
Η νύχτα φύσηξε απαλά τα αστέρια να σβήσουν, σήκωσε το μαύρο της φουστάνι, κι ετοιμάστηκε να φύγει. Όλα αποκτούσαν και πάλι σχήμα καθώς η ανατολή άρχισε σιγά σιγά να ροδίζει.
Θα περνούσε λίγη ώρα ακόμα μέχρι η πιο ανυπόμονη ακτίδα να σκαρφαλώσει το βουνό πίσω απ' το οποίο πάλευε να γεννηθεί η νέα μέρα και να δείξει σαν θεϊκό δάχτυλο τον πιο παράξενο καρπό του κόσμου.
Η φυσιογνωμία του αλλόκοτη, μα μια αίσθηση γαλήνης έμοιαζε να τον τυλίγει. Μια ικανοποίηση γλίστραγε απ' τα κλειστά του μάτια, κατηφόριζε τα φουσκωτά του μάγουλα, έδινε σχήμα στο χαμόγελό του κι έσταζε λες στη γη κατηφορίζοντας στο μυτερό του πηγούνι που ακόμη δεν είχε κοκκινίσει.
Η φυσιογνωμία του αλλόκοτη, μα μια αίσθηση γαλήνης έμοιαζε να τον τυλίγει. Μια ικανοποίηση γλίστραγε απ' τα κλειστά του μάτια, κατηφόριζε τα φουσκωτά του μάγουλα, έδινε σχήμα στο χαμόγελό του κι έσταζε λες στη γη κατηφορίζοντας στο μυτερό του πηγούνι που ακόμη δεν είχε κοκκινίσει.

Πρώτη τον είδε μια μαργαρίτα κι άρχισε να τρέμει. Από φόβο; Απ' το ανεπαίσθητο αεράκι που σήκωσε τρικυμία στον μικρό κήπο; Άγνωστο. Πάντως όταν έπαψε η πνοή του αέρα να θροΐζει κλαδιά και άνθη, η μικρή μαργαρίτα έκρυψε μ’ ένα πέταλο το στόμα που άνοιξε όλο έκπληξη.

- Μαντάμ Ορτάνς, μαντάμ Ορτάνς! Έσπευσε να φωνάξει την όμορφη ορτανσία που άνθιζε σιμά της.
- Τι είναι Μαργαριταρένια μου; Αναστατωμένη σε ακούω.
- Μια αχτίδα μου φανέρωσε πριν λίγο τον μάγο Πιπέρη. Μα ήμουν εδώ όταν είδα να τον κόβουν. Μας είχε κάψει με τα μαγικά του και θυμάμαι πόσο χάρηκα όταν είδα ότι έφευγε. Και τώρα, ω τώρα είναι πάλι εδώ, κόκκινος κόκκινος και καυτερός, ίδιος δράκος. Να δείτε που θα μας τιμωρήσει που χαρήκαμε όταν νομίσαμε ότι έφυγε μια για πάντα!
- Σσσσς, έκανε νυσταγμένη η Ρόζα η τριανταφυλλιά, δείχνοντας τα αγκάθια της.
Προτιμούσε βλέπετε να ξυπνά με τα φιλιά του ήλιου, παρά με τη φλυαρία της Μαργαριταρένιας, η οποία ντράπηκε και μαζεύτηκε.
Η συστολή της δεν κράτησε πολύ, μια κι ο ήλιος αφού απόθεσε τα φιλιά του στη Ρόζα ως όφειλε, για να ξυπνήσει εκείνη όλα της τα αρώματα και να τα σκορπίσει τριγύρω, έριξε κατόπιν άπλετο το φως του στον κηπάκο αποκαλύπτοντας όλα τα μυστήρια που συντελέστηκαν τη νύχτα μέσα στην ομίχλη. Μυστήρια, που τι μυστήριο κι αυτό, έλαβαν χώρα πάνω που επέστρεψε ο μάγος Πιπέρης.
Μια ματιά τριγύρω έκανε τη Μαργαριταρένια να χάσει τη λαλιά της. Όταν δε, αντίκρισε την αγαπημένη της φίλη τη μαντάμ Ορτάνς ένιωσε να ξεριζώνεται ολόκληρη και να μένει μετέωρη. Βλαστοί, φύλλα και πέταλα μονάχα, χωρίς ρίζες να την ενώνουν με τη γη, να τη δένουν με τον κόσμο τούτο.

-Ω συμφορά μου, φώναξε όταν ξαναβρήκε τη λαλιά της! Μαντάμ Ορτάνς, Ρόζα, Γαρουφαλιά, κι εσύ κυρία με τις καμέλιες, φώναξε στον θάμνο που δεν είχε πάνω του ούτε μια καμέλια, αλλά οι θρύλοι έλεγαν ότι κάθε χειμώνα ήταν γεμάτη λουλούδια. Μας μάγεψε...ο...Πι...ο Πι...ο Πιπιιπέρης, τραύλισε, προσθέτοντας πάνω στη σύγχυσή της μια συλλαβή παραπανίσια στο όνομά του. Μας μάγεψε σας λέω! Το νιώθω, το βλέπω πως πεθαίνουμε!
Η κυρία με τις καμέλιες έμεινε ατάραχη, αλλά όλοι οι άλλοι πανικοβλήθηκαν. Κοιτάζονταν όλο τρόμο και θρηνούσαν τη νιότη τους.

Ο γέρο-Ηλίας, ο ηλίανθος άκουσε τις φωνές, σήκωσε με κόπο το κεφάλι του, που μόλις μέχρι χτες ακολουθούσε περήφανο την πορεία του συνονόματού του στον ουρανό και χαμογέλασε θλιμμένα.
-Αχ μικρή μου, ψέλλισε με τρυφερότητα. Κούνησε τα μεγάλα του φύλλα να γίνει ησυχία κι άρχισε να εξηγεί με σοφία τα μυστικά της δημιουργίας, να αναλύει με υπομονή όλα όσα φάνταζαν τόσο ανεξήγητα και μυστήρια.
Η ζωή δεν έχει οδοδείκτες να σου λένε από δω είναι η νιότη, από εκεί τα γηρατειά, διάλεξε έναν δρόμο και περπάτα τον για πάντα. Και σάματις τότε θα διάλεγε κανείς τα γηρατειά;
Τίποτα δεν κρατάει για πάντα και όλα κάνουν έναν μεγάλο κύκλο που ξεκινά με τη γέννηση για να κλείσει με τον θάνατο.
Όλα έχουν την εποχή τους και η δική μας εποχή πέρασε. Μην κοιτάτε την καμέλια. Εκείνη δίνει ενέχυρο τα άνθη της και μένει με τα φύλλα τον περισσότερο καιρό για να αγοράζει περισσότερο χρόνο.
Αλλά κι αυτή όσα ενέχυρα κι αν δώσει την αθανασία δε θα την κερδίσει ποτέ.
Κι αφήστε ήσυχο πια τον Πιπέρη. Μπορεί να είναι καυτερός, αλλά κακός δεν είναι.
Αυτά είπε κι ύστερα σώπασε.
Στην ησυχία που ακολούθησαν τα λόγια του ο μάγος Πιπέρης κοκκίνησε κι άλλο από τη χαρά του, μα δεν παρέλειψε να στείλει το πιο καυτερό του βλέμμα να συναντήσει εκείνο της σαστισμένης πια για τα καλά Μαργαριταρένιας, που κόλλησε πάνω στις αδερφές της ψάχνοντας παρηγοριά.

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου, στο 16ο "Παίζοντας με τις λέξεις" όπως αρχικά γράφτηκε, πριν κοπεί για να χωρέσει στο όριο των λέξεων του παιχνιδιού.
Αναγκαστικά κόβοντας και ράβοντας έγιναν κάποιες μικροαλλαγές, αλλά η ουσία δεν άλλαξε!
Οι ήρωες του μικρού μου παραμυθιού κι εγώ ευχαριστούμε πολύ όσους το ξεχωρίσατε!
































