Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλενα Φερράντε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλενα Φερράντε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Μέρες εγκατάλειψης, Έλενα Φερράντε

"Ένιωσα το δωμάτιο να ξαναμπαίνει σε τάξη, τους χώρους του σπιτιού να συνδέονται και πάλι μεταξύ τους, το πάτωμα να ξαναγίνεται συμπαγές, τη ζεστή μέρα να απλώνεται πάνω σε όλα τα πράγματα, μια κόλλα διαφανής.

Πώς μπόρεσα να αφεθώ τόσο πολύ,να διαλύσω έτσι τις αισθήσεις μου, την αίσθηση ότι είμαι ζωντανή;"
 Η Έλενα Φερράντε στο Μέρες Εγκατάλειψης καταπιάνεται με ένα θέμα μάλλον συνηθισμένο, αλλά το κάνει ασυνήθιστο με την ένταση που το περιγράφει.
Με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο που βοηθάει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με την ηρωίδα αρχίζει μια μάχη που έχει απώλειες, αλλά έχει και νικητή.
Μπαίνει κατευθείαν στο θέμα και το κάνει με τρόπο που δείχνει ξεκάθαρα ότι το τελευταίο πράγμα που περίμενε η Όλγα, η ηρωίδα της, εκείνο το απομεσήμερο ήταν αυτό που τελικά έζησε :
"Ένα απομεσήμερο του Απρίλη, αμέσως μετά το φαγητό, ο άντρας μου μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να με παρατήσει..."
Μια ανακοίνωση που έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία και κάνει την Όλγα να χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της.
Και κάπως έτσι, με μια απλή πρόταση αρχίζει η πτώση. Η Όλγα μένει ξαφνικά μόνη με δυο παιδιά κι ένα σκυλί που πρέπει να φροντίσει, ενώ νιώθει τον εαυτό της να χάνεται, να γλιστρά μέσα στην παραφροσύνη αυτού που άκουσε και όλων όσων νιώθει.
Οι μέρες που ακολουθούν είναι πολύ δύσκολες. Κι αυτή τη δυσκολία με όλον τον πόνο και την ταπείνωση που τη συνοδεύουν ξεδιπλώνει η Φερράντε μέρα τη μέρα με μια ένταση που πότε σιγοβράζει και πότε κορυφώνεται επικίνδυνα, ώσπου φτάνει εκείνη η μέρα που η πτώση τελειώνει, γιατί απλούστατα δεν έχει πιο κάτω. Τότε και μόνο τότε η Όλγα αναγκάζεται να σηκωθεί και να ξανασταθεί στα πόδια της . Γιατί έτσι γίνεται συνήθως σε αυτές τις ιστορίες όχι μόνο στα βιβλία, μα και στη ζωή. 
Μπορεί να μην υπόσχονται πάντα ένα σίγουρο happy end όταν ολοκληρώνουν τον αλλόκοτο κύκλο τους, αλλά φέρνουν αν μη τι άλλο τη λύτρωση!
Μέχρι να έρθει όμως η πολυπόθητη λύτρωση έρχονται πολλά άλλα, με κυριότερο τον πόνο, που όσο κι αν τον αρνιέται η ηρωίδα, όσο κι αν προσπαθεί να τον καμουφλάρει με τη δίκαιη οργή της αυτός είναι εκεί και τη διαλύει.
...Το αποφάσισα, τέρμα ο πόνος. Η νυχτερινή τους ευτυχία έπρεπε να φιληθεί στόμα με στόμα με τη δίψα μου για εκδίκηση. Δεν ήμουν η γυναίκα που διαλύεται μόλις χτυπηθεί από την εγκατάλειψη και την απουσία, ώσπου να τρελαθεί, ώσπου να πεθάνει. Μονάχα λίγα κομμάτια είχα χάσει, κατά τα άλλα ήμουν καλά. Ήμουν σώα και σώα θα παρέμενα. Απέναντι σε όποιον μου κάνει κακό, αντιδρώ ανταποδίδοντας τα ίσια. Είμαι το οχτάρι που διαγράφει το σπαθί, είμαι η σφήκα που τσιμπάει, είμαι το φίδι το μαύρο. Είμαι το άτρωτο ζώο που περνάει μέσα απ' τη φωτιά δίχως να καίγεται..." 

"...Τον χρόνο, τον χρόνο, όλο τον χρόνο της ζωής μου μου είχε κλέψει, μόνο και μόνο για να τον ξεφορτωθεί επιπόλαια, σαν ένα καπρίτσιο. Τι άδικη, τι εγωιστική απόφαση. Έδιωχνε μ' ένα φύσημα το παρελθόν, λες και ήταν κάποιο ενοχλητικό έντομο που είχε καθίσει στο χέρι του. Το δικό μου παρελθόν, όχι μόνο το δικό του που είχε φτάσει σ' αυτή την αποσύνθεση..."
Την Έλενα Φερράντε την "ανακάλυψα" με την τετραλογία της Νάπολης και κυριολεκτικά λάτρεψα τη γραφή της. Βιβλίο το βιβλίο η δυναμική της με συνεπήρε, οπότε ήταν λογικό να ψάξω και για άλλα δικά της. Το "Μέρες εγκατάλειψης" που είχε εκδοθεί αρχικά από τις εκδόσεις Άγρα και είχε προηγηθεί κατά πολύ της τετραλογίας ήταν ήδη εξαντλημένο όταν άρχισα να το ψάχνω, αλλά χάρη στις Εκδόσεις Πατάκη επανακυκλοφορεί.
Είχα ακούσει πολλά γι' αυτό το βιβλίο. Οι περισσότεροι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για αυτό, ενώ δεν έλειπαν κι εκείνοι που δεν το βρήκαν και τόσο του γούστου τους. Το διάβασα χωρίς προκατάληψη κι έπιασα για άλλη μια φορά τον εαυτό μου να θαυμάζει απεριόριστα την τέχνη της Φερράντε. 
Το θέμα του βιβλίου είναι επώδυνο.
Η εγκατάλειψη και όσα αυτή συνεπάγεται αφήνει αυτόν που τη βιώνει σε μια περίεργη κατάσταση, άβολη και στενάχωρη και την οποία πρέπει να ξεπεράσει επαναπροσδιορίζοντας τα πάντα. Στην αρχή γίνεται ένα άδειο κέλυφος που κατρακυλάει στο χαμό του, αλλά λίγο πριν φτάσει εκεί μοιάζει να ξυπνάει. Μπορεί ακόμα και οι αναμνήσεις του να μοιάζουν ψεύτικες, αλλά αργά ή γρήγορα φτάνει η ώρα, που διαχωρίζεται για πάντα από το παρελθόν, κι επιτέλους κοιτάζει τον άλλον όπως είναι πραγματικά, μια και δεν υφίσταται πια η ωραιοποίηση που δίνουν τα θετικά συναισθήματα. Τότε μόνο βλέπει καθαρά, και αυτό που βλέπει είναι τις περισσότερες φορές πάρα πολύ άσχημο. Όταν συνειδητοποιεί όλη αυτή την ασχήμια που είχε παραβλέψει, τότε όλα αλλάζουν  και το άδειο κέλυφος παίρνει να γεμίζει ξανά
"...Πού βρίσκομαι; Σε ποιο κόσμο έχω βυθιστεί, σε ποιο κόσμο έχω αναδυθεί; Σε ποια ζωή επέστρεψα; Και με τι σκοπό;..."
Όποιος το έχει ζήσει, ή όποιος μπορεί να το φανταστεί καταλαβαίνει πως η Φερράντε έπιασε όλο το νόημα αυτής της τρομακτικής κατάστασης και το άφησε να γεμίσει τις σελίδες με θλίψη, με θυμό, με πόνο αβάσταχτο και με άλλα χειρότερα πράγματα που έκανε η ηρωίδα, αλλά που όλα μαζί την οδήγησαν στο τέλος στην κάθαρση. Γιατί η λύτρωση πάντα έρχεται! Αρκεί πάνω στη μεγάλη θλίψη να μην αφεθείς να σε πάρει το ποτάμι, όπως έκανε κάποτε εκείνη η "κακομοίρα", η γυναίκα που σημάδεψε τις παιδικές μνήμες της ηρωίδας μας κι εμφανίζεται τώρα πότε σαν όραμα και πότε σαν ανάμνηση για να τη στοιχειώσει, ή και για να τη βοηθήσει. Να τη σπρώξει να πάρει τον άλλο δρόμο, να μην καταλήξει άλλη μια "κακομοίρα" που δεν άντεξε.




Μέρες εγκατάλειψης
Συγγραφέας: Έλενα Φερράντε
Μετάφραση: Παπασταύρου Σταύρος
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 280
Ημερομηνία κυκλοφορίας: Φεβρουάριος 2018




Για την τετραλογία της Νάπολης μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:
Πρώτο βιβλίο: Η υπέροχη φίλη μου
Δεύτερο βιβλίο: Το νέο όνομα

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Η ιστορία της χαμένης κόρης, Έλενα Φερράντε

 
"...Θα έπρεπε να γράφω έτσι όπως μιλάει εκείνη, να αφήνω βάραθρα, να χτίζω γέφυρες και να μην τις τελειώνω, να αναγκάζω τον αναγνώστη να ορίζει μόνος του το ρεύμα...."
 Αυτά σκέφτεται η Έλενα ακούγοντας την υπέροχη φίλη της Λίλα να μιλά, γοητευμένη από τον τρόπο που έχει εκείνη να δαμάζει και να απελευθερώνει κατά το δοκούν τη φαντασία και σκέφτομαι πως η Φερράντε κατάφερε με άνεση αυτό που η ηρωίδα του βιβλίου επιθυμούσε.
Όλο άνοιγε βάραθρα το βιβλίο εμπρός μου κι όλο άφηνε μισοτελειωμένες τις γέφυρες. Και μπορεί να μην κατάφερα τελικά να ορίσω μόνη μου το ρεύμα, αλλά μου δόθηκε πλέρια η απόλαυση να αφεθώ, να παρασυρθώ, για να με βγάλει όπου ήθελε αυτό, εκεί δηλαδή που όρισε η συγγραφέας η ίδια να βγω, και μόνο τότε, στο τέλος του βιβλίου αρχίζοντας να ανακτώ μια κάποια δύναμη, να προσπαθώ να ορίσω το μετά...και μετά;
Δεν έχει μετά...η ιστορία τέλειωσε εδώ. 
Η δυναμική της όμως συνεχίζει να με κρατά σε αιχμαλωσία απ' την οποία αδυνατώ να ξεφύγω.
Μπορεί όμως να μη θέλω ν' αφήσω την ιστορία να με αφήσει.
Να είναι από εκείνες που θα κρατήσω για πάντα μέσα μου, που θα έρχεται στη μνήμη μου συνεχώς μέχρι να την ξαναπιάσω από την αρχή.
Και δεν ντρέπομαι να πω πως φτάνοντας στην τελευταία σελίδα ανέτρεξα πάλι σε εκείνες τις πρώτες στην "Υπέροχη φίλη μου", σα να μην ήθελα να μπει ποτέ τελεία.



Το συναρπαστικό ταξίδι που ξεκίνησε "Η υπέροχη φίλη μου", συνεχίστηκε με "Το νέο όνομα" και όσο "Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν" μας άφηναν στην πιο κρίσιμη καμπή του, ήρθε η "Ιστορία της χαμένης κόρης", το τελευταίο βιβλίο της Τετραλογίας της Νάπολης, για να το ολοκληρώσει συγκλονίζοντάς μας.

Πάνε μέρες που διάβασα το βιβλίο κι ακόμα θυμάμαι κάθε σημείο που με έκανε να τα χάνω με το απρόοπτο, να θυμώνω με το άδικο, να καρδιοχτυπώ όλο αγωνία, να θέλω να αποτρέψω κάποιον ήρωα από τις ίδιες του τις αποφάσεις, ή να του επιβάλω άλλες, να σηκώνω το βλέμμα από το βιβλίο και να κοιτάζω γύρω μου, όχι μόνο εντυπωσιασμένη από την αφήγηση, αλλά ψάχνοντας ταυτόχρονα τις δικές μου σταθερές για να κρατηθώ, και θέλοντας, αλίμονο, ουκ ολίγες φορές, να πιάσω την Έλενα και να την ταρακουνήσω δυνατά.


Είναι αδύνατον να αφεθείς στη Φερράντε και να μη σε παρασύρει ο αέρας της Νάπολης. 
Ακόμα κι όταν οι ήρωες φεύγουν από τη Νάπολη την κουβαλούν μέσα τους. Ο ίσκιος του Βεζούβιου τους ακολουθεί κι αυτοί χάνονται στους δρόμους της ζωής και είναι σα να χάνονται στις υπόγειες σήραγγες της πόλης.

Για άλλη μια φορά η συγγραφέας μαζί με την ιστορία των ηρώων ξεδιπλώνει τα γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή.
Μια κοινωνία που φαίνεται να έχασε τελικά το μεγάλο στοίχημα της βελτίωσης και βάλτωσε για μία ακόμα φορά, οι ατελείς και πολλές φορές ασαφείς, έως και καταστροφικές, ανθρώπινες σχέσεις, τα προσωπικά θέλω και όσα πρέπει, οι μάταιοι αγώνες, οι σκληρές προσπάθειες, οι κάθε λογής ιδεολογίες, το πολιτικό σαθρό σύστημα, το οργανωμένο έγκλημα, ακόμα και η αδυσώπητη μανία της φύσης γίνονται σίφουνας που στη δίνη του μπαίνει ο αναγνώστης για να βγει απ' αυτή αν όχι σοφότερος, ίσως περισσότερο υποψιασμένος.
Γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί τα θεμέλιά μας να παρασυρθούν και να συντριβεί το καθετί.


Μια ματιά στην υπόθεση

Κεντρικό στοιχείο της ιστορίας συνεχίζει να αποτελεί η φιλία της Έλενας με τη Λίλα, όπως μας την αφηγείται η πρώτη, και γύρω από αυτή η φιλία χτίζεται και σκιαγραφείται ολόκληρη η γειτονιά, ολόκληρη η Νάπολη, ολόκληρος ο κόσμος.
Η Έλενα είναι πια καταξιωμένη συγγραφέας. Επιστρέφει στην πόλη των παιδικών κι εφηβικών της χρόνων μετά το χωρισμό της, εξαιτίας του νεανικού της έρωτα που εμφανίστηκε και πάλι στη ζωή της.
Η Λίλα δεν έχει φύγει ποτέ από την πόλη. Κατάφερε όμως να διαπρέψει επιχειρηματικά στον τομέα της πληροφορικής κι έρχεται σε ρήξη με τους ισχυρούς αδερφούς Σολάρα.
Η Έλενα και η Λίλα, τόσο ίδιες, μα και τόσο διαφορετικές σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, συγκρούονται, ξανασμίγουν και ανακαλύπτουν καινούριες πτυχές της προσωπικότητάς τους, αλλά και της φιλίας τους.


Η Λίλα και η Έλενα 

Σε μια φτωχική γειτονιά της Νάπολης, δυο κορίτσια είχαν την αίσθηση ότι όδευαν προς κάτι το τρομερό, το οποίο παρότι υπήρχε πριν από αυτές, περίμενε αυτές και μόνο αυτές.
Κι ένα βράδυ, ενώ μέχρι τότε συνήθιζαν να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε δοκιμασίες θάρρους χωρίς να ανταλλάσσουν κουβέντα, ανέβηκαν μαζί μια σκάλα για την υπέρτατη, στα παιδικά τους μάτια, δοκιμασία.
Τότε το ένα κορίτσι, η χαρισματική και ιδιαίτερη Λίλα,  έτεινε το χέρι της για πρώτη φορά στη Λενού (Έλενα). Έτσι άλλαξαν όλα και ξεκίνησε μια φιλία που πέρασε από πολλές δοκιμασίες
Η Έλενα μοιάζει να παλεύει να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από τη σχέση της με τη Λίλα και όσα καταφέρνει φαίνεται να έχουν αποδέκτη εκείνη. Γυρεύει την έγκρισή της, θυμώνει όταν απορρίπτει τις ενέργειές της, την αναζητά συνεχώς μέσα της, όταν απουσιάζει για διαστήματα από τη ζωή της.
Η ιστορία της φιλίας τους θα ταυτιστεί με εκείνη της Νάπολης και οι ζωές τους παρότι διαφορετικές μοιάζουν να έχουν ποτιστεί από τον παράλογο φόβο της Λίλας, ότι τα περιγράμματα των ανθρώπων και των πραγμάτων είναι εύθραυστα, ότι σπάνε σαν κλωστές και η υλική υπόσταση ενός πράγματος διαλύεται για να διασκορπιστεί μέσα σε κάτι άλλο.
Τις αγάπησα και τις δυο. Την καθεμιά ξεχωριστά, μα και μαζί και παρόλο που δεν τις καταλάβαινα πάντα, προσπάθησα σκληρά να τις κατανοήσω. Με έκαναν να θυμώνω συχνά, όπως μόνο ένας πολύ δικός σου άνθρωπος σε κάνει να θυμώνεις.
Η Έλενα με έκανε να θυμώνω περισσότερο. Δεν ξέρω αν έφταιγε το γεγονός ότι οι προσδοκίες μου γι΄αυτήν ήταν ανάλογες με εκείνες που είχαν η μητέρα της και η φίλη της, μα με απογοήτευσε πολλές φορές. Τη συγχώρεσα άλλες τόσες, αλλά αυτό που ίσως δε θα μπορέσω να της συγχωρήσω τελικά ήταν η αίσθηση της αδυναμίας που μου έδινε πίσω από τη δύναμη που έδειχνε, ή και ανάποδα, η αίσθηση της δύναμης που κρύβονταν πίσω από την αδυναμία που συχνά φανέρωνε.
Ξέρω πως μοιάζει μπερδεμένο όλο αυτό, ωστόσο εύκολα θα μπορούσα να το τεκμηριώσω, αν ήθελα να σας χαλάσω την αναγνωστική απόλαυση.
Κι αυτό δεν το θέλω!
Καλή ανάγνωση!



Η ιστορία της χαμένης κόρης, Έλενα Φερράντε 
(Η τετραλογία της Νάπολης - Βιβλίο τέταρτο)
Εκδόσεις Πατάκη
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση 
(Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους μου, να μην αναφερθώ στην εξαιρετική δουλειά που έκανε στη μετάφραση η Δήμητρα Δότση.)

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, Έλενα Φερράντε


Φτάνοντας στο τέλος του τρίτου βιβλίου της τετραλογίας της Νάπολης που υπογράφει η Έλενα Φερράντε, έμεινα να αιωρούμαι στον αέρα κι εκεί μετέωρη άφησα με δυσκολία και με βαριά καρδιά το νήμα να κοπεί, που κόπηκε για άλλη μια φορά πάνω στο πιο κρίσιμο σημείο, με την προσμονή να το ξαναπιάσω σε λίγους μήνες με την κυκλοφορία του τέταρτου βιβλίου!

Η Έλενα και η Λίλα θα περνάνε από τη σκέψη μου μια στο τόσο, το παράξενο δέσιμό τους, η αδιαμφισβήτητη, όσο και ιδιαίτερη αγάπη τους, οι μεγάλες τους ομοιότητες και οι ακόμα μεγαλύτερες διαφορές τους, αλλά κυρίως όσα σκέφτονται η μια για την άλλη και τα λένε, μα κυρίως εκείνα που κρατούν ανομολόγητα.
Το πως σπρώχνει η μία την άλλη να προχωρήσει μπροστά, να επιδιώξει πολλά, ή τίποτα, η επιθυμία της Λίλας να ζήσει η Έλενα έτσι όπως αυτή δε θα ζήσει ποτέ, η εμμονή της Έλενας, που γίνεται ένας επίπονος αγώνας διαρκείας, να ξεπεράσει σε όλα την ευφυέστατη  Λίλα, παλεύοντας ταυτόχρονα διαρκώς με το αίσθημα κατωτερότητας που νιώθει απέναντι της, αλλά και τη βεβαιότητα ότι η Λίλα είναι εκείνη που την ωθεί να κάνει όσα κάνει και πως αν είχε τη δυνατότητα να κάνει ανάλογα πράγματα θα τα έκανε καλύτερα!

Όλα αυτά κι άλλα περισσότερα, αλλά και το πως η σχέση τους μοιάζει να παρασύρεται στο χρόνο ξεθωριάζοντας, χωρίς ωστόσο να σβήνει ποτέ πραγματικά, παρά να ξαναζωντανεύει με ορμή, θα γυρεύουν με αγωνία να ξαναβρούν υπόσταση στη συνέχεια που θα δώσει το επόμενο βιβλίο.
..."Όσο περισσότερο αναζητούσα εγώ τα εργαλεία για να προσπαθήσω να εξηγήσω στον εαυτό μου τον ίδιο μου τον εαυτό, τόσο περισσότερο εκείνη κρυβόταν. Όσο περισσότερο προσπαθούσα να την παρακινήσω να ξεδιπλώσει τον δικό της εαυτό και να την παρασύρω στη λαχτάρα μου να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, τόσο εκείνη κρυβόταν στο μισοσκόταδο. Έμοιαζε με το ολόγιομο φεγγάρι όταν λουφάζει πίσω από το δάσος και τα κλαδιά του μαυρίζουν το πρόσωπο"...
 Η Έλενα επιθυμεί να κατανοήσει, η Λίλα από την άλλη, δείχνει να έχει καταλάβει μιαν άλλη αλήθεια και προσπαθεί να κάνει την Έλενα να τη δει κι αυτή:
..." Τα βλέπεις; Στα παραμύθια κάνουμε ό, τι θέλουμε, στην πραγματικότητα κάνουμε Ό, τι μπορούμε"...

..."Ήταν λες και μες στα σπλάχνα της η πόλη επώαζε ένα μένος που δεν μπορούσε να αναδυθεί, κι έτσι την κατέτρωγε ή έσκαγε σε επιφανειακές φλύκταινες, γεμάτες δηλητήριο εναντίον όλων, παιδιών, ενηλίκων, ηλικιωμένων, ανθρώπων από άλλες πόλεις, Αμερικάνων του ΝΑΤΟ, τουριστών κάθε εθνικότητας, των ίδιων των Ναπολιτάνων. Πώς να αντέξεις σε αυτό τον τόπο της ασυδοσίας και του κινδύνου, στην περιφέρεια, στο κέντρο, στους λόφους, κάτω από τον Βεζούβιο;"...
Η Έλενα πάσχισε σκληρά να αφήσει πίσω την πόλη της. Σπούδασε για να φύγει από εκεί, για να διαπιστώσει τελικά πως όλα όσα νιώθει για την πόλη της, όσα την τρομάζουν στην ίδια και στους ανθρώπους της θα τα βρίσκει όπου κι αν πάει, σε όσους συναντά. 
Ανακαλύπτει πως η χοντροκοπιά των ανθρώπων, που ένιωθε να τη συνθλίβει στη γενέτειρά της, είναι εξαπλωμένη παντού. Κρύβεται ακόμα και μέσα σε ανθρώπους καλλιεργημένους κι εκλεπτυσμένους. Η περίφημη καλλιέργειά τους, δεν είναι παρά ένα επιφανειακό λούστρο που αποκτούν με τη μόρφωση και συντηρούν με τον πλούτο τους, αλλά λίγο ξύσιμο του λούστρου αρκεί για να φανερώσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που εκείνη απεχθάνεται.

Ο κόσμος όλος μοιάζει να κινείται στην ίδια τροχιά. Οι άνθρωποι κρύβονται, ή φανερώνονται, αγαπούν, ή μισούν, διαμαρτύρονται, ή ανέχονται, μα την ακολουθούν.
Σε μια περίοδο αναταραχών στην Ιταλία, αλλά και αλλού, οι δυο φίλες μοιάζουν να έχουν σπάσει η καθεμιά τα δικά της δεσμά για να αναζητήσουν τις ευκαιρίες τους.
Η Λίνα έχει φύγει από τον βάναυσο άνδρα της, και δουλεύει σκληρά σε ένα εργοστάσιο, όπου ο εργοδότης της γρήγορα ανακαλύπτει ότι η ανάγκη της για δουλειά δε συμπίπτει με την ανάγκη της ταπείνωσης, κι αυτό σηματοδοτεί πολλά.  

Η Έλενα έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της, έχει γράψει ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα κι ετοιμάζεται να παντρευτεί. Όλα δείχνουν να παίρνουν το δρόμο τους, κι ο δρόμος πότε γίνεται ανηφορικός και πότε κατηφορικός, πότε βατός και πότε όχι, με τις πορείες των δυο φιλενάδων να απομακρύνονται μια στο τόσο, μόνο και μόνο για να ξανασυναντηθούν. Κάποιες φορές μάλιστα μοιάζουν να περιφέρονται γύρω από τη σκιά ενός άντρα που η Έλενα ερωτεύτηκε από μικρή, η Λίλα ξελογιάστηκε μαζί του όσο ήταν παντρεμένη και όλα δείχνουν ότι τον άφησε πια πίσω της, αντίθετα με την Έλενα, που μοιάζει να τον βρίσκει διαρκώς μπροστά της.
Η γειτονιά τους και οι κάτοικοί της δε φεύγουν ποτέ από τη ζωή τους, έστω κι αν δε μένουν πια εκεί.


 Το σκηνικό γύρω τους όλο κι αγριεύει. Οι φασίστες γίνονται όλα και πιο απροκάλυπτοι και οι αντιδράσεις δεν αργούν.
Βρισκόμαστε πια στη δεκαετία του 70, την εποχή που κουβαλά τους δικούς της εφιάλτες με τη ρίζα τους να χάνεται στο παρελθόν και τα κλαδιά τους να απλώνονται στο μέλλον. Ταυτόχρονα είναι και η εποχή που νέες δυνατότητες  εμφανίζονται χάρη στην τεχνολογία.
Αυτή την εποχή μας μεταφέρει με πιστότητα η Φερράντε κάνοντας αναπόφευκτα αναφορά σε πολλά σημαντικά γεγονότα της και υφαίνοντας την ιστορία της με κλωστές βαμμένες ακόμα και στο αίμα.

Η αφηγηματική της δεινότητα μεταφέρει με φυσικότητα τον αναγνώστη σε χρόνους, τόπους, ζωές και συναισθήματα.
Θεωρώ αυτονόητο πως όσοι άρχισαν το πρώτο βιβλίο διάβασαν ήδη το δεύτερο και θα διαβάσουν κι αυτό εδώ, ενώ θα ανυπομονούν για το τέταρτο και το τελευταίο της τετραλογίας.
Αν ακόμα δεν ξεκινήσατε το πρώτο, να μια καλή ευκαιρία να διαβάσετε και τις τρεις συνέχειες αναπόσπαστα.

Όσοι αποφασίσουν να μην τα διαβάσουν, δε θα μπουν ποτέ στον κόσμο που με δεξιοτεχνία δημιουργεί η Φερράντε και  σίγουρα θα χάσουν πολλά!



Το βιβλίο "αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Δήμητρας Δότση και είναι το τρίτο βιβλίο της τετραλογίας της Νάπολης.
"Η υπέροχη φίλη μου" και "Το νέο όνομα" ήταν τα δύο που προηγήθηκαν.