
..."Άπλωσε το χέρι της να κόψει ένα μπουμπουκιασμένο κλαράκι -έχοντας κατά νου μιαν απλή, ανέμελη κίνηση-, μα το κλαράκι ήταν νευρώδες και χλωρό και όχι τόσο εύθρυπτο ώστε να το σπάσει. Αφού είχε κάνει την αρχή ένιωθε ότι δεν μπορούσε να τα παρατήσει (ο δρόμος δεν ήταν άδειος, την έβλεπαν). Άφησε τον χαρτοφύλακά της στον τοίχο του μπροστινού κήπου κάποιου, χρησιμοποίησε και τα δύο χέρια και πάλεψε μαζί του. Αυτό που ξεκόλλησε εντέλει ήταν λιγότερο κλαράκι και περισσότερο κλαδί, καθώς συνδεόταν με διάφορα άλλα κλαράκια, κατάφορτα κι αυτά με μπουμπούκια, και η βάνδαλη Νάταλι Μπλέικ το 'βαλε στα πόδια κι έστριψε στη γωνία κρατώντας το. Ήταν καθ' οδόν προς τον Υπόγειο. Τι θα το έκανε ένα κλαδί;)"...
Το κλαδί της ανθισμένης μηλιάς, ο τρόπος που η Νάταλι πάλεψε να το αποκτήσει, μα κυρίως η σκέψη του τι θα το κάνει, είναι για μένα η καλύτερη, απόλυτα συμβολική, περιγραφή σε όσα πραγματεύεται το βιβλίο που μας μεταφέρει στην καρδιά της πόλης και μας βάζει να παρακολουθήσουμε τις ζωές τεσσάρων νέων ανθρώπων.
Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
"Άνθρωποι ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Σε κόσμους χωριστούς. Κι έπειτα υπάρχουν οι απρόσμενες επισκέψεις: οι σπάνιες φορές που ένας άγνωστος περνάει ένα κατώφλι δίχως άδεια ή προειδοποίηση, κλονίζοντας συθέμελα ολόκληρο το σύστημα. Όπως το απόγευμα του Απρίλη που μια γυναίκα χτύπησε την πόρτα της Λία Χάνγουελ ζητώντας βοήθεια, διαταράσσοντας τη γαλήνη, αναγκάζοντας τη Λία να βγει από την απομόνωσή της...
Η Ζέιντι Σμιθ παρακολουθεί τέσσερις νέους ανθρώπους, τη Λία, τη Νάταλι, τον Φίλιξ και τον Νέιθαν, που προσπαθούν να ζήσουν την ενήλικη ζωή τους στο Λονδίνο: ένα μέρος σύνθετο, όμορφο όσο και απάνθρωπο, όπου οι ανοιχτοί δρόμοι κρύβουν τα στενά στενά και η λεωφόρος κάποιες φορές καταλήγει σε αδιέξοδο. Μια έξοχη αποτύπωση της σύγχρονης αστικής ζωής, ένα μυθιστόρημα που κυλάει σαν τον υδράργυρο και πάλλεται σαν την ίδια την πόλη."

Το βιβλίο δεν είναι εύκολο. Όπως δεν είναι εύκολη και η ζωή στη μεγάλη πόλη. Άνθρωποι που αγωνίζονται να ξεφύγουν από μια μοίρα που μοιάζει κοινή, αλλά κι εκείνοι που σταμάτησαν να αγωνίζονται κι άφησαν τη ζωή να γίνει ένα ορμητικό ποτάμι, να τους παρασύρει, πετώντας τους εδώ κι εκεί, με μια προδιάθεση στο "εκεί" που τίποτα δεν είναι όμορφο.
Και υπάρχουν κι αυτοί που ενώ κατάφεραν να ανατρέψουν τα δεδομένα, δεν ξέρουν πως να διαχειριστούν τα νέα που προέκυψαν και συμπεριφέρονται αλλόκοτα.
Σαν να είναι ξένοι μέσα στο σώμα τους, μέσα στην ίδια τους τη ζωή, συνεχίζουν να ψάχνουν κάτι που δε γνωρίζουν αν θέλουν να βρουν.
Στην ουσία δεν ξέρουν τι να κάνουν μ' εκείνο το κλαράκι που λέγαμε, δεν ξέρουν τι να κάνουν τη ζωή που κέρδισαν με τόσους κόπους.
Τι είναι άραγε πιο εύκολο;
Να τα παρατάς, να συνεχίζεις, να τα ακυρώνεις όλα όταν πια φτάνεις εκεί που ήθελες να φτάσεις, ή να προσπαθείς με τον λάθος πάντα τρόπο να κρατήσεις αυτό που τώρα ζεις αναλλοίωτο στο χρόνο;
Και τι ακριβώς είναι ο χρόνος;
..."Στο τέλος, μόνο μια ιδέα συγκρατείται με σιγουριά: ο χρόνος ως σχετική εμπειρία, διαφορετικός για τον δρομέα, για τον εραστή, για τον βασανισμένο, γι' αυτόν που έχει τη βολή του. Όπως αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όταν το λεπτό μοιάζει να εκτείνεται σε ώρα. Κατά τ' άλλα άχρηστος. Ένα ανεξόφλητο, διογκούμενο χρέος."...
Ζωές διασταυρώνονται στους μεγάλους δρόμους καθημερινά, αλλά μπορούν να επηρεάσουν η μια την άλλη;
Η πάλη που δίνεται με κάθε λεπτό που περνάει, αξίζει τον κόπο, ή είναι χαμένη υπόθεση;

Το βιβλίο έχει σίγουρα το δικό του παλμό. Και είναι πολύ δυνατός.
Παρόλο που η δομή του δεν είναι η αναμενόμενη, δεν αργεί να παρασύρει τον αναγνώστη στο ρυθμό του και να τον κάνει κάτι παραπάνω από παρατηρητή της κοινωνίας του βορειοδυτικού Λονδίνου.
Δείτε την ίδια τη Ζέιντι Σμιθ να διαβάζει τις πρώτες σελίδες του βιβλίου της και μας ξεναγεί σε εκείνη την πλευρά του Λονδίνου που εκτυλίσσεται η ιστορία της.
Το βιβλίο "Στην καρδιά της πόλης" της Ζέιντι Σμιθ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Αν πατήσετε το σύνδεσμο, θα δείτε πως αυτή τη στιγμή κυκλοφορεί σε τιμή που θα σας ξαφνιάσει ευχάριστα!
Τη μετάφραση έκανε η Ιωάννα Ηλιάδη.
Η Ζέιντι Σμιθ γεννήθηκε στο βορειοδυτικό Λονδίνο το 1975. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Κέμπριτζ. Το 2003 συμπεριλήφθηκε στη λίστα των 20 καλύτερων νέων συγγραφέων του λογοτεχνικού περιοδικού Granta, τιμή που της επιφυλάχθηκε και το 2013.
Είναι η συγγραφέας των μυθιστορημάτων "Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο", "Συλλέκτης αυτογράφων", "Στην ομορφιά που χάνεται", καθώς και της συλλογής δοκιμίων "Changing my mind".
Έχει επίσης επιμεληθεί το συλλογικό έργο "Το βιβλίο του Άλλου".
Μταξύ άλλων έχει τιμηθεί με τα βραβεία Orange και Somerset Maugham, ενώ ήταν υποψήφια για το βραβείο Booker.












