Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Ένας άλυτος γρίφος (Φωτο-συγγραφική σκυτάλη)


Είχα τη φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου και την κοίταζα όποτε ήθελα να ξεφύγω για λίγο, να ταξιδέψω έστω με το νου.
Πιο πολύ σαν παρηγοριά, μια ένεση ονείρου μέσα στην πραγματικότητα, παρά σαν ένα ταξίδι που επιθυμούσα στα αλήθεια να πραγματοποιηθεί.
Σαν έναν γρίφο που δεν ήθελα να διαλευκανθεί, αφού δεν μπορούσα καν να καταλάβω γιατί είχα διαλέξει τη συγκεκριμένη εικόνα εξαρχής.
Τι ήταν αυτό που με είχε γοητεύσει τόσο πολύ σε εκείνη; 
Πού ακριβώς με ταξίδευε; 
Μέσα μου ή κάπου εκεί έξω;

Τα χρόνια περνούσαν και η μικρή γέφυρα έστεκε εκεί, πάνω στο φωτογραφικό χαρτί που είχε πια τσακίσει στις άκρες, στο ίδιο σημείο που ήταν πάντα, μόνο, που με το καιρό άρχισε να αλλάζει μορφή. 
Μια γέφυρα ενώνει, σκεφτόμουν, αυτή γιατί μοιάζει να με χωρίζει από κάτι; 
Και τι είναι αυτό το κάτι; Aναρωτιόμουν...

"Σαν το γεφυράκι σου" έφτασαν να μου λένε ειρωνικά οι συνάδελφοι τον τελευταίο καιρό, όταν ήθελαν να περιγράψουν το άπιαστο, το ανέφικτο.
Κι έτσι αποφάσισα να λύσω τον γρίφο. 
Να γκρεμίσω τον μύθο  που χρόνο με το χρόνο χτίζονταν προσεκτικά γύρω του κι έμοιαζε να το βαραίνει όλο και περισσότερο.

Την άλλη μέρα έφυγα. Δεν ξαναγύρισα ποτέ. 
Δεν έλυσα κανέναν γρίφο, μα έσπασα πολλά δεσμά!


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στη "Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη" που διοργανώνει η Mary Pertax από το blog "Γήινη Ματιά"
Τη σκυτάλη παρέλαβα από την Ανέσπερη και την παραδίδω  στην Christina Andromeda από το blog "ANDROMEDA-MY GALAXY" με την παρακάτω φωτογραφία και την ευχή να της δώσει έμπνευση


Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Μαίρη για τη διοργάνωση της  "Φωτο-συγγραφικής σκυτάλης" κι άλλο ένα στην Ανέσπερη για την υπέροχη εικόνα της!

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

«αννα» του Τάσου Γ. Κάβουρα

Σήμερα έχω τη χαρά και την τιμή να φιλοξενώ την «αννα» του φίλου μας Τάσου Κάβουρα και θέλω να τον ευχαριστήσω θερμά που πλουτίζει με εξαιρετικά κείμενα το παιχνίδι μας.
Η "αννα" έλαβε μέρος στο 14ο "Παίζοντας με τις λέξεις" και διαβάζοντας το μας άφησε μια ξεχωριστή γεύση συγκίνησης. Πρέπει να ομολογήσω ότι η σημερινή μου φιλοξενία έρχεται να διορθώσει και μια παράλειψη που έγινε στο προηγούμενο αίζοντας με τις λέξεις" καθώς ουδέποτε έγινε η παρουσίαση του υπέροχου «αγαπητή Μαρία..» που προσωπικά με είχε ενθουσιάσει! ν θέλετε να το θυμηθείτε, ή να το απολαύσετε για πρώτη φορά, είναι η συμμετοχή με το νούμερο 7 στον παραπάνω σύνδεσμο).

Και επειδή ο Τάσος προχθές γιόρταζε του εύχομαι ολόψυχα χρόνια πολλά και να χαίρεται την υπέροχη οικογένειά του!
Τάσο θα σου στείλω και ένα δώρο. Φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο, εκτός από ζουμπούλια! 

Από δω και κάτω το λόγο έχει ο Τάσος και φυσικά ακολουθεί η τόσο συγκινητική ιστορία του!



«Αγαπητή Μαρία..» θέλω να σε ευχαριστήσω για την φιλοξενία. Επίσης για τις ευχές σου. Κυρίως για τα ζουμπούλια, υπέροχη η χειρονομία σου..! Θα τα βάλω στο γραφείο μου σε εμφανή θέση και θα τα φροντίζω σύμφωνα με τις οδηγίες σου..
Τελικά Μαρία δεν υπάρχει κάτι καλύτερο από το να περνάς υπέροχα κοντά σε δικούς σου ανθρώπους και κοντά σε φίλους.., και διαδικτυακούς φίλους..!. Ας το κρατήσουμε αυτό..!

Η «αννα».. Είναι μια πραγματική ιστορία προκατοχική βέβαια. Γράμματα δεν ήξερε, έχασε τον άντρα της και έμεινε με 5 μικρά παιδιά... Δεν την έλεγαν Άννα... Υπέγραφε με το Α αρχικό του ονόματός της. Τρομερή γυναίκα, είχαν εντυπωσιαστεί ακόμα και οι Γερμανοί με το θάρρος της να μην υποχωρεί και να διεκδικεί τα δίκια της... Τα δισέγγονα της σήμερα (πάνω από 25 ετών..) έχουν ακούσει ιστορίες της και τις κουβεντιάζουν με εύθυμο τρόπο σε συζητήσεις... Το περιστατικό με τη πλάκα και τις γραμμούλες το είχε κάνει με μία κόρη της.. Η απορία της «..μα δεν γράφει τίποτα.., τόσα που έγραψα..», έχει μείνει σαν ατάκα...
Ήθελα να καταγραφεί, για να υπάρχει...!


αννα


Το αλφαβητάρι, η πλάκα, το κοντύλι, το μικρό σφουγγαράκι, ο χάρακας, το αριθμητήριο όλα ήταν καλά τακτοποιημένα κάθε μέρα μέσα στη σχολική τσάντα με την φροντίδα της γιαγιάς.
Η μικρή μαθητριούλα, που φέτος πήγαινε στην πρώτη μεγάλη του δημοτικού όταν γυρνούσε από το σχολείο έδειχνε στη γιαγιά της το βαθμό που είχε πάρει από τη δασκάλα και αυτή καμάρωνε για την πρόοδό της. Για να την επιβραβεύσει τις έφτιαχνε ένα αυγό. Μέχρι που τα είχε βαρεθεί η μικρή τόσα αυγά.
Όμως η πλάκα της μικρής ήταν σκέτος πειρασμός για την γιαγιά. Βλέπεις σχολείο δεν πήγε γιατί είχε γεννηθεί λίγο πριν τον πόλεμο και ήταν παιδί της Κατοχής. Μεγάλη ιστορία... Το όνομά της και την υπογραφή της την έβαζε γιατί τα γράμματα ήταν μόνο δύο και τα είχε αποστηθίσει. α, νι, νι, α. 
Πήρε την πλάκα η γιαγιά-Άννα και άρχισε να γράφει. Έγραφε, έγραφε, γέμισε από τη μια πλευρά και την γύρισε και από την άλλη πλευρά. Όλο γραμμούλες, άλλες ίσιες άλλες κυρτές... Όσο έγραφε σκεφτόταν χίλια δύο πράγματα. Μέσα από τη ζωή της. Και τα έγραφε. Τη γιόμισε με τη ζωή της, με αυτά που είχε ζήσει. Τα έγραψε όλα. Το μόνο που ήθελε να μάθει ήταν τι από όλα αυτά είχαν μείνει πάνω στη πλάκα. Στο τέλος έγραψε αννα.
Φώναξε την εγγονή της.
«...διάβασέ μου τι γράφει...» της λέει.
«...γιαγιά δεν λέει τίποτα....».
Άλλαξε χρώμα το πρόσωπο της γιαγιάς.
«...τόσα πολλά είναι γραμμένα και δεν λένε τίποτα..» και γύρισε την πλάκα από την πίσω πλευρά.
Πάλι όμως η εγγονή δεν μπόρεσε κάτι να διαβάσει.
«...από τόσα πράγματα και δεν μπορείς να διαβάσεις τίποτα...»
«λέει, Άννα...»
Και τα υπόλοιπα , αναρωτιόταν!!! Τόσες γραμμούλες. Τόσα πράγματα ....
Το ξανασκέφτηκε. Μάλλον κάτι δεν έκανε σωστά.
Τα έσβησε όλα και άρχισε πάλι να ξαναγράφει. Μόνο που αυτή τη φορά αυτά που έγραφε τα έλεγε και φωναχτά...
«... ήμασταν 7 παιδιά....ο πατέρας μου δεν είχε χρήματα, ήμασταν φτωχοί... Το σχολείο ήταν στο διπλανό χωριό. Τα κορίτσια δεν πήγαμε σχολείο. Μου έμαθε να γράφω λίγες λέξεις ο αδερφός μου αλλά με τα χρόνια τα ξέχασα....τον άντρα μου τον παντρεύτηκα με προξενιό...πέθανε ξαφνικά, μέσα στα βάσανα και τις κακουχίες μεγάλωσα τα παιδιά μου... τα εγγόνια μου....». Στο τέλος πριν βάλει την υπογραφή, αννα, της ξέφυγε και κάτι άσχημο για την γειτόνισσα τη Θοδώρα αλλά για να μην γραφτεί στη πλάκα σταμάτησε, πήγε έκανε μια δύο δουλειές και γύρισε να συνεχίσει σίγουρη ότι δεν το είχε γράψει.
Ξαναφώναξε την εγγονή για να της διαβάσει αυτά που έγραψε.
«...γιαγιά δεν λέει τίποτα....» της είπε πάλι η εγγονή.
Σχεδόν απογοητεύτηκε.
«...Θοδώρα, λέει....», ρώτησε.
«...όχι γιαγιά δεν λέει, δεν γράφει τίποτα, μόνο γραμμούλες...» και κράτησε το βλέμμα της για πολλή ώρα να κοιτάζει με περιέργεια τη γιαγιά της.

Η απορία της παρέμενε γι αυτό και αποφάσισε να το ξεδιαλύνει. Πήρε την πλάκα όπως ήταν γραμμένη και πήγε στη γειτόνισσα.
«... Θοδώρα, κοίτα τι σου έχω...» της μίλησε θαρρετά.
Πήρε η Θοδώρα τη πλάκα την γύρισε και από τις δύο πλευρές δεν είδε τίποτα εκτός από το αννα και της το έδωσε πίσω...
 «...μουτζούρες είναι....» !!!
«...που λέει Θοδώρα...», τη ρώτησε.
«πουθενά» !!!
Σιγουρεύτηκε ότι δεν ήταν γραμμένο αυτό που είπε για την γειτόνισσα.
«... τα 7 αδέρφια...» ;
«... η μικρή σε κοροϊδεύει. Αντί να γράψει το μάθημά της , έγραψε μουτζούρες...» , την αποπήρε η γειτόνισσα.
Αυτό την φούντωσε, και αυθόρμητα την πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. Άκου την κοροϊδεύει το παιδί! Και τι δεν τις έσουρε. Αργότερα το αντιλήφθηκε ότι έβγαλε το άχτι της και για άλλα που της είχε μαζεμένα , πράγματα μικρά και άσχετα.. Και το έκανε πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που είχαν φιλία..
Στο τέλος υπερασπίστηκε και την εγγονή της.
«.. άκου, είναι η καλύτερη μαθήτρια... παραστάτης στη σημαία θα είναι στην εθνική γιορτή.. θα γίνει σπουδαία... θα γίνει δασκάλα...». Τα τελευταία τα φώναξε δυνατά να ακουστούν στη γειτονιά...

Γύρισε στο σπίτι λυπημένη και απογοητευμένη. Βρήκε την μικρή να την περιμένει μπροστά στη πόρτα. Μπορεί και να είχε ακούσει αυτά που είπε στη Θοδώρα..
«..γιαγιά μου , θα μου φτιάξεις ένα αυγό..» την παρακάλεσε η μικρή.
Ίσως , και να είχε καταλάβει και κάτι παραπάνω και να ήθελε να στηρίξει τη γιαγιά της...
Ένας βαθύς στεναγμός και δύο δάκρυα που κύλησαν.. Δάκρυα αναμνήσεων που είναι οδυνηρές.. , και πώς να τα συγκρατήσεις...

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Τα δελφίνια


Είχε ακούσει κάποτε ότι και τα δελφίνια αυτοκτονούν. Αυτό την είχε λυπήσει πολύ. Καθόλου δεν ταίριαζε με την εικόνα που είχε στο μυαλό της, και που είχε προσπαθήσει να αποτυπώσει στον τοίχο του παιδικού δωματίου. Εκεί τα δελφίνια έμοιαζαν χαρούμενα, παιχνιδιάρικα και καθόλου μα καθόλου δυστυχισμένα.
Προσπάθησε να ανασύρει από τη μνήμη της όλες εκείνες τις φορές που είχε συναντήσει αληθινά δελφίνια στη ζωή της. Όλες έρχονταν από το μακρινό παρελθόν κι αυτό της φάνηκε παράξενο, αλλά συνειδητοποίησε ότι είχε χρόνια που δεν έβλεπε πια δελφίνια στα ταξίδια της. Άραγε έπαψαν τα δελφίνια να ακολουθούν τους ανθρώπους, ή οι άνθρωποι σταμάτησαν να τα προσέχουν; Παλιότερα σχεδόν κάθε ταξίδι στη θάλασσα γέμιζε από άλματα που σκόρπιζαν στους επιβάτες των πλοίων άπειρη χαρά. Θυμάται τις όλο έξαψη φωνές και τα απίστευτα πλάσματα που έμοιαζαν να ανταποκρίνονται στη χαρά που σκόρπιζαν με ακόμα μεγαλύτερη χαρά.
Το πως αυτή η χαρά μπορεί να σβήσει από τη μια στιγμή στην άλλη δεν το χωρά ο νους της. Κι όμως. Τις προάλλες είδε στις ειδήσεις ένα δελφίνι να προσπαθεί να ζωντανέψει το νεκρό μωρό του. Δεν έφευγε στιγμή από δίπλα του. Βουτούσε στο νερό και αναδύονταν συνεχώς σπρώχνοντας το άψυχο κορμί. "Τι κρίμα να μην έχουν χέρια", σκέφτηκε τότε. Να μην μπορεί αυτή η μάνα να πάρει το μωρό της στην αγκαλιά της και να το θρηνήσει. Ούτε ήθελε να σκέφτεται πόσο έμεινε εκεί το δυστυχισμένο πλάσμα να προσπαθεί να αποτρέψει το τετελεσμένο. Άραγε πότε το πήρε απόφαση; Έφυγε από πλάι του ποτέ, ή απλά καταδύθηκε κι αφέθηκε να σβήσει;
Κι αν ο πόνος ενός δελφινιού κάνει την καρδιά να σπαράζει με τόση ένταση, ο πόνος του ανθρώπου τη διαλύει εντελώς. Οι εικόνες που είχαν προηγηθεί στο δελτίο ήταν ακόμα πιο σπαρακτικές. Παιδιά νεκρά, γονείς συντετριμμένοι κι ένας πόλεμος πέρα από κάθε λογική, πέρα από κάθε Θεό…
Πρέπει όμως να έρθει στα συγκαλά της. Να βάλει ένα διαχωριστικό ανάμεσα σε εκείνη και στις αποτρόπαιες εικόνες που προβάλλονται διαρκώς στην τηλεόραση, στο ίντερνετ, στο μυαλό της. Να ξεχάσει πως ακόμα και τα δελφίνια αυτοκτονούν και να διαλέξει ένα παραμύθι να διαβάσει στα παιδιά της. Ίσως ένα με δελφίνια. Και να αφήσει να σβήσει στα βάθη του νου εκείνο που παλεύει να αναδυθεί, αφού ακόμα και η αρχή του περισσότερο τρομακτική, παρά καθησυχαστική είναι. Αλλά ακόμα και τα παραμύθια όσο κι αν παλέψουν να κρύψουν την αλήθεια δεν το καταφέρνουν. Ξετρυπώνει η αφεντιά της σα φίδι που καλωσορίζει την άνοιξη και στριφογυρίζει ανάμεσα σε όσα με πάθος αρνούμαστε. Τα τινάζει όλα στον αέρα και όπου άρνηση, κατάφαση γίνεται…
Όχι σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε να πει: “Μια φορά κι έναν καιρό σε έναν όμορφο πλανήτη που τον έλεγαν γη, όλα ήταν καλώς καμωμένα. Τα παιδιά δεν σκοτώνονταν και τα δελφίνια δεν αυτοκτονούσαν….”.


Αυτή ήταν η ιστορία που έγραψα για τη "Φωτο-συγγραφική σκυτάλη" που διοργανώνει η Μαίρη στο blog "Γήινη ματιά".
Τη φωτογραφία τη διάλεξε το Δελφινάκι και προέρχεται από εδώ
Πήρα τη σκυτάλη, την κράτησα λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε, αλλά ήρθε η ώρα να την παραδώσω στην Ελένη και να αφήσω "τα μονοπάτια της φαντασίας της" να μας βγάλουν κάπου όμορφα.
Η φωτογραφία που διάλεξα για την Ελένη είναι μια από τις αγαπημένες μου κι ελπίζω να της αρέσει και να της φέρει έμπνευση!


Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Ο αετός


Ήταν ένας πραματευτής μικρών θαυμάτων.
Καλλιτέχνης του ξύλου και γυρολόγος αντάμα.
Γυρνούσε στην επαρχία τα καλοκαίρια που άνοιγε ο καιρός κι έπαιρνε με τη σειρά όλα τα πανηγύρια.
Έστηνε τον πάγκο του, τον στόλιζε με όλα εκείνα τα μικρά ξύλινα κομψοτεχνήματα που σκάλιζε διαρκώς και άφηνε τον μικρόκοσμο που με πάθος δημιουργούσε να διηγηθεί στους περαστικούς την ιστορία που ήθελε ο καθένας να ακούσει.
Δεν ήταν όλοι έτοιμοι να δεχτούν αυτό που το ξύλο τους ψιθύριζε. Κάποιοι μάλιστα έβρισκαν μάλλον τρομακτική την τόση ομοιότητα με τα αληθινά πλάσματα και απομακρύνονταν από τον πάγκο ανατριχιάζοντας.
Αυτός δεν έδινε σημασία. Συνεχώς κάτι σκάλιζε και σήκωνε το κεφάλι του μόνο όταν ένιωθε πως κάποιος ήταν έτοιμος να αποκτήσει ένα κομμάτι του κόσμου του.
Όταν ήταν νεότερος πάσχιζε να πιάσει κουβέντα με τους πελάτες του και μέσα από τις κουβέντες τους να καταλάβει τι ταιριάζει στον καθένα.
Χωρίς ιδιαίτερη φαντασία, προσπαθούσε να πουλήσει στη δασκάλα μια κουκουβάγια, λες και όλες οι δασκάλες είναι σοφές, ή στον κηπουρό μια γλάστρα με ζουμπούλια, λες και κοτζάμ κηπουρός είχε έλλειψη από λουλούδια.
Δεν του περνούσε καν από το μυαλό ότι αυτό που κάνει κάποιος σαν επάγγελμα δεν τον χαρακτηρίζει πάντα και σαν άτομο. 

Μια επιστολή που έλαβε κάποτε τον έκανε να καταλάβει το λάθος του και να αλλάξει τακτική.  Ποτέ δεν έμαθε ποιος την είχε γράψει και πως στην ευχή είχε βρει τη διεύθυνσή του, αλλά θυμάται πως σκάλιζε έναν αετό στο μπαλκόνι του όταν του φώναξε ο ταχυδρόμος από το δρόμο πως έχει γράμμα.
“Ήθελα να ανοίξω τα φτερά μου” έγραφε μεταξύ άλλων ο άγνωστος “αλλά μου τα έκοψες. Μ' έκανες να καταλάβω πως δε θα γίνω ποτέ αετός”. 
Από τότε δε λέει πολλά. Σηκώνει μόνο το κεφάλι πότε πότε περιμένοντας να πάρει κάποιος τον αετό που σκάλιζε εκείνη τη μέρα.
Ίσως έτσι γνωρίσει και τον μυστικό αποστολέα που ήθελε μια φορά κι έναν καιρό να ανοίξει τα φτερά του. Όπως όλα έδειχναν του χρωστούσε ένα πέταγμα.


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 13ο Παίζοντας με τις λέξεις!
Η φωτογραφία που τη συνόδευε δεν ήταν δική μου, μα αυτή που της ανοίγει σήμερα την αυλαία είναι!
Δεν απεικονίζει αετό, αλλά την πρώτη ύλη για να γίνει ένας αετός!
Ευχαριστώ πολύ όσους τη διάβασαν κι εκείνους που την ξεχώρισαν!

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Ένας άλλος κόσμος



Το ποτάμι ξεκινούσε το μακρύ του ταξίδι από τις απάτητες κορυφές των βουνών. Οι βροχές και τα χιόνια τροφοδοτούσαν με συνέπεια τις πηγές του και το νερό έτρεχε σε χαρούμενα ρυάκια που χύνονταν ακράτητα μέσα σε ρεματιές, ενώ άλλα, πιο θλιμμένα, ξεστράτιζαν και χάνονταν για πάντα, έτσι όπως τα ρουφούσε αχόρταγα μέσα της η διψασμένη γη. 
Όσα κατάφερναν να ενωθούν, γιόρταζαν την ένωση με ορμή. Αφροί τινάζονταν ψηλά καθώς οι χορευτικοί στροβιλισμοί με τους δυνατούς παφλασμούς, άνοιγαν το δικό τους μονοπάτι στο χώρο και στο χρόνο κι αχώριστα κυλούσαν ως τη θάλασσα. 
Το ποτάμι με το δικό του ποταμίσιο τρόπο διαλαλούσε την ιστορία του στα δάση και στις πλαγιές, με το κελάρυσμά του εξυμνούσε την πορεία του και ξαναζούσε απ' την αρχή τη γέννησή του.

Όταν έφτανε στην κοιλάδα που ήταν το χωριό, ήταν ήδη ένας ασημένιος γίγαντας, που κυλούσε εξημερωμένος τον περισσότερο καιρό, αν και συχνά και χωρίς ιδιαίτερο λόγο θύμωνε και τότε μούγκριζε αγριεμένος.
Παράξενο που ήταν ετούτο το ποτάμι! 
Και πόσοι μύθοι και ιστορίες υπήρχαν για χάρη του.
Πράγμα παράδοξο βέβαια, αν λάβει κανείς υπόψιν του πως ποτάμι δεν υπήρχε.
Οι κάτοικοι του μικρού χωριού δεν το είχαν δει ποτέ, αν και τις κρύες νύχτες του χειμώνα που η φαντασία οργίαζε γύρω από τα αναμμένα τζάκια και τις πυρωμένες σόμπες, θα έπαιρναν όρκο πως άκουγαν το κελάρυσμά του.

Λίγο έξω από το χωριό, χτισμένο μέσα στα δέντρα, δίπλα στις όχθες του ανύπαρκτου ποταμιού, ένα μικρό, μοναχικό σπιτάκι φιλοξενούσε την μοναδική κάτοικο του χωριού που μπορούσε, όχι μόνο να το βλέπει και να το ακούει, αλλά και να του μιλάει.
Φόρτωνε εκείνη με τους καημούς της τα νερά, κι άφηνε τα λόγια της να ακουμπήσουν πάνω τους, χάρτινες βαρκούλες, να αρμενίσουν ως τη θάλασσα.
Κάποιες φορές όμως, εκτός απ' τα λόγια-βαρκούλες που ήταν αμφίβολο αν θα έφταναν ποτέ στον προορισμό τους, έτσι ελαφριά σαν αερικά που ήταν, έπαιρνε ένα μπουκάλι, έκρυβε μέσα του ένα γράμμα, τα ίδια λόγια κάθε φορά, οι ίδιες πονεμένες αράδες χαραγμένες άτσαλα πάνω στο χαρτί, έβαζε συντροφιά του ένα αγριολούλουδο, το σφράγιζε καλά με κερί, κι αφού το φιλούσε τρυφερά, το άφηνε απαλά στα νερά του ποταμού.
Στέκονταν και το παρακολουθούσε, ώσπου χάνονταν από τα μάτια της και μόνο τότε αναστέναζε κι άφηνε να της ξεφύγει ένα δάκρυ.
Ένα μόνο, που το έσβηνε γρήγορα από πάνω της τρίβοντας το μάγουλο με μια ανυπόμονη κίνηση. 
Ύστερα γυρνούσε στο σπίτι να καταπιαστεί με οτιδήποτε θα την έκανε να ξεχαστεί έστω για λίγο.

Τώρα πως έγινε κι ένα μπουκάλι μυστικά που έπεσε κάποτε σε ένα ποτάμι που δεν υπήρχε, έφτασε στα χέρια μου, ή για να ακριβολογήσω στα πόδια μου, εκεί δηλαδή που το άφησε το κύμα καθώς έμπαινα στη θάλασσα του τόπου που ήθελα πάντα να επισκεφτώ, έτσι, μόνο και μόνο γιατί έμπαινε συχνά στα όνειρά μου και με ξεσήκωνε, είναι μέγα μυστήριο.
Μην πιστεύοντας στα μάτια μου, επιχείρησα να το ανοίξω, αλλά καθώς δεν είχα τίποτα πιο αιχμηρό πρόχειρο εκτός από τα νύχια μου, στάθηκε αδύνατον. Το έριξα στην τσάντα μου και το ξέχασα ως το βράδυ που γύρισα στο ξενοδοχείο και την άδειασα. Μ' ένα ψαλιδάκι σκάλισα με προσοχή το κερί ώσπου κατόρθωσα να το βγάλω.
Το μπουκάλι άνοιξε.

Μέσα του ένα γράμμα κι ένα χμμμ...σκουπιδάκι; 
Όχι, δεν ήταν σκουπιδάκι, ήταν λουλούδι. Ένα μικρό ανθάκι. "Μη με λησμόνει", σκέφτηκα, όχι γιατί το αναγνώρισα, αλλά γιατί έμοιαζε τόσο ταιριαστό με την περίσταση. Λαχταρούσα να είναι αυτό το "σκουπιδάκι" ένα ανθάκι από το φυτό που δε θέλει με τίποτα και ποτέ να ξεχαστεί.
Άνοιξα το γράμμα κι ο κόσμος άλλαξε.

Το γράμμα προορίζονταν για μένα και ήταν από τη μητέρα μου, καθώς έλεγε. Το όνομά μου γραμμένο καθαρά και όλη μου η ζωή να γκρεμίζεται μεμιάς, ενώ μια άλλη πάσχιζε να δημιουργηθεί πάνω στα συντρίμμια της παλιάς.
Η οικογένεια που δεν είχα, η μάνα που δε γνώρισα, όλα κλεισμένα σε ένα μπουκάλι. 
Και στο πίσω μέρος του χαρτιού ένα σχεδιάγραμμα με το όνομα ενός χωριού. Μολυβιές έδειχναν το ποτάμι να κυλάει κοντά στο χωριό και λίγο πιο πάνω, στην άκρη του, δέντρα κι ένα σπιτάκι τόσο δα να με περιμένει.
Μια ασαφής διεύθυνση, ένας σίγουρος προορισμός.

Πριν καν ξημερώσει η μακρύτερη νύχτα που έζησα ποτέ, μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για την πιο μυστήρια διαδρομή, ακολουθώντας τα ίχνη ενός χωριού που δε γνώριζα, αλλά γρήγορα έμαθα, ρίχνοντα
ς μια ματιά στα έντυπα του ξενοδοχείου, πως ήταν αρκετά κοντά σ' αυτό που βρισκόμουν για τις διακοπές μου.

Πάρκαρα στη μικρή πλατεία του, με τη μέρα να παίρνει μόλις να χαράζει και μελέτησα άλλη μια φορά το σκίτσο. 
Όσο κι αν κοίταζα γύρω μου, ποτάμι δεν έβλεπα, συνέχισα όμως προς την κατεύθυνση που πίστευα πως έδειχνε ο αλλόκοτος χάρτης του σκίτσου.
Ο δρόμος με έβγαζε από το χωριό, όταν μια σιγανή βροχή άρχισε να πέφτει και να παραμορφώνει τη θέα, τόσο που νόμιζα πως  με γελούν τα μάτια μου, όταν το σκίτσο ζωντάνεψε ξαφνικά μπροστά μου. 

Να τα δέντρα, αχ! να και το σπιτάκι, αλλά πού είναι το ποτάμι; Στη θέση που θα έπρεπε να κυλάει ήταν μόνο ο δρόμος που με είχε φέρει ως εδώ. Βγήκα από το αυτοκίνητο χωρίς καν να το καταλάβω και κατευθύνθηκα προς το τόσο γνώριμο, (από το σκίτσο, από αλλού; ποιος ξέρει;) σπίτι
Όταν κόντευα να φτάσω, ένα βουητό με έκανε να στρέψω το κεφάλι. Μόλις που πρόλαβα να δω το αυτοκίνητο να χάνεται καθώς το ποτάμι βούιζε και κυλούσε με ασυγκράτητη ορμή πίσω μου, εκεί που λίγο πριν ήταν μόνο άσφαλτος.

Μια σκέψη ανέτειλε στο μυαλό μου και την καλοδέχτηκα. Ναι, πάνω στα συντρίμμια της παλιάς μου ζωής θα χτίζονταν η νέα.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν θα συνέχιζα αυτό που είχα αρχίσει σε ένα άλλο, μακρινό, σχεδόν ξεχασμένου, όσο ξεχασμένο ήταν πια και το αυτοκίνητο που με είχε φέρει ως εδώ.
Όσο ξεχασμένη γίνονταν δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο η παλιά μου ζωή.
Σαν να ζούσα από πάντα εκεί, άνοιξα την αυλόπορτα. Η μάνα μου σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, έτρεχε να με προϋπαντήσει.
Επιτέλους γύριζα σπίτι.

Το αυτοκίνητο βρέθηκε σε έναν δρόμο ερημικό, όταν κάποιοι φίλοι ανησύχησαν από την απουσία μου, ενώ οι βαρύγδουποι τίτλοι των εφημερίδων πάλευαν καιρό να ρίξουν φως στην "πιο περίεργη εξαφάνιση" του κόσμου.



"Εσείς; θα μου πείτε μια ιστορία;" ρωτάει η Ελένη από το "Καρυδότσουφλο"  και μας δίνει τη μαγική φωτογραφία που τράβηξε, ως πηγή έμπνευσης.
Μια φωτογραφία που θα μπορούσε να διηγηθεί δεκάδες παραμύθια. 
Για το δρόμο των παραμυθιών ξεκίνησα κι εγώ, μα άφησα το περίεργο ποτάμι, που δεν είναι παρά ένας δρόμος, να με παρασύρει στο μυστήριο.
Με παφλασμούς που δεν υπάρχουν, έφτιαξα μια ιστορία που δεν υπάρχει.
Ελένη μου σε ευχαριστώ για την έμπνευση!

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Φαταούλες και Μακρυχέρηδες "Family Stories"


Φαταούλες και Μακρυχέρηδες

Οι γνωστές οικογένειες από χρόνια έχουν ενωθεί  σε σάρκα μία, που πάει να πει σε περιουσία μία, μπολιάζοντας τους κλώνους των οικογενειακών τους δέντρων, τους μοναχογόνους τους, την Αννούλα Φαταούλα και τον Πανούλη Μακρυχέρη με τα ιερά δεσμά του γάμου, που έγινε μετά δόξης και τιμής στον Άγιο Διονύση, μεγάλη η Χάρη του, προστάτη, και κατά κάποιο τρόπο χορηγό της μιας οικογενείας, που μαζί με τις μετάνοιες, βρήκε τρόπο να χώνει το χέρι και στο παγκάρι.

Εκτός απ' το χέρι, έπαιζε  και το μάτι τους καταλλήλως κι έτσι έφτασαν στα χέρια τους περιουσίες ολόκληρες που κακότροποι, σκατόψυχοι  γέροντες και γερόντισσες δεν ήθελαν, λένε, να φάνε οι κληρονόμοι τους κι ας τους είχαν φάει εκείνοι την ψυχή με τις ιδιοτροπίες τους, παρά ήθελαν, να τις αφήσουν στην εκκλησία για να συχωρεθεί η ψυχή τους.
Η ψυχή τους δε συχωρέθηκε ποτέ, μα ο Φαταούλας, αβγάταινε την περιουσία του μια χαρά με τη μηχανή που τους είχε στήσει. 

Το μυστήριο, τέλεσε ο Δεσπότης αυτοπροσώπως κι άφησε εποχή. Μαζεύτηκαν όλοι οι της "καλής κοονωνίας", να θαυμάσουν και να κουτσομπολέψουν κατά πως όφειλαν!

Στο γαμήλιο τραπέζι, τα ευτράπελα έγιναν σε στενούς κύκλους.
Χωρίστηκαν τα σόγια σε δυο στρατόπεδα και στο ένα, οι θείες της Αννούλας σταυροκοπιόνταν δήθεν για την τύχη βουνό της αχαμνής ανηψιάς, και  κάθε τρεις και λίγο δωσ' του κι αγριοκοίταζαν τις δικές τους τις θυγατέρες, τις αχαΐρευτες που έναν γαμπρό της προκοπής δεν αξιώθηκαν να τους φέρουν. 
Στο άλλο στρατόπεδο, το σόι του γαμπρού, πιο ψωροπερήφανο ετούτο, έδινε τόπο στην οργή, "μια γυναίκα του πέφτει ας είναι αυτή, που έχει τουλάχιστον πλούτη", παρηγοριόνταν.

Κάποτε τέλεψε η γαμήλια ζωοπανήγυρις  και το ζευγάρι πήρε να περπατάει στο στρωμένο με λεφτά δρόμο του, να ζει τη στρωμένη με λίρες ζωή του, με πάντα στρωμένο το τραπέζι, και τα πολυτελή αμάξια ήδη στρωμένα, αραδιασμένα στο γκαράζ της στρωμένης με μπορδοροδοκόκκινα χαλιά, μεζονέτας του. Όλα τούτα τα στρωμένα, προίκα της "μιας γυναίκας του πέφτει, ας είναι αυτή".

Το πως αποκτήθηκε όλη αυτή η αμύθητη περιουσία ήταν κοινό μυστικό, αλλά κανείς δε μιλούσε γι' αυτό, ειδικά η Αννούλα.

Τι να πεις και τι να μολογήσεις όταν στο σόι σου μαυραγορίτες και δοσίλογοι ρούφηξαν το αίμα του κοσμάκη και αργότερα ο αγαπητός σου πατέρας τα 'κανε πλακάκια με τους συνταγματάρχες κι έπαιρνε όλα τα έργα της επικράτειας ανεβάζοντας κάθε χρόνο και μια πολυκατοικία δική του;
Μπουκώνεσαι με όσα σου σερβίρουν, το βουλώνεις και το παίζεις αθώα περιστερά μαζεύοντας ράμματα για τη γούνα των Μακρυχέρηδων, μην τυχόν ξημερώσει η αποφράδα που ο Πανούλης θα βαρεθεί να ξερογλύφει τα "στρωμένα" και θελήσει να βγει από πάνω.

Οικογένεια πολιτικών η δική του, πάππου προς πάππου, τίμησαν δεόντως το όνομά τους, απλώνοντας τα μακριά χέρια τους όπου μπορούσαν να τα απλώσουν.
Και τούτα χώρια που ήταν μακριά από γεννησιμιού τους, απλώνονταν και μακριά. Εξπέρ είχαν γίνει οι Μακρυχέρηδες στο συγκεκριμένο σπορ.
Πολιτικός και ο Πανούλης, σόι πάει το βασίλειο και κοίτα να δεις που υποτίθεται ότι η βασιλεία στην Ελλάδα είχε ψοφολογήσει.

Μη ρωτήσεις πως συναντήθηκαν ετούτοι οι γόνοι, γιατί καλά καλά ούτε αυτοί κατάλαβαν.
Μακρυχέρηδες οι πολιτικοί, μα και σκορποχέρηδες μεγάλοι, είχαν άμεση ανάγκη από χρήμα. " Τι νομίζεις την κόρη του κλέφτη του Αναστάση θα λιμπίζονταν ο κανακάρης μας, κοτζάμ παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά;", παραβλέποντας με μεγάλη ευκολία πως και οι ίδιοι κλέφτες και λωποδύτες υπήρξαν πάππου προς πάππου.

Εννοείται πως το κοτζάμ παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, προωθήθηκε εγκαίρως σε έδρα καλή στην επαρχία με το που έσκασε από το αυγό. Είχε ήδη σπείρει ένα εξώγαμο που έγινε βούκινο παντού και γύρευε πόσα άλλα που αποσιωπήθηκαν με το κατάλληλο αντίτιμο.

Κι απέ, ξεκίνησαν  η Αννούλα και ο Πανούλης να ξεφουρνίζουν τους δικούς τους γόνους, τους επίσημους απογόνους και διαδόχους.
Σαν τις βασιλικές οικογένειες που γεννοβολάνε αράδα, μην τυχόν και λείψει ο σπόρος από τον ντουνιά, έτσι και τούτοι αράδιασαν πέντε μυξιάρικα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους, που σαν μεγάλωναν θα τα περίμενε έτοιμη στρωμένη καριέρα στην πολιτική, έτοιμα στρωμένα λεφτά, κοντολογίς μιαν έτοιμη καλοστρωμένη ζωή!

Γιατί έτσι είναι γραμμένα τούτα μάτια μου...οι Φαταούλες και οι Μακρυχέρηδες να διαφεντεύουν συνεχώς τον τόπο. 


Οι οικογένειες Φαταούλα και Μακρυχέρη παρατάχθηκαν δεξιά του πατρός στο (Η ζωή είναι ωραία) και το δρώμενο Family Stories

* Στη φωτογραφία είχα δώσει κάποτε τον τίτλο "Άβυσσος"...

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Επίσημο ένδυμα

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjTUkrR-s0aj5RLG2Y4qZ4eLx76uD8iMjolDykDkJmJ_OCau3oYzNbM9NuHEGZDKQEZS4n-qr72PeVhi8eGOv7mOX6oCUGw1c3MYUTybTXXYyi-AieAvAdlvH_hL-QPdju3KTXH6Pe1Tl0/s400/101-dalmatians-cruella-de-ville.gif

Η  πρόσκληση έγραφε επίσημο ένδυμα και η Ναυσικά πετούσε από τη χαρά της για την ευκαιρία που της δινόταν επιτέλους να λάμψει!
Δεν ήταν μόνο  η φιλαυτία που την ώθησε να δοκιμάσει άπειρα φορέματα από την ώρα που πήρε την πολυπόθητη και πολύ ακριβή (να τα λέμε αυτά) πρόσκληση, αλλά και η ανάγκη της να ενταχθεί σε ένα περιβάλλον που την ξέρναγε συνεχώς και την άφηνε στο περιθώριο να αναρωτιέται τι είχε κάνει λάθος. Αυτή πίστευε πως τα είχε καταφέρει περίφημα.

Ο άντρας της, μπορεί να μην ήταν πια στην πρώτη του νιότη, ούτε στη δεύτερη (εδώ που τα λέμε), ούτε καν στην τρίτη (για να ακριβολογούμε), αλλά ήταν όμορφος σαν εργοστασιάρχης, δυνατός σαν εκατομμυριούχος, γοητευτικός όσο ο βράχος που στόλιζε το δάχτυλό της, κι εκείνη είχε όλη τη ζωή μπροστά της, σε αντίθεση με εκείνον να συνεχίσει να ζει με όλα τα καλά του "χαρακτήρα" του, αφού της άφηνε τους πολυπόθητους χρόνους, που σίγουρα θα της άφηνε σε λίγο καιρό, μαζί με την περιουσία, που εκείνη ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Όχι, για να μη λέμε πως δεν έχει αισθήματα η Ναυσικούλα...

Στην εκδήλωση θα ήταν μαζεμένη όλη η αποκαλούμενη "καλή κοινωνία" (κοινώς, οι αδίστακτοι πάμπλουτοι), που μέσα από τα αρωματισμένα σιφόν της και τα αστραφτερά διαμαντικά της, τρώγοντας καλά και πίνοντας ακόμα καλύτερα, θα συμπονούσε τους άστεγους.
Θα μάζευαν κάποια χρήματα, ίσα να στήσουν κανένα συσσίτιο για ένα εξάμηνο, θα έκαναν έκκληση στον ανθρωπισμό των φτωχότερων, μιλώντας για την αξία του εθελοντισμού, θα ξέπλεναν πολλές αμαρτίες με ακριβά κοκτέιλς, θα γλίτωναν ακόμα περισσότερα από την εφορία και όλοι θα έφευγαν αρκούντως ικανοποιημένοι, αλλά και περισσότερο πεινασμένοι για εξουσία. Την επομένη οι υπάλληλοί τους θα πλήρωναν τα σπασμένα....

Τις συζητήσεις των κυριών θα διέκοπτε πότε πότε ένας αναστεναγμός, δείγμα συμπόνοιας κι ελάχιστος φόρος τιμής στους άτυχους συνανθρώπους τους, που περιφέρονται σαν σκιές στην πόλη, αλλά μετά από λίγο, σαν βροχή που όλο και δυναμώνει, τα χειροκροτήματα θα τους έπνιγαν κι αυτούς και θα έμενε στην ατμόσφαιρα ένα ψεύτικο επίχρισμα συγκίνησης που δήθεν θα προκαλούσαν οι ομιλίες των διοργανωτών.

Η Ναυσικά ντύνονταν και ονειρεύονταν πως όταν έπεφτε η αυλαία της βραδιάς, θα ήταν κι επίσημα μία από αυτές τις κυρίες, που χωρίς αληθινή συμπόνια, θα άφηναν εκείνους τους μικρούς, κομψούς  αναστεναγμούς να τους ξεφεύγουν σε καλά υπολογισμένα τακτά διαστήματα, ενώ στην πραγματικότητα, η μόνη τους αγωνία θα ήταν το να κατορθώσουν να αποτυπώσουν έστω και λίγη "προαπαιτούμενη" θλίψη στα τραβηγμένα, άτεχνα παραφουσκωμένα από τις πλαστικές χαρακτηριστικά τους.

Δεν ήξερε ακόμα, πως όταν ο γεροξεκούτης, της άφηνε επιτέλους εκείνους τους χρόνους που η ίδια επιθυμούσε διακαώς, η εφορία και οι τράπεζες, θα διεκδικούσαν άγρια και με σθένος το μοναδικό της έρωτα!



Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στο έβδομο "Παίζοντας με τις λέξεις".
Η Cruella de Vil επιλέχτηκε για την απόλυτη κακία της.
Καταπιάστηκα με την ψεύτικη φιλανθρωπία, που είναι ένα θέμα που με εξοργίζει, όπως κάθε τι ψεύτικο.
Άνθρωποι που ξεζουμίζουν ανθρώπους σε καθημερινή βάση, μαζεύονται μια στο τόσο σε πανάκριβες εκδηλώσεις που οργανώνει μια "κυρία" (λέμε τώρα, γιατί στην ουσία είναι μόνο ένα τρόπαιο στη συλλογή του συνήθως γηραιού συζύγου της).
Μια "φιλάνθρωπος" που στην ουσία, βοηθάει τον γηραιό κοιλαρά της να γλιτώσει χρήμα, αλλά και να διαφημιστεί ως άνθρωπος!
Βέβαια μαζεύει τα λεφτά που απαιτούνται για τη σχετική διαφήμιση από τον κόσμο που συγκινείται, αφού η τσέπη του συζύγου υπολογισμένα θα δώσει ένα, για να πάρει πίσω δύο!

Όταν το έγραφα, είχα στο μυαλό μου πολύ συγκεκριμένα άτομα. Ίσως έρθουν και στο δικό σας!
Ως εκ τούτου, μπορώ να δηλώσω υπεύθυνα πως οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου τυχαία!!!

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Μεγάλοι φόβοι


Μεγάλοι φόβοι

Βαθιά, σε απάτητο, ανήλιαγο δάσος, τους πιο μεγάλους μου φόβους έκρυψα. 
Ανάμεσα σε δέντρα πανάρχαια και πλάσματα μυστήρια, είπα θα τους εγκαταλείψω. Ακούραστα έσκαβα για μέρες. Κι όσο έσκαβα, τόσο ψηλά ανέβαινα. Αιωρούμουν πάνω από το δάσος, πάνω από τη γη, πάνω από μένα. Μια πόρτα έβρισκα μισάνοιχτη στα σύννεφα, την έσπρωχνα με θράσος κι έμπαινα ακάλεστη στα παραμύθια.


Πότε κακιά μάγισσα, πότε αθώα πριγκίπισσα και πότε παιδί κατατρεγμένο γινόμουν κι ολοένα βασάνιζα και βασανιζόμουν πριν ζήσω καλά κι αυτοί καλύτερα.

Τις νύχτες κατέβαινα πάλι στη γη, κουλουριαζόμουν στη ρίζα μιας βελανιδιάς και κοιμόμουν ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα.

Με χώματα στα νύχια, με φύλλα στα άπλεκα μαλλιά μου, σηκωνόμουν το χάραμα.

Κι έπιανα να σκάβω πάλι. Με χέρια ματωμένα, με μανία ανείπωτη. Ολοένα και με μεγαλύτερη βιάση ανέβαινα στη βάρκα της φαντασίας που θα με έβγαζε στη γη των άλλων. Στη γη των μονόκερων και των πικρών θαυμάτων.



Κι όσο έλειπα, τόσο ήμουν εκεί.
Γέμιζε το δάσος από τους ήχους που πνιχτοί έβγαιναν από το στόμα μου. 
Κάθε τόσο ένα ουρλιαχτό έσκιζε τον αέρα. Σήκωνα το κεφάλι ανατριχιάζοντας. Ώσπου κατάλαβα πως ήταν το δικό μου κι έπαψα να ανατριχιάζω. Κοντοστεκομόνουν μόνο να ακούσω τον αντίλαλο έτσι όπως χτυπούσε από κορμό σε κορμό ψάχνοντας μάταια διέξοδο.
Τα ζώα είχαν εξαφανιστεί εδώ και μέρες μην αντέχοντας να ακούν, μη θέλοντας να ξέρουν. 
Φοβήθηκαν τους φόβους μου που ορθώνονταν γυμνοί τριγύρω παρακαλώντας με να σταματήσω.
Για αντιπερισπασμό τους χάριζα πότε πότε ένα χάδι.
Τους άφηνα τότε να με κλείνουν στην αχόρταγη αγκαλιά τους και να με πνίγουν...να με πνίγουν...να με πνίγουν...
Λίγο πριν στερέψει η ανάσα μου, τους έσπρωχνα μακριά, συνέχιζα το σκάψιμο απελπισμένη, μα χίλιες φορές πιο αποφασισμένη.
Κάποτε τέλειωσα. Όρθωσα το κορμί και τους πρόσταξα να πέσουν στο λάκκο τους.


Εκείνοι τυλίχτηκαν στο λαιμό μου, πιάστηκαν από τα πόδια μου, τραβολογούσαν τα κουρέλια που είχαν μείνει από τα ρούχα του. 
Σα λύκαινα τινάχτηκα και τους πέταξα από πάνω μου.
Και για πάντα τους έθαψα.
Έτσι νόμιζα καθώς άφηνα το δάσος κι έφευγα μακριά.
Ένας άνθρωπος μισότρελος, χωρίς φόβους πια.
Κι εκείνοι; 
Ω, εκείνοι, σάπισαν όλοι τους. 
Γέμισαν σκουλήκια και τα σκουλήκια ένα φόβο φορτώθηκαν το καθένα κι άρχισαν να σέρνονται στα σκοτεινά. 
Από τότε με ψάχνουν.
Αλλάζω συνέχεια. 
Αλλάζω όνειρα, αλλάζω σχέδια, αλλάζω τις σκέψεις μου. 
Μιαν άλλη γίνομαι.
Θα με βρουν όμως. 
Το ξέρω. 
Θα με βρουν από τη μυρωδιά.
Τη μυρωδιά μου που πότισε για πάντα η δική τους.


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο "Παίζοντας με τις λέξεις"
Ευχαριστώ πάρα πολύ όσους την ξεχώρισαν!


Οι έξοχες φωτογραφίες δέντρων είναι της φωτογράφου Beth Moon.