Το ποτάμι ξεκινούσε το μακρύ του ταξίδι από τις απάτητες κορυφές των βουνών. Οι βροχές και τα χιόνια τροφοδοτούσαν με συνέπεια τις πηγές του και το νερό έτρεχε σε χαρούμενα ρυάκια που χύνονταν ακράτητα μέσα σε ρεματιές, ενώ άλλα, πιο θλιμμένα, ξεστράτιζαν και χάνονταν για πάντα, έτσι όπως τα ρουφούσε αχόρταγα μέσα της η διψασμένη γη.
Όσα κατάφερναν να ενωθούν, γιόρταζαν την ένωση με ορμή. Αφροί τινάζονταν ψηλά καθώς οι χορευτικοί στροβιλισμοί με τους δυνατούς παφλασμούς, άνοιγαν το δικό τους μονοπάτι στο χώρο και στο χρόνο κι αχώριστα κυλούσαν ως τη θάλασσα.
Το ποτάμι με το δικό του ποταμίσιο τρόπο διαλαλούσε την ιστορία του στα δάση και στις πλαγιές, με το κελάρυσμά του εξυμνούσε την πορεία του και ξαναζούσε απ' την αρχή τη γέννησή του.
Όταν έφτανε στην κοιλάδα που ήταν το χωριό, ήταν ήδη ένας ασημένιος γίγαντας, που κυλούσε εξημερωμένος τον περισσότερο καιρό, αν και συχνά και χωρίς ιδιαίτερο λόγο θύμωνε και τότε μούγκριζε αγριεμένος.
Παράξενο που ήταν ετούτο το ποτάμι!
Και πόσοι μύθοι και ιστορίες υπήρχαν για χάρη του.
Πράγμα παράδοξο βέβαια, αν λάβει κανείς υπόψιν του πως ποτάμι δεν υπήρχε.
Οι κάτοικοι του μικρού χωριού δεν το είχαν δει ποτέ, αν και τις κρύες νύχτες του χειμώνα που η φαντασία οργίαζε γύρω από τα αναμμένα τζάκια και τις πυρωμένες σόμπες, θα έπαιρναν όρκο πως άκουγαν το κελάρυσμά του.
Λίγο έξω από το χωριό, χτισμένο μέσα στα δέντρα, δίπλα στις όχθες του ανύπαρκτου ποταμιού, ένα μικρό, μοναχικό σπιτάκι φιλοξενούσε την μοναδική κάτοικο του χωριού που μπορούσε, όχι μόνο να το βλέπει και να το ακούει, αλλά και να του μιλάει.
Φόρτωνε εκείνη με τους καημούς της τα νερά, κι άφηνε τα λόγια της να ακουμπήσουν πάνω τους, χάρτινες βαρκούλες, να αρμενίσουν ως τη θάλασσα.
Κάποιες φορές όμως, εκτός απ' τα λόγια-βαρκούλες που ήταν αμφίβολο αν θα έφταναν ποτέ στον προορισμό τους, έτσι ελαφριά σαν αερικά που ήταν, έπαιρνε ένα μπουκάλι, έκρυβε μέσα του ένα γράμμα, τα ίδια λόγια κάθε φορά, οι ίδιες πονεμένες αράδες χαραγμένες άτσαλα πάνω στο χαρτί, έβαζε συντροφιά του ένα αγριολούλουδο, το σφράγιζε καλά με κερί, κι αφού το φιλούσε τρυφερά, το άφηνε απαλά στα νερά του ποταμού.
Στέκονταν και το παρακολουθούσε, ώσπου χάνονταν από τα μάτια της και μόνο τότε αναστέναζε κι άφηνε να της ξεφύγει ένα δάκρυ.
Ένα μόνο, που το έσβηνε γρήγορα από πάνω της τρίβοντας το μάγουλο με μια ανυπόμονη κίνηση.
Ύστερα γυρνούσε στο σπίτι να καταπιαστεί με οτιδήποτε θα την έκανε να ξεχαστεί έστω για λίγο.
Τώρα πως έγινε κι ένα μπουκάλι μυστικά που έπεσε κάποτε σε ένα ποτάμι που δεν υπήρχε, έφτασε στα χέρια μου, ή για να ακριβολογήσω στα πόδια μου, εκεί δηλαδή που το άφησε το κύμα καθώς έμπαινα στη θάλασσα του τόπου που ήθελα πάντα να επισκεφτώ, έτσι, μόνο και μόνο γιατί έμπαινε συχνά στα όνειρά μου και με ξεσήκωνε, είναι μέγα μυστήριο.
Μην πιστεύοντας στα μάτια μου, επιχείρησα να το ανοίξω, αλλά καθώς δεν είχα τίποτα πιο αιχμηρό πρόχειρο εκτός από τα νύχια μου, στάθηκε αδύνατον. Το έριξα στην τσάντα μου και το ξέχασα ως το βράδυ που γύρισα στο ξενοδοχείο και την άδειασα. Μ' ένα ψαλιδάκι σκάλισα με προσοχή το κερί ώσπου κατόρθωσα να το βγάλω.
Το μπουκάλι άνοιξε.
Μέσα του ένα γράμμα κι ένα χμμμ...σκουπιδάκι;
Όχι, δεν ήταν σκουπιδάκι, ήταν λουλούδι. Ένα μικρό ανθάκι. "Μη με λησμόνει", σκέφτηκα, όχι γιατί το αναγνώρισα, αλλά γιατί έμοιαζε τόσο ταιριαστό με την περίσταση. Λαχταρούσα να είναι αυτό το "σκουπιδάκι" ένα ανθάκι από το φυτό που δε θέλει με τίποτα και ποτέ να ξεχαστεί.
Άνοιξα το γράμμα κι ο κόσμος άλλαξε.
Το γράμμα προορίζονταν για μένα και ήταν από τη μητέρα μου, καθώς έλεγε. Το όνομά μου γραμμένο καθαρά και όλη μου η ζωή να γκρεμίζεται μεμιάς, ενώ μια άλλη πάσχιζε να δημιουργηθεί πάνω στα συντρίμμια της παλιάς.
Η οικογένεια που δεν είχα, η μάνα που δε γνώρισα, όλα κλεισμένα σε ένα μπουκάλι.
Και στο πίσω μέρος του χαρτιού ένα σχεδιάγραμμα με το όνομα ενός χωριού. Μολυβιές έδειχναν το ποτάμι να κυλάει κοντά στο χωριό και λίγο πιο πάνω, στην άκρη του, δέντρα κι ένα σπιτάκι τόσο δα να με περιμένει.
Μια ασαφής διεύθυνση, ένας σίγουρος προορισμός.
Πριν καν ξημερώσει η μακρύτερη νύχτα που έζησα ποτέ, μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για την πιο μυστήρια διαδρομή, ακολουθώντας τα ίχνη ενός χωριού που δε γνώριζα, αλλά γρήγορα έμαθα, ρίχνοντας μια ματιά στα έντυπα του ξενοδοχείου, πως ήταν αρκετά κοντά σ' αυτό που βρισκόμουν για τις διακοπές μου.
Πάρκαρα στη μικρή πλατεία του, με τη μέρα να παίρνει μόλις να χαράζει και μελέτησα άλλη μια φορά το σκίτσο.
Όσο κι αν κοίταζα γύρω μου, ποτάμι δεν έβλεπα, συνέχισα όμως προς την κατεύθυνση που πίστευα πως έδειχνε ο αλλόκοτος χάρτης του σκίτσου.
Ο δρόμος με έβγαζε από το χωριό, όταν μια σιγανή βροχή άρχισε να πέφτει και να παραμορφώνει τη θέα, τόσο που νόμιζα πως με γελούν τα μάτια μου, όταν το σκίτσο ζωντάνεψε ξαφνικά μπροστά μου.
Να τα δέντρα, αχ! να και το σπιτάκι, αλλά πού είναι το ποτάμι; Στη θέση που θα έπρεπε να κυλάει ήταν μόνο ο δρόμος που με είχε φέρει ως εδώ. Βγήκα από το αυτοκίνητο χωρίς καν να το καταλάβω και κατευθύνθηκα προς το τόσο γνώριμο, (από το σκίτσο, από αλλού; ποιος ξέρει;) σπίτι.
Όταν κόντευα να φτάσω, ένα βουητό με έκανε να στρέψω το κεφάλι. Μόλις που πρόλαβα να δω το αυτοκίνητο να χάνεται καθώς το ποτάμι βούιζε και κυλούσε με ασυγκράτητη ορμή πίσω μου, εκεί που λίγο πριν ήταν μόνο άσφαλτος.
Μια σκέψη ανέτειλε στο μυαλό μου και την καλοδέχτηκα. Ναι, πάνω στα συντρίμμια της παλιάς μου ζωής θα χτίζονταν η νέα.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν θα συνέχιζα αυτό που είχα αρχίσει σε ένα άλλο, μακρινό, σχεδόν ξεχασμένου, όσο ξεχασμένο ήταν πια και το αυτοκίνητο που με είχε φέρει ως εδώ.
Όσο ξεχασμένη γίνονταν δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο η παλιά μου ζωή.
Σαν να ζούσα από πάντα εκεί, άνοιξα την αυλόπορτα. Η μάνα μου σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, έτρεχε να με προϋπαντήσει.
Επιτέλους γύριζα σπίτι.
Το αυτοκίνητο βρέθηκε σε έναν δρόμο ερημικό, όταν κάποιοι φίλοι ανησύχησαν από την απουσία μου, ενώ οι βαρύγδουποι τίτλοι των εφημερίδων πάλευαν καιρό να ρίξουν φως στην "πιο περίεργη εξαφάνιση" του κόσμου.
"Εσείς; θα μου πείτε μια ιστορία;" ρωτάει η Ελένη από το "Καρυδότσουφλο" και μας δίνει τη μαγική φωτογραφία που τράβηξε, ως πηγή έμπνευσης.
Μια φωτογραφία που θα μπορούσε να διηγηθεί δεκάδες παραμύθια.
Για το δρόμο των παραμυθιών ξεκίνησα κι εγώ, μα άφησα το περίεργο ποτάμι, που δεν είναι παρά ένας δρόμος, να με παρασύρει στο μυστήριο.
Με παφλασμούς που δεν υπάρχουν, έφτιαξα μια ιστορία που δεν υπάρχει.
Ελένη μου σε ευχαριστώ για την έμπνευση!