Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Αχ μαργαριταρένια!


Η νύχτα φύσηξε απαλά τα αστέρια να σβήσουν, σήκωσε το μαύρο της φουστάνι, κι ετοιμάστηκε να φύγει. Όλα αποκτούσαν και πάλι σχήμα καθώς η ανατολή άρχισε σιγά σιγά να ροδίζει.
Θα περνούσε λίγη ώρα ακόμα μέχρι η πιο ανυπόμονη ακτίδα να σκαρφαλώσει το βουνό πίσω απ' το οποίο πάλευε  να γεννηθεί η νέα μέρα και να δείξει σαν θεϊκό δάχτυλο τον πιο παράξενο καρπό του κόσμου. 
Η φυσιογνωμία του αλλόκοτη, μα μια αίσθηση γαλήνης έμοιαζε να τον τυλίγει. Μια ικανοποίηση γλίστραγε απ' τα κλειστά του μάτια, κατηφόριζε τα φουσκωτά του μάγουλα, έδινε σχήμα στο χαμόγελό του κι έσταζε λες στη γη κατηφορίζοντας στο μυτερό του πηγούνι που ακόμη δεν είχε κοκκινίσει.


Πρώτη τον είδε μια μαργαρίτα κι άρχισε να τρέμει. Από φόβο; Απ' το ανεπαίσθητο αεράκι που σήκωσε τρικυμία στον μικρό κήπο; Άγνωστο. Πάντως όταν έπαψε η πνοή του αέρα να θροΐζει κλαδιά και άνθη, η μικρή μαργαρίτα έκρυψε μ’ ένα πέταλο το στόμα που άνοιξε όλο έκπληξη. 



- Μαντάμ Ορτάνς, μαντάμ Ορτάνς! Έσπευσε να φωνάξει την όμορφη ορτανσία που άνθιζε σιμά της.
- Τι είναι Μαργαριταρένια μου; Αναστατωμένη σε ακούω.
- Μια αχτίδα μου φανέρωσε πριν λίγο τον μάγο Πιπέρη. Μα ήμουν εδώ όταν είδα να τον κόβουν. Μας είχε κάψει με τα μαγικά του και θυμάμαι πόσο χάρηκα όταν είδα ότι έφευγε. Και τώρα, ω τώρα είναι πάλι εδώ, κόκκινος κόκκινος και καυτερός, ίδιος δράκος. Να δείτε που θα μας τιμωρήσει που χαρήκαμε όταν νομίσαμε ότι έφυγε μια για πάντα!
- Σσσσς, έκανε νυσταγμένη η Ρόζα η τριανταφυλλιά, δείχνοντας τα αγκάθια της. 
Προτιμούσε βλέπετε να ξυπνά με τα φιλιά του ήλιου, παρά με τη φλυαρία της Μαργαριταρένιας, η οποία ντράπηκε και μαζεύτηκε.
Η συστολή της δεν κράτησε πολύ, μια κι ο ήλιος αφού απόθεσε τα φιλιά του στη Ρόζα ως όφειλε, για να ξυπνήσει εκείνη όλα της τα αρώματα και να τα σκορπίσει τριγύρω, έριξε κατόπιν άπλετο το φως του στον κηπάκο αποκαλύπτοντας όλα τα μυστήρια που συντελέστηκαν τη νύχτα μέσα στην ομίχλη. Μυστήρια, που τι μυστήριο κι αυτό, έλαβαν χώρα πάνω που επέστρεψε ο μάγος Πιπέρης.

Μια ματιά τριγύρω έκανε τη Μαργαριταρένια να χάσει τη λαλιά της. Όταν δε, αντίκρισε την αγαπημένη της φίλη τη μαντάμ Ορτάνς ένιωσε να ξεριζώνεται ολόκληρη και να μένει μετέωρη. Βλαστοί, φύλλα και πέταλα μονάχα, χωρίς ρίζες να την ενώνουν με τη γη, να τη δένουν με τον κόσμο τούτο.


-Ω συμφορά μου, φώναξε όταν ξαναβρήκε τη λαλιά της! Μαντάμ Ορτάνς, Ρόζα, Γαρουφαλιά, κι εσύ κυρία με τις καμέλιες, φώναξε στον θάμνο που δεν είχε πάνω του ούτε μια καμέλια, αλλά οι θρύλοι έλεγαν ότι κάθε χειμώνα ήταν γεμάτη λουλούδια. Μας μάγεψε...ο...Πι...ο Πι...ο Πιπιιπέρης, τραύλισε, προσθέτοντας πάνω στη σύγχυσή της μια συλλαβή παραπανίσια στο  όνομά του. Μας μάγεψε σας λέω!  Το νιώθω, το βλέπω πως πεθαίνουμε!
Η κυρία με τις καμέλιες έμεινε ατάραχη, αλλά όλοι οι άλλοι πανικοβλήθηκαν. Κοιτάζονταν όλο τρόμο και θρηνούσαν τη νιότη τους.


Ο γέρο-Ηλίας, ο ηλίανθος άκουσε τις φωνές, σήκωσε με κόπο το κεφάλι του, που μόλις μέχρι χτες ακολουθούσε περήφανο την πορεία του συνονόματού του στον ουρανό και χαμογέλασε θλιμμένα.

-Αχ μικρή μου, ψέλλισε με τρυφερότητα. Κούνησε τα μεγάλα του φύλλα να γίνει ησυχία κι άρχισε να εξηγεί με σοφία τα μυστικά της δημιουργίας, να αναλύει με υπομονή όλα όσα φάνταζαν τόσο ανεξήγητα και μυστήρια.
Η ζωή δεν έχει οδοδείκτες να σου λένε από δω είναι η νιότη, από εκεί τα γηρατειά, διάλεξε έναν δρόμο και περπάτα τον για πάντα. Και σάματις τότε θα διάλεγε κανείς τα γηρατειά;
Τίποτα δεν κρατάει για πάντα και όλα κάνουν έναν μεγάλο κύκλο που ξεκινά με τη γέννηση για να κλείσει με τον θάνατο.
Όλα έχουν την εποχή τους και η δική μας εποχή πέρασε. Μην κοιτάτε την καμέλια. Εκείνη δίνει ενέχυρο τα άνθη της και μένει με τα φύλλα τον περισσότερο καιρό για να αγοράζει περισσότερο χρόνο.
Αλλά κι αυτή όσα ενέχυρα κι αν δώσει την αθανασία δε θα την κερδίσει ποτέ.
Κι αφήστε ήσυχο πια τον Πιπέρη. Μπορεί να είναι καυτερός, αλλά κακός δεν είναι. 
Αυτά είπε κι ύστερα σώπασε.

Στην ησυχία που ακολούθησαν τα λόγια του ο μάγος Πιπέρης κοκκίνησε κι άλλο από τη χαρά του, μα δεν παρέλειψε να στείλει το πιο καυτερό του βλέμμα να συναντήσει εκείνο της σαστισμένης πια για τα καλά Μαργαριταρένιας, που κόλλησε πάνω στις αδερφές της ψάχνοντας παρηγοριά.


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου, στο 16ο "Παίζοντας με τις λέξεις"  όπως αρχικά γράφτηκε, πριν κοπεί για να χωρέσει στο όριο των λέξεων του παιχνιδιού. 
Αναγκαστικά κόβοντας και ράβοντας έγιναν κάποιες μικροαλλαγές, αλλά η ουσία δεν άλλαξε!
Οι ήρωες του μικρού μου παραμυθιού κι εγώ ευχαριστούμε πολύ όσους το ξεχωρίσατε!

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Πως φτιάχνουμε χιονόμπαλες, ή έστω...fairy globes

Όταν ήμουν μικρή η γιαγιά μου συνήθιζε να μου διηγείται παραμύθια, ιστορίες τις έλεγε εκείνη, κι επέμενε πως ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Παραμύθια τις έλεγα εγώ, που από τότε ακόμα ό, τι με τρόμαζε, ή ό, τι  δεν πολυκαταλάβαινα, το έβαζα κάτω από το πρίσμα της παιδιάστικης ακόμα λογικής μου και το εξέταζα με σχολαστικότητα από όλες τις μεριές μέχρι να το κατανοήσω. Αν η κατανόηση ήταν αδύνατη, τότε του έβαζα μια ωραιότατη ταμπέλα. Παραμύθια έλεγα, και δεν το έλεγα καθόλου περιφρονητικά, αλλά με όλον το σεβασμό που αρμόζει σε κάθε παραμύθι και σε κάθε ον που έρχεται από τη χώρα του φανταστικού για να παίξει μαζί μας, ή να παίξουμε εμείς μαζί του.

Τα παραμύθια λοιπόν της γιαγιάς μιλούσαν για πανέμορφες γυναίκες με μακριά μαλλιά, για αέρινα πλάσματα πέραν του κόσμου τούτου, που όποιος τα έβλεπε έχανε τη λαλιά του, ή τον έβρισκαν άλλα χειρότερα δεινά.
Συνήθως τα συναντούσαν άντρες που τους έβρισκε η νύχτα κοντά σε ποτάμια, ή δάση και όλο και κάποιος γνωστός της είχε συναντήσει, λέει, μια από δαύτες, κι αν είχε γλιτώσει το κακό, ήταν μόνο και μόνο επειδή είχε προνοήσει να κρυφτεί καλά και να αντισταθεί με νύχια και με δόντια στο αερικό, μην αφήνοντας να του πάρει τα μυαλά η ομορφάδα του, ο αισθησιακός του χορός, ή η εξαίσια, μαγευτική φωνή του. 
Υπήρχαν όμως και οι σπάνιες κι αξιομνομόνευτες εκείνες περιπτώσεις που η νεράιδα δεν έπαιρνε τη λαλιά εκείνου που την είχε δει, αλλά τον ερωτεύονταν παράφορα και οι ιστορίες μιλούσαν τότε για τα παράδοξα αυτά ζευγάρια που ζούσαν αγαπημένα κι ευτυχισμένα για πολλά χρόνια, ή για άλλα που η κακοτυχία τα κατέτρεχε κι έκανε τον έρωτά τους απίστευτη πηγή δυστυχίας.

Πως έγινε κι αυτά τα μυθικά πλάσματα της παιδικής μου ηλικίας ήρθαν να με ανταμώσουν στην ενήλικη πια ζωή μου, έχει εξήγηση.
Δεν είναι βέβαια, ότι έλειψαν στο μεταξύ οι παρουσίες τους, αφού εκείνα τα ακατανόητα ξωτικά της γιαγιάς με τα χρόνια πήραν άλλες μορφές με σημαντικότερη ίσως, την από τη χώρα του Ποτέ Ποτέ προερχόμενη, διάσημη Tinker Bell.  
Και πολύ αργότερα, μινιατούρες τους, ή και μεγαλύτερα κομμάτια, πότε σε χιονόμπαλες και πότε όχι, έρχονταν να με βρουν, μια κι έγινε αγαπημένη συνήθεια της κόρης μου, να μου φέρνει με κάθε ευκαιρία κι ένα τέτοιο μικρό θαύμα. Και είναι παράξενο στα αλήθεια, αν λάβουμε υπόψιν μας πως η ίδια ποτέ δεν έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για τέτοια "παιχνίδια". 
Έγινε όμως κάτι σαν εκκεντρική παράδοση όλο αυτό. Ένα πάρε δώσε που μας χαροποιεί, κάτι απόλυτα δικό μας, σαν ένα φανερό σε όλους μυστικό, μα που την ουσία του άλλος δεν την αισθάνεται, παρά εμείς, κι έφτασα έτσι να έχω μια  αξιόλογη συλλογή που τη φροντίζω προσεκτικά. Ή όχι και τόσο προσεκτικά, αφού στη μάχη του ξεσκονίσματος υπήρξε κάποτε μια απώλεια, με αποτέλεσμα μια μικρή νεράιδα να μείνει χωρίς τη μπάλα της. 
Μια μέρα ωστόσο, είδα πως υπάρχει λύση ακόμα και γι΄αυτό. Έπεσα τυχαία πάνω της, μα στη συνέχεια έψαξα και ό, τι άλλο σχετικό, ώσπου έφτασε και η ώρα να αποκατασταθεί επιτέλους η ζημιά.


Τα πράγματα ήταν απλά!

Για να φτιάξουμε μια χιονόμπαλα χρειαζόμαστε:

βάζο
κόλλα δυνατή
απεσταγμένο νερό, ή και βρασμένο απλώς
λίγη γλυκερίνη 
χρυσόσκονη, ασημόσκονη και πάει λέγοντας...μια κι εδώ τα μέσα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι ανεξάντλητα και ναι, για να δικαιολογήσουμε και το όνομα του αποτελέσματος, μπορούμε να βάλουμε και χιόνι αν το επιθυμούμε. Όχι αληθινό ε;

Τι κάνουμε τώρα με όλα αυτά!

Πρώτα κολλάμε το αντικείμενο που θέλουμε, τη νεράιδα εν προκειμένω, πάνω στο καπάκι του βάζου και περιμένουμε να στεγνώσει η κόλλα.
Όταν κρίνουμε πως είναι εντάξει, τότε βάζουμε στο βάζο το νερό, που αν το έχουμε βράσει εννοείται πως περιμένουμε να κρυώσει, και στάζουμε μέσα λίγη γλυκερίνη που έχουμε προμηθευτεί από φαρμακείο και είναι πάμφθηνη. 
Ο σκοπός της γλυκερίνης είναι να καθυστερεί την απότομη πτώση των "χρυσοασημόσκονων", που προσθέτουμε στη συνέχεια και στην ποσότητα που επιθυμούμε, και να τις κάνει να πέφτουν πιο αργά.

Φροντίζουμε το νερό να πάει όσο πιο ψηλά γίνεται για να μην έχουμε κενό, κάτι που ομολογουμένως δεν κατάφερα στην πρώτη μου κατασκευή, μια και το κενό είναι ευδιάκριτο.
Τελικά, όσο ασχολείσαι με κάτι τόσο σου γίνεται μανία, οπότε πέρασα αμέσως στην επόμενη χιονόμπαλα, όπως βλέπετε στις φωτογραφίες και όπως θα διαβάσετε και πιο κάτω.
Στη συνέχεια βάζουμε κόλλα γύρω γύρω στο καπάκι, το βιδώνουμε καλά και το γυρνάμε ανάποδα μόνο όταν η κόλλα στεγνώσει για να μην έχουμε απρόοπτα!


Επειδή βαζάκια υπάρχουν, νερά υπάρχουν και υπήρχαν ήδη οι άφθονες σκόνες και η γλυκερίνη, μια άλλη νεράιδα που κάποτε στόλιζε μια πασχαλιάτικη λαμπάδα εκδήλωσε έντονα την επιθυμία να αποκτήσει κι αυτή μια πιο μόνιμη κατοικία.
Κι έτσι έγινε. Αυτή τη φορά κατάφερα στο μέτρο του δυνατού να νικήσω και το κενό, βλέπετε το βάζο μας ξεγελάει κάνοντας το γεμάτο, μα καθόλου γεμάτο δε θα είναι όταν γυρίσει ανάποδα!



Κι όλα αυτά τα θαυμαστά κι εξωπραγματικά άρχισαν να αποκτούν υπόσταση λίγο πριν η Αριστέα ανακοινώσει το 3ο "Άλλαξέ το".
Έτσι περίμεναν υπομονετικά να γίνει ο διαγωνισμός, να κλέψουν οι νεράιδες τη φωνή όλων και κάνοντας τα αλλόκοτα μαγικά τους, να περάσουν τελείως απαρατήρητες σαν κάθε ξωτικό που σέβεται τον εαυτό του άλλωστε, για να καταλήξουν εντέλει εκεί όπου ήταν προορισμένες να καταλήξουν εξαρχής!
Αριστέα μου σε ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία!


Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο ανάποδος


Ο ανάποδος


Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα ποτάμι κρυμμένο μέσα στο πυκνό δάσος ζούσαν μικρά, μεγάλα και μεγαλύτερα πλάσματα που άλλο δεν ήθελαν παρά την ησυχία τους.

Ήταν όλα απολύτως συνηθισμένα και δεν είχαν τίποτα μαγικό, τίποτα ξεχωριστό. 
Τα καβούρια πήγαιναν ανάποδα, όπως πάνε τα καβούρια από καταβολής κόσμου, οι βάτραχοι κόαζαν δυνατότερα από ποτέ στο απόβροχο και τα έντομα, πάλευαν διαρκώς να τους αποφεύγουν. 
Μόνο οι τρελές πεταλούδες ζούσαν επικίνδυνα, αφού χόρευαν συνεχώς πετώντας από τη μια όχθη στην άλλη. μεθυσμένες από μια μόνιμη χαρά, χωρίς να δίνουν σημασία στα βατράχια που τους έστηναν καρτέρι.


Μια στο τόσο κάποια πεταλούδα εξαφανίζονταν, μα οι άλλες, ούτε που έδιναν σημασία.  Συνέχιζαν τα αλλοπρόσαλλα πετάγματα κι απλά τίναζαν τα φτερά τους λίγο δυνατότερα όταν ένιωθαν την αύρα από το άλμα των βατράχων κι άκουγαν στόματα να κλείνουν πίσω τους. Τότε η μικρή καρδιά τους άρχιζε το ποδοβολητό, αλλά έδιναν μία και πετούσαν ακόμα ψηλότερα. 

Δεν ήταν απερίσκεπτες, όπως τους είχε βγει το όνομα. Απλά ζούσαν. 
Ένας γέρο κάβουρας, έλεγε πως τις άκουγε κιόλας να τραγουδούν, αλλά κανείς δεν τον πίστευε, γιατί ήταν κουφός.


Κι έτσι περνούσε η ζωή στο ποτάμι. Με τα λιγοστά του ψάρια να ανοίγουν δρόμο στα ρεύματα, τους βατράχους να παλεύουν να κατασπαράξουν τις πεταλούδες και το γέρο κάβουρα να φτιάχνει ιστορίες που κανείς δεν πίστευε.

Ετούτη τη γαλήνη της καθημερινότητας, ήρθε κάποτε να ταράξει η γέννηση ενός μικρού καβουριού που καθόλου δεν έμοιαζε με τ' άλλα.
Ετούτο βάδιζε ίσια.


Τα καβούρια το κοιτούσαν κουνώντας τις δαγκάνες τους με απορία. 
Ο γέρο κάβουρας όμως χαμογελούσε περήφανα, κι έλεγε, πως χωρίς υπερβολή, τούτο το παιδί μια μέρα θα τους έκανε περήφανους, έτσι καθώς κινούνταν σαν αστραπή.
Πες πες το πίστεψαν και οι άλλοι κι έφτασε ο μικρός να θεωρείται μεγάλη προσωπικότητα χωρίς να κάνει ποτέ τίποτα πιο αξιοπρόσεκτο, από το να βαδίζει απλώς ανάποδα, δηλαδή ίσια!


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 10ο "Παίζοντας με τις λέξεις" που όταν γράφονταν είχε μια τάση να ξεπερνά το όριο των λέξεων του παιχνιδιού, με τον "ανάποδο" κάβουρα να κάνει κατορθώματα για να μείνει στην "ιστορία", αλλά τελικά τέλειωσε απότομα, αφού αποφάσισε πως το πιο σπουδαίο χαρακτηριστικό του ήταν η αναποδιά του....
Ευχαριστώ πολύ όσους πρόσεξαν τον διαφορετικό και ολότελα αλληγορικό κάβουρα!


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Μαριονέτες

Κόκκινη κλωστή δεμένη, 
σ' ένα μύλο είναι κρυμμένη.
Με αέρα θα γυρίσει
παραμύθι ν' αρχινίσει....












Και η μαγεία συνεχίζεται...

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Η αλεπού και η κουκουβάγια

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός χωριού, ακριβώς στα όρια της πραγματικότητας με τη φαντασία, ζούσε μια κόκκινη αλεπού. 
Καμάρι της και προίκα της η φουντωτή ουρά της!


Η φωλιά της, κοντά σε έναν ερειπωμένο μιναρέ, άπλωνε πολύπλοκα λαγούμια και κρυψώνες.
Εκεί έκρυβε και μεγάλωνε η έρμη τα παιδιά της
Τέσσερα τον αριθμό και λιμασμένα όλα!

Λίγη σημασία έδινε η αλεπού στις περιττές τις πέτρες, αν και συχνά περνούσε από μπροστά τους. Μια φορά μάλιστα, ποντίκι κυνηγώντας, χώθηκε και μέσα τους, μα έχασε το θήραμα, μαζί και το ενδιαφέρον. 
Δίχως να ρίξει μια ματιά, χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Έτσι δεν είδε τα σκαλιά που στην κορφή οδηγούσαν, ούτε τον ποντικό που όλο χαμογελούσε, καθώς σκαρφάλωνε ευτυχής που γλίτωσε κι απόψε.

Δεν άκουσε ούτε την κουκουβάγια που την περιγελούσε, καθώς με μια βουτιά άρπαξε τον ποντικό κι έφευγε μακριά της.

"Τι καλά, κυρά αλεπού που μου τα ξετρυπώνεις. Μου στέλνεις τα θηράματα στο στόμα κατευθείαν".

Οι μέρες διαδέχονταν όμοιες η μια την άλλη. Τα βράδια που η αλεπού άρχιζε τα νυχτέρια, περνούσαν όμοια κι αυτά, χωρίς διαφορές μεγάλες. Μόνο που τα κουτάβια της που όλο και πεινούσαν την ανάγκαζαν να μένει ως αργά τα πρωινά στους δρόμους, στο κυνήγι!
Κάθε φορά κανόνιζε να παίρνει κι άλλο δρόμο, για να μπερδεύει όσους θα ήθελαν να την ακολουθήσουν. Έδινε στόχο όμως στο φως, κι αυτό καλό δεν ήταν!

Αυτά σκέφτονταν μια νυχτιά, που είχε πάρει ξανά τους δρόμους.
Το φεγγάρι πρόβαλλε ολοστρόγγυλο στον ουρανό και η αλεπού έξω από το μιναρέ στάθηκε και κοιτούσε. 
Κάθισε κάτω κι άρχισε το φως να καταριέται!

"Ήταν ανάγκη να έχει δίσκο ο ουρανός"; αναστέναξε θλιμμένα.
"Ποιος τον καρφώνει εκεί ψηλά; Ποιος βάζει δυσκολίες;
Σβήσε άτιμο κερί που ανάβεις στα ουράνια και στέλνεις φως εκεί που σκοτεινιά έπρεπε μόνο να 'ναι".

Η κουκουβάγια την άκουσε και γέλασε με κέφι.
Τίναξε τα φτερά της κι έπιασε θέση σε κλαδί για να την κάνει χάζι. Κατάλαβε με όλη τη σοφία της πως θα γλεντούσε απόψε!

Η αλεπού πρώτα άκουσε το θρόισμα κι ύστερα είδε το πτηνό με τα μεγάλα μάτια. 
Με το μυαλό της το έβλεπε ήδη σερβιρισμένο και τα αλεπουδάκια της να πέφτουν με τα μούτρα.
Ξερογλύφτηκε κι απόφαση το πήρε! Πάση θυσία έπρεπε να φάει αυτό το γεύμα.

Γλυκό χαμόγελο έβαλε, κι άρχισε να τη ζαχαρώνει. Σκέφτονταν πως αν κατάφερνε φίλη της να την κάνει, αν η κουκουβάγια της έδειχνε λίγη εμπιστοσύνη, θα την είχε εύκολα του χεριού της, ή καλύτερα του τραπεζιού της, διόρθωσε τη σκέψη της, και χάχανο της βγήκε!


- Τι χαχανίζεις, κυρά Μάρω; ρώτησε η κουκουβάγια.
- Σκέφτομαι τα μωράκια μου και πόσο τα λατρεύω! 
Θέλεις να πάμε να τα δεις, να τα χαρείς κι εσύ καλή μου;
- Πολύ ευχαρίστως να τα δω, να τα χαρώ με σένα,
 "μα σκέφτομαι η δύσμοιρη, μήπως χαρούν εμένα", συμπλήρωσε χαμηλόφωνα η κουκουβάγια!

- Άλλη φορά μαθές να 'ρθω, που θα κρατώ πεσκέσι!

Η αλεπού ξεφύσηξε, μα δεν το βάζει κάτω.
- Για έλα λίγο πιο κοντά, μεγάλα μάτια που έχεις! Τι όμορφα, μπιρμπιλωτά, λάμπουν σαν το δίσκο, είπε κι έδειξε το φεγγάρι.
- Φεγγάρι είναι μάτια μου και απόψε δύσκολη βραδιά, χωρίς καλό κυνήγι.
Κι η κουκουβάγια πέταξε να κάνει έναν κύκλο. 
Κι όπως πετούσε ξέγνοιαστα, η αλεπού το είδε. 
"Μου μπήκε μες στο δίσκο. Σα να μου σερβιρίστηκε μονάχη της η καημένη. Είναι σημάδι θεϊκό, πως θα γενεί τροφή μου!"


- Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ, δω πάνω, κυρά Μάρω; Δυο κυνηγοί μαζί, όλο κάτι θα βρούμε.
- Μη με δουλεύεις να χαρείς γλυκιά μου κουκουβάγια. Φτερά δεν έχω, μα ουρά, μόνο για ομορφιά μου!
- Προσπάθησε και θα το δεις τι εύκολο που είναι. Ανέβα αν θες εκεί ψηλά κι αφέσου στη μαγεία, είπε κι έδειξε την κορυφή απ' το αρχαίο κτίσμα.

Η αλεπού τα έχασε. Το σκέφτηκε καλά καλά, είδε τα σκαλοπάτια, φαντάστηκε πως από ψηλά, όλα θα τα μπορούσε!
Μα λίγο πριν στο χαμό αφεθεί, η λογική της ήρθε.

"Μας πώς την πάτησα έτσι εγώ, και πίστεψα βλακείες; Η κουκουβάγια η έξυπνη θέλει να με ξεκάνει.
Μπορεί να είμαι πονηρή, μα τη σοφία της, όλα δείχνουν πως δε φτάνω.
Μήτε την ίδια θα χαρώ, εγώ και τα μωρά μου.
Καλά να πάθω, γιατί νόμισα πως θα την ξεγελάσω! 
Μα όπως όλα δείχνουνε, όσοι ήθελαν τον άλλον να γελάσουν, στο τέλος την πατήσανε, μένοντας με άδειο πιάτο."



Σιγά σιγά και χωριστά, πετώντας η μία με άνεση και τρέχοντας η άλλη, η αλεπού και η άσπονδη φίλη της, η κουκουβάγια, στην Αριστέα έφτασαν να μπουν στα παραμύθια!

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Παραμύθι, παραμύθι, το κουκί και το ρεβίθι...


Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ειρήνη μπερδεμένη
Δώσε κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινίσει

Η αγάπη κι η ομόνοια, 
κάτω σπάθες και κανόνια, 
κατεβήκανε μια μέρα
στο Λιτόχωρο πιο πέρα

Παραμύθι, παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι, 
βοήθησε κι εσύ να γένει
όλη η γης αγαπημένη

Αθηναίοι και Μανιάτες
αγκαλιά στήθια και πλάτες, 
Κάνουν έρωτα σαν πρώτα
στην Πεντέλη, στον Ευρώτα

Παραμύθι, παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι, 
βοήθησε κι εσύ να γένει
όλη η γης αγαπημένη...

Επειδή κάποια παραμύθια, κάποια τραγούδια, κάποιοι άνθρωποι είναι από πάντα και για πάντα ριζωμένοι στην καρδιά μας!
Κι επειδή, έτσι απλά κυλάει το κουκί και βρίσκει το ρεβίθι...



Στο παραμύθι μου "Οι καλές γλώσσες λένε....", έκανα μια προσπάθεια να "κοροϊδέψω" λίγο την τάση που υπάρχει τα τελευταία χρόνια και θέλει τα παραμύθια ξεπερασμένα.
Η καινούρια αυτή τάση μάλιστα ψυχαναλύει ακόμα και το λύκο και τον βγάζει αθώο, ενώ οι δικηγόροι υπεράσπισης στήνουν πρόχειρα δικαστήρια φωνάζοντας: "Δεν ξέρετε, κυρίες και κύριοι, τι πέρασε ο λύκος για να φτάσει να γίνει κακός. Δείξτε επιείκεια στο καημένο το ζωντανό..."
Φυσικά ο κακός ο λύκος δεν είναι παρά ένας συμβολισμός, όπως το καθετί στα παραμύθια, αλλά αυτό σπάνια λαμβάνεται υπόψιν!

Τα παιδιά, στα οποία άλλωστε απευθύνονται τα παραμύθια, πρέπει να έχουν ξεκάθαρους ήρωες. Κι αυτό είναι αξίωμα!
Πρέπει να διακρίνουν με ευκολία και το καλό και το κακό, γιατί όσο κι αν προσπαθήσουμε να τα προφυλάξουμε από το κακό, θα το βρουν κι αυτό στη ζωή τους.
Μακάρι να υπήρχε μόνο το καλό!

Έγραφα λοιπόν μεταξύ άλλων: 
"Με τούτα και με κείνα, η  ταυτότητά της γιαγιάς χάθηκε μέσα στο χρόνο, που άλλαξε και τη ροή των παραμυθιών κι έφτασε ο λύκος να βελάζει με αγανάκτηση που του τα φόρτωναν τόσα χρόνια όλα.

Μα φυσικά κι έφταιγε η Κοκκινοσκουφίτσα λένε οι καλές γλώσσες, γιατί κακές γλώσσες δεν υπάρχουν. Πάντα μια Κοκκινοσκουφίτσα φταίει, επειδή προκαλεί. Όλοι οι άλλοι είναι αθώοι. Θύματα της ακόλαστης με τα κόκκινα.
Κι έτσι μονοκοντυλιά σβήστηκε το κακό από τον κόσμο μας, κι όταν παρ' ελπίδα κάνει την εμφάνισή του, πάντα φταίει μια Κοκκινοφορεσούσα που δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή στο μήκος της φούστας της, ή στην ώρα που πέρασε και νυχτώθηκε στο δάσος."


Αν κάνουμε λοιπόν το λύκο του παραμυθιού καλό, τότε όλα τα βάρη τα παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, που παράκουσε τη μητέρα της και ξεχάστηκε κόβοντας λουλούδια.
Αυτό το μήνυμα θέλουμε να περάσουμε στα παιδιά μας;
Πως φταίνε για ό, τι κακό τους λάχει;
Και ποιο παιδί δεν ξεχάστηκε ποτέ;
Αναρωτιέμαι!
Ναι, πρέπει να τα μάθουμε να προσέχουν, αλλά άλλο το ένα, άλλο το άλλο!



Βέβαια για το συγκεκριμένο παραμύθι, (Κοκκινοσκουφίτσα), οι ειδικοί λένε πως συμβολίζει το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, με όλους τους φόβους που αυτό το πέρασμα σέρνει μαζί του.
Θα σας γελάσω αν το είχα δει ποτέ έτσι.
Μπορεί όμως, βαθιά μέσα μου να ξόρκισα κάποιους φόβους μου.
Ίσως όμως, και να μην έχει σημασία πως θα το δούμε, αλλά όλα όσα θα μας κάνει να αισθανθούμε!
Για εκείνη τη νίκη στο τέλος που μας δικαιώνει, έστω και στον κόσμο της φαντασίας, μια και το κακό, όποιο κι αν είναι αυτό, νικιέται!

"...και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!..."

Η φράση κλειδί που έρχεται με τη λύτρωση!
Κόκκινο πανί για πολλούς, αλλά άδικα, γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από το ομαλό πέρασμα στην πραγματικότητα. 
Οι μεγάλοι τα ψιλοκοσκινίζουμε όλα, μα καμιά φορά δεν είναι απαραίτητο.
Δε χρειάζεται να μεταδώσουμε στα παιδιά το φόβο για το αύριο, να αρχίσουμε να τους λέμε για τυχόν δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν οι ήρωες που μόλις δικαιώθηκαν.
Όχι, τώρα, όχι στο τέλος του παραμυθιού που οι φόβοι μόλις νικήθηκαν.
Οι ήρωες αποσύρονται να ζήσουν καλά.
Κι εμείς ζούμε καλύτερα. 
Ποιο παιδί δε νιώθει πως ζει καλά; (Με την προϋπόθεση φυσικά πως έχει ομαλή παιδική ζωή).
Το δεύτερο μισό της φράσης, βάζει το παιδί πάνω από τους ήρωες του παραμυθιού.
Του δίνει πάλι τον έλεγχο!
Πιστεύω ακράδαντα, πως ποτέ μα ποτέ, μα ποτέ όμως, δεν εξηγούμε ένα παραμύθι στα παιδιά.
Τους το διαβάζουμε και αφήνουμε τα παιδιά να μας το εξηγήσουν αν θέλουν!
Ό, τι καταλάβουν.
Δε δίνουν και πανελλαδικές!
Αν επιχειρήσουμε να τους το εξηγήσουμε εμείς, το μόνο σίγουρο είναι πως θα βάλουμε στον κόσμο τους πράγματα που δεν υπάρχουν ακόμα εκεί.
Φαντάσματα του μέλλοντος, φόβους και στερεότυπα των μεγάλων.
Το παιδί κρίνει και αναλύει το παραμύθι με βάση την ηλικία του!
Αν κάποιο παραμύθι τρομάζει το παιδί, το αποφεύγουμε μόνο αν κρίνουμε πως ο τρόμος του είναι πραγματικός και όχι ψεύτικος, για να συμπορευτεί με τον ήρωα που υποφέρει.
Και τότε ίσως πρέπει να ψάξουμε το λόγο που το παιδί τρομοκρατείται.
Γιατί όλα έχουν μια αιτία!


Αιτία για όλες αυτές τις σκέψεις ήταν το "Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι", στο οποίο θα βρείτε πολλά ακόμα παραμύθια!
Λίγες ακόμα σκέψεις μου για τα παραμύθια.
Εδώ κι εδώ θα βρείτε κι άλλες.

Μην ξεχνάτε, μέχρι αύριο το βράδυ στις 8, το "Παίζοντας με τις λέξεις" περιμένει τη βαθμολογία σας!

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Σιμιγδαλένιος (Αλέξανδρος Αδαμόπουλος)


Να μ' αγαπάς, να 'σαι καλός,
όμορφος, ξύπνιος να 'σαι,
να μην αντιμιλάς, 
να μην ξενοκοιμάσαι.

Ψυχούλα μου, καρδούλα μου,
δικός μου πάντα να 'σαι, 
πάντα να με θυμάσαι.

Να θέλεις ό, τι θέλω εγώ,
γλύκα της κάθε λύπης.
Να είσαι πάντα εδώ.
Ποτέ να μη μου λείπεις.

Αυτά λέει και ξαναλέει η Α΄ Βασιλοπούλα, πλάθοντας το Σιμιγδαλένιο της, κλεισμένη στην κάμαρά της. Και όταν ο Σιμιγδαλένιος σχηματίζεται τον αγκαλιάζει, τον φιλάει...κι εκείνος ξυπνά!

Αχ, τι γλυκά με ξύπνησες, όμορφα που κοιμόμουν.... 


Ο Σιμιγδαλένιος είναι ένα παραμύθι σε πέντε πράξεις και ο συγγραφέας του Αλέξανδρος Αδαμόπουλος λέει γι' αυτό: 

"Είναι ένα παραμύθι που διαβάζεται μ' ανοιχτή καρδιά. Για μικρούς ή για μεγάλους. Ψευτοδίλημμα! Ποιος μικρός θα' χε ακούσει ένα παραμύθι, αν δεν του το έλεγε κάποιος μεγάλος; Ποιος μεγάλος δε χαίρεται διαβάζοντας ένα παραμύθι;"


Λίγα λόγια για την υπόθεση...
Ο Α΄Βασιλιάς θέλει να παντρέψει την κόρη του, την Α΄ Βασιλοπούλα. Εκείνη δε δέχεται κανέναν για άντρα της, βρίσκοντας σε όλους κουσούρια.
Η αλήθεια όμως είναι, πως δε θέλει να δοθεί σε κανέναν. Αποφασίζει να φτιάξει μόνη της τον άντρα που θα πάρει και τον πλάθει όπως εκείνη θέλει!

Ο Βασιλιάς με τα πολλά τον εγκρίνει κι...έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Μα, για στάσου! Το παραμύθι μόλις άρχισε. Κι έχει πέντε πράξεις! Θα ήταν αδιανόητο να τελειώσει μόλις στην πρώτη!
Η περιπέτεια ξεκινά, όταν η Β΄ Βασιλοπούλα ζηλεύει και θέλει να κάνει το Σιμιγδαλένιο δικό της ταίρι.
Ο Β΄Βασιλιάς πείθεται και στέλνει να κλέψουν το Σιμιγδαλένιο!


Όταν τον χάνει η Α΄Βασιλοπούλα καταλαβαίνει πόσο πολύ τον αγαπά. 
Κι αρχίζει να ψάχνει παντού για να τον βρει!
Αρχίζει τη μοναχική της πορεία έξω από τον εαυτό της!


Θα τον βρει τελικά;
Κι αν τον βρει θα αλλάξει;
Θα αφήσει πίσω της το φόβο και τον εγωισμό που την έκαναν ως τώρα να μη θέλει να χαρίσει την καρδιά της σε κανέναν;


Τα δικά μου παιδιά είχαν αγαπήσει το βιβλίο, μα και την παράσταση, την οποία "ανέβαζαν" τακτικά στο σπίτι, ή έστω προσπαθούσαν, αφού την είχαν αποστηθίσει σχεδόν ολόκληρη!
Ατάκα στην ατάκα το πήγαιναν.

Ο δε γιος μου, στα νήπια τότε, μπορεί και στα προνήπια (να θυμηθώ να ανατρέξω στα  τότε home videos, για να θυμηθώ), τόσο ξετρελάθηκε με το έργο που πλησίασε μαγεμένος το συγγραφέα, κι από τότε το μοναδικό αντίτυπο του βιβλίου που κυκλοφορεί στο σπίτι μας, είναι αφιερωμένο σ' εκείνον!
Μας την έφερε ο (τότε) μικρός!


Για να μαγευτούν και τα δικά σας παιδιά, και γιατί όχι, και σεις, κυκλοφορεί από την Εστία η δωδέκατη έκδοση του παραμυθιού, αλλά ο Σιμιγδαλένιος ξαναζωντανεύει και στο σανίδι!


Ο Σιμιγδαλένιος

  

του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου



ΠΑΙΔΙΚΗ ΣΚΗΝΗ - ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ (ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

Μια βασιλοπούλα αποφασίζει να πλάσει μόνη της τον άνδρα που θα παντρευτεί για να μπορεί να τον κάνει ό,τι θέλει. Με αμύγδαλα, ζάχαρη και σιμιγδάλι φτιάχνει τον Σιμιγδαλένιο. Ο γάμος τους προκαλεί τη ζήλια μιας άλλης βασιλοπούλας που στέλνει στρατιώτες και απαγάγουν τον Σιμιγδαλένιο. Η πρώτη βασιλοπούλα τον αναζητά παντού με τη βοήθεια του ήλιου, του φεγγαριού και των αστεριών. Στην περιπλάνησή της θα συνειδητοποιήσει την αξία και τη δύναμη της αληθινής αγάπης. Θα καταφέρει να βρει τον αγαπημένο της Σιμιγδαλένιο;
Η παράσταση εμπνέεται από τους πίνακες του Θεόφιλου, χρησιμοποιεί παραδοσιακά κοστούμια και μάσκες, μετουσιωμένα με φαντασία και χιούμορ, και θυμίζει στα παιδιά παιχνίδια ξεχασμένα. Οι μουσικοί, επί σκηνής μαζί με τους ηθοποιούς, χρησιμοποιούν παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως ο ζουρνάς και το σαντούρι και παρασύρουν μικρούς και μεγάλους μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο με ζωντανές πολύχρωμες εικόνες και ήχους της λαϊκής μας παράδοσης.


Πρώτη παράσταση: 24/09/2015
Τελευταία παράσταση: 24/04/2016
Τηλέφωνο ταμείου:: 210 5288170 - 210 5288171, ομαδικές κρατήσεις : 210 5288179, Σχολεία ή παιδικά θεατρικά εργαστήρια : 210 5288178
Πηγή: http://www.n-t.gr/el/events/simigdalenios/

Η Α΄Βασιλοπούλα περιπλανιέται και ψάχνει παντού το Σιμιγδαλένιο της..
Ρωτάει τον Ήλιο, ρωτάει τη Σελήνη, 
ρωτάει τα Αστέρια, ρωτάει την Αριστέα!

Αν σας άνοιξε η όρεξη και θέλετε κάτι Σιμιγδαλένιο, σας έχω ραβανί!
Μετά, μπορείτε να βαθμολογήσετε χορτάτοι στο "Παίζοντας με τις λέξεις".


Δυο, μπορεί και παραπάνω, λόγια ακόμα!

Διαβάζοντας τα σχόλια, νιώθω πως δεν έκανα την παρουσίαση ως όφειλα κι άφησα κενά!
Ο φόβος και ο άκρατος εγωισμός της Α΄Βασιλοπούλας, είναι εκείνα που καλείται η ίδια να νικήσει!
Θέλει ένα άβουλο πλάσμα για ταίρι της, γιατί δεν αντέχει να πληγωθεί, νομίζει πως αν ανοίξει την καρδιά της στην αγάπη, θα γίνει αυτή άβουλη.
Από την άλλη είναι και τόσο εγωίστρια που βάζει τον εαυτό της πάνω από όλα κι από όλους. 
Θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο σε όλα, προπάντων στα συναισθήματά της!

Στη συνέχεια όλα ανατρέπονται. 
Η μοναχική πορεία έξω από την εαυτό της, (που είναι φράση κλεμμένη από το βιβλίο και κακώς νόμισα, ως φαίνεται, πως θα αποδώσει το νόημά του), είναι η περιπλάνησή της, που τη βιώνει και ο θεατής - αναγνώστης, αλλά ταυτόχρονα και η αλλαγή της, που γίνεται βήμα βήμα. 
Για πρώτη φορά στη ζωή της, αφήνει στην άκρη τον εαυτό της και κάνει πράγματα για τους άλλους. 
Δεν ψάχνει μόνο το Σιμιγδαλένιο, ωριμάζει ταυτόχρονα. Προσφέρει τη βοήθειά της σε εκείνους που συναντά στο δρόμο της, κι όταν φτάνει στον προορισμό της, είναι πια ένας άλλος άνθρωπος!
Ένας άνθρωπος που ανοίγει την καρδιά του στην αγάπη κι επιθυμεί μόνο να τον αγαπούν!

Ο συγγραφέας επισήμανε πως ένα παραμύθι πρέπει να διαβάζεται με ανοιχτή καρδιά. 
Εγώ θα πω αυτό που λέω πάντα!

Για να διαβάσουμε τα παραμύθια, ή καλύτερα για να τα κατανοήσουμε, πρέπει να βγούμε από τα στερεότυπα και να γίνουμε παιδιά. Να δούμε πίσω από πρίγκιπες, κακές μητριές και ζώα που μιλούν, τους συμβολισμούς. 
Γιατί όλα είναι συμβολικά!

Κι εδώ έχουμε το εξής παράδοξο. 
Ενώ τα περισσότερα παιδιά κατανοούν τους συμβολισμούς, μεγαλώνοντας, τους ζυμώνουν ως άλλες βασιλοπούλες το Σιμιγδαλένιο της, και τους πλάθουν με φερτά υλικά, τα χειρότερα μάλιστα του κόσμου τους, που δεν υπάρχουν στη φαντασία. 
Κανένα παιδί δε διαβάζει τη Σταχτοπούτα και ονειρεύεται τον πρίγκιπα. 
Όλα τα παιδιά όμως βλέπουν το δίκαιο που αποδίδεται. Η Σταχτοπούτα που είναι καλή, παίρνει αυτό που της αξίζει.
Όχι έναν πρίγκιπα, μα ένα βασίλειο να κυβερνήσει με καλή καρδιά, που κι αυτό συμβολικό είναι!
Κανένα παιδί δεν περιμένει να του μιλήσει η αλεπού, όπως μίλησε στο μικρό πρίγκιπα. Κατανοεί το συμβολισμό με παραδειγματικό τρόπο!

Στα παραμύθια επίσης πρέπει να έρθει η λύτρωση.
Πρέπει να υπάρξουν οι περιπέτειες, να δοκιμαστεί ο αναγνώστης και η ευαισθησία του μαζί με τον ήρωα, μα πρέπει και να νιώσει στο τέλος πως είναι νικητής! 
Να έρθει η κάθαρση!
Είναι έτσι δομημένα, που τα παιδιά και όσοι νιώθουν παιδιά, μαθαίνουν να νικούν φόβους, να τα βάζουν με το κακό, και στο τέλος να παίρνουν την ικανοποίηση πως νίκησαν!
Τι άλλο να πω!
Τα έχουν πει όλα οι ειδικοί καλύτερα από μένα!

Και τα έχω ξαναπεί στο Κορίτσι με τα παραμύθια.