να με κοιτάει κοντά δυο χρόνια τώρα και να με ρωτάει τι θα απογίνει.
Τι να σε κάνω μάνα μου, που δεν έχω ούτε μαντήλι να κλάψω, η καψερή;
Για έξοδα είμαστε τέτοιες εποχές;  
Δούλεψα με ό, τι είχα, που πολλά δεν τα λες.
Τέλειο δεν είναι, ούτε καν συμπαθητικό δεν το λες, μα δεν είχα και τα σχετικά (να μην τα ξαναλέω).
"Πού πας ρε Καραμήτρο" μου ψιθύριζαν όλα και λίγο έλειψε να τα μαζέψω να τα πετάξω στο δρόμο, αλλά δεν περνούσε και κανένας αντιπαθητικός να τα φάει στο κεφάλι να αξίζει και τον κόπο.
Ο πηλός τζαναμπέτης και ξεροκέφαλος, έκανε τα δικά του και με παίδεψε πολύ.
Μόνο στο μυαλό μου πλάθονταν εύκολα. Στην πραγματικότητα δε μοιάζει καθόλου με πλαστελίνη όπως μου είχαν πει.
Καλά να πάθω η ευκολόπιστη. Μόλις μου τάξουν λαγούς με πετραχήλια, τσουπ πέφτω στην παγίδα σαν τυφλωμένος ασβός.
Εμ τα καραβάκια;
Τέτοια καραβάκια ονειρευόμουν εγώ;
Εκείνα αρμένιζαν σε θάλασσες δεν άραζαν σε ουρανούς.


Κάπως έτσι πραγματοποιήθηκε η αλλαγή που πήρε μέρος στο "Άλλαξέ το".
Από τότε σκέφτομαι να το βελτιώσω, αλλά οι τελευταίες εβδομάδες ήταν πολύ απαιτητικές και μου άλλαξαν εκείνες τα φώτα..
Προς το παρόν η "δημιουργία" αρμενίζει στο μπαλκόνι και ονειρεύεται θάλασσες, όπως κι εγώ!!


Μην ξεχάσετε να περάσετε από το "Παίζοντας με τις λέξεις" και να βαθμολογήσετε.
Πατώντας εδώ, θα μεταφερθείτε μαγικά εκεί!