Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Μαρία Δημάδη (Μια Αγρινιώτισσα ηρωίδα στην αντίσταση)

Στις 7 Ιουλίου 1943 έφθασε σήμα στο Γενικό αρχηγείο Δυτικής Στερεάς (είχε την έδρα του στον Άγιο Βλάση), από την οργάνωση του ΕΑΜ στο Αγρίνιο: «Πληροφορία εξακριβωμένη: εντός των ημερών τμήμα του κατοχικού στρατού θα μεταβεί στο Θέρμο για εγκατάσταση στρατιωτικής βάσεως. Παρακαλούμε να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για ματαίωσή της». Η «διαρροή» προέρχονταν από τη διερμηνέα των Γερμανών στο Αγρίνιο, Μαρία Δημάδη.
Πηγή:εδώ


Η Μαρία Δημάδη είναι μια από τις χιλιάδες ηρωίδες που γέννησε η εποχή της.
Καλλιεργημένη και γλωσσομαθής, ξεκινάει τη δράση της αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, δημιουργώντας ομίλους γυναικών που πλέκουν για το Αλβανικό μέτωπο και εργαζόμενη ως εθελόντρια νοσοκόμα.
Στη συνέχεια μυείται στο ΕΑΜ και προσπαθεί να εντάξει όλο και περισσότερο κόσμο.

Στα πέτρινα χρόνια της κατοχής, δούλεψε ως μεταφράστρια στην Κομαντατούρ, μια και ήταν το ιδανικότερο πρόσωπο όπως έκρινε και η ίδια η οργάνωση για να καλύψει τη θέση στο Γερμανικό Φρουραρχείο του Αγρινίου.
Οι Γερμανοί δε διέκριναν τους πραγματικούς σκοπούς της και η Μαρία άρχισε τη δράση της κάτω από τη μύτη τους.
Μάθαινε σημαντικά πράγματα που διοχέτευε στη συνέχεια στο ΕΑΜ.

Ο θείος μου ένα παλικαράκι στην εφηβεία του εκείνα τα χρόνια, επισκέπτονταν συχνά τη Μαρία, πηγαίνοντάς της πράγματα που της έστελνε η μητέρα της και φεύγοντας με πολύτιμες πληροφορίες που φρόντιζε να φτάσουν στα κατάλληλα χέρια.
Πάντα μιλάει με μεγάλη συγκίνηση για τη Μαρία. 

Τη Μαρία που ίσως δε δολοφόνησαν οι Γερμανοί, όπως λένε, αλλά οι ίδιοι οι Έλληνες. 
Γνώριζε πολλά βλέπετε για τη δράση των Γερμανοτσολιάδων μια και αυτή μετέφραζε όλες τους τις συνεννοήσεις με τους Γερμανούς. Ήξερε για τις θηριωδίες τους, τις λεηλασίες τους, τις δολοφονίες τους.
Τα ήξερε όλα και ήταν επικίνδυνη.
Κι έτσι βρέθηκε δολοφονημένη με 10 σφαίρες στην καρδιά το Σεπτέμβρη του 1944.


Το πολύ καλό blog agriniomemories έχει κάνει πολλές δημοσιεύσεις για τη Μαρία Δημάδη, παραθέτοντας με συνέπεια στοιχεία για τη ζωή της και τη δράση της.
Εκεί μπορείτε να διαβάσετε και το βιβλίο του Φ. Γελαδόπουλου που συγκέντρωνε στοιχεία για τη ζωή της για πάνω από 20 χρόνια, αλλά και να παρακολουθήσετε την τηλεοπτική  σειρά που είναι βασισμένη στο βιβλίο.

Η πλατεία Δημάδη στο Αγρίνιο, φωτογραφημένη κάποια Χριστούγεννα!

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Το πρόσωπο του ναζισμού

Ο ναζισμός ένα πρόσωπο έχει!
Και είναι εκείνο του θανάτου!


ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ
ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΑΥΤΟ
ΣΤΙΣ 13 12 1943
ΕΚΤΕΛΕΣΑΝ ΟΜΑΔΙΚΑ
ΑΠΟ ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ
ΤΟΝ ΑΡΡΕΝΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟ
ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ








Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Υπάρχουν δρόμοι στα παραμύθια - Sadahzinia (Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα)

Υπάρχει και η Fiera. 
Τι είναι η Fiera;

...
Κοίτα πιο πέρα εκεί μπορεί να τη δεις. 
Εκεί πέρα, αν πιστεύεις θα τη βρεις 
Σαν αέρα· νιώσε κι εσύ τη Fiera.
...


Θα μπορούσα να δανειστώ τους στίχους των Active Member από τη Fiera για να περιγράψω την αγαπημένη μου Sadahzinia...
...
Έχει τα χέρια απλωτά κι ένα ζευγάρι φτερά, 
στέκεται όρθια ή χορεύει στης βροχής τα νερά 

που καθρεφτίζουν μυστικά και καμώματα 
των ανθρώπων τα πικρά και μονοκόμματα. 
Μέσα απ’ τη λάσπη βρίσκει πάλι ένα κρυφό μονοπάτι 
και με κοιτάζει από μένα σαν να περίμενε κάτι. 
Τέτοιο γινάτι μ’ έχει μαζί παρασύρει 
σαν "αγαπώ" που ποτέ του δε χαλάει χατήρι. 

Έχει λυτά τα μαλλιά της, στα μικρά δάχτυλά της 
σκαρώνει χάρτινα καράβια σαλπάρουν τα όνειρά της, 

κοχύλια στ’ αυτιά της και χίλια χρόνια μπροστά 

ακούει να γίνονται τ’ αδύνατα απ' το τώρα, δυνατά. 
Κρατάει τα δάκρυα στα μάτια κλειδωμένα 
κι η περηφάνια της κοκκίνισε μελάνι στην πένα· 
σ’ άσπρο χαρτί δε το χωράει τ’ όνομα της
...


Η Sadahzinia (Γιολάντα Τσιαμπόκαλουγράφει στίχους, γράφει παραμύθια, γράφει πολύ, γράφει με την ψυχή της, κι όμως σε ερώτηση που της έγινε για το πως νιώθει που το κοινό αποκαλεί τους Active Member και φυσικά την ίδια, ποιητές της εποχής, εκείνη απαντά:

"Με κάνει να νιώθω κάπως άβολα. Ίσως γιατί το βλέπουμε απλά σαν παιχνίδι όλο αυτό το κυνήγι με τις λέξεις και τους ήχους. Δεν μας αρέσουν οι ετικέτες, οι οδηγίες χρήσης και τα manual. Άλλωστε συχνά την λέξη μας την οδηγεί η μελωδία…Αλλά ίσως το κοινό μας να έχει δίκιο και να 'χει τόσο ανάγκη τους ποιητές που βάζει κι εμάς μαζί τους. Παρόλα αυτά, ας ψάξει στα ράφια και θα βρει πραγματικά διαμάντια. Αν εμείς είμαστε ο δρόμος τους για να ανακαλύψουν την ποίηση, τότε αποδέχομαι τον χαρακτηρισμό με τιμή."

...και σώνει πια για καλά όσα έχει κάψει η φωτιά... 

Χρονορωγμή

Ήρθε το σούρουπο και μου ’φερε παλιές μυρωδιές 
και ξαναχάθηκα σε μια απ’ του χρόνου μου τις ρωγμές

έγινα χθες, έγινα φωτιά και σκιές, 
έγινα μπόρα και νερό στις νεραϊδοπηγές, 
έγινα γυάλινη κούκλα και θλιμμένο λουλούδι 
κι είμαι σαν δάκρυα στο πρώτο τραγούδι, 
ανοιξιάτικο χνούδι σ’ έναν απέραντο κήπο, 
έγινα μάνα που ακούει απ’ την κοιλιά τον πρώτο χτύπο 
κι ας λείπω από κοντά σου όνειρό μου, 
έχω μια ζωγραφιά για κόσμο ολάκερο δικό μου
πνιγμένο κακό μου, 
σ’ έφτιαξα γλάστρα για το βασιλικό μου 
να σας ποτίζει αγκαλιασμένα η βροχή μου, 
φωλιά να φτιάξει η ομορφιά στην αυλή μου 
Στη γη μου να 'χουν τα πάντα φωνή, 
να είναι ο ήλιος καμπάνα και το φεγγάρι σκοινί, 
να κάνουν ταίρι όσα μισώ με όσα νομίζω σωστά 
και να φάνε απ’ το ίδιο πιάτο όσα ήταν πριν χωριστά 
και όσοι σκοτώναν ο ένας τον άλλο 
να 'χουν ταξίδι μπερδεμένο, δρόμο ατέλειωτο, μεγάλο. 
Πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί, 
βάζω το βιος μου σ’ ένα μουσικό κουτί.
Τρέχω και πάω να κρυφτώ στη παλιά φυλλωσιά 
μέχρι τη ρίζα μου να φτάσει η δροσιά.

Κόψε μου λίγο απ’ την αυλή γιασεμί, 
και μια αγκαλιά απ’ τη παλιά φυλλωσιά 
στου χρόνου μου πέτα τα τη ρωγμή 
μέχρι τη ρίζα μου να φτάσει η δροσιά 
Τρίψε στο χέρι μου λίγο βασιλικό 
δος μου νερό απ’ τις νεραϊδοπηγές, 
να πάει κάτω όλο μου το κακό, 
μη βασανίσει άλλες τόσες γενιές.

Έλα και πες δυο παραμύθια παλιά 
εκείνα που λεγες τα βράδια σταλιά με σταλιά 
κι όλο κοιμόμουν πριν να μάθω το τέλος, 
πριν το στόχο βρει του πρίγκηπα το βέλος. 
Έλα να ψάξουμε στου χρόνου τη γεμάτη σοφίτα, 
κλείσε τα μάτια και μια ευχή ακόμα ζήτα, 
πάνω στο δέντρο κλαδί με κλαδί 
όπως χτυπάει η πένα πάντα στο ρυθμό τη χορδή. 
Γιασεμί, ώσπου να 'ρθει η βροχή 
να 'ναι αξημέρωτη η νύχτα που έχει παντού απλωθεί, 
μαζί με τ’ άρωμα τη μυρωδιά σου, 
να  'ναι αβασίλευτη κι η μέρα ήλιε μου στη ποδιά σου.
Για λίγο στάσου, παράξενο αηδόνι 
που μου σφυρίζεις τις λέξεις και ο στίχος τελειώνει 
και σώνει πια για καλά όσα έχει κάψει η φωτιά 
κι όσα απ’ το κλάδεμα ξεθάρρεψαν και βγήκαν κλαδιά. 
Μικρή ροδιά και μυγδαλιά, 
βρεγμένο χώμα, χειμώνα σε μια ρίζα από ελιά, 
σκυμένη ράχη, γέρικη πλάτη για συντροφιά· 
πέφτει στη μάχη απόψε ακόμα άλλη μια αθώα γενιά. 
Κι εμένα μ’ έπιασε η νύχτα στης νεράιδας το φτερό, 
μέσα απ’ τα χέρια μου κυλάει της πηγής το νερό 
ψιθυριστά μυστικά και κλειδωμένα, 
μου παίρνουν κάτω το κακό μέσα στη στέρνα.



Θα μπορούσε να είναι ποίημα, μα είναι μόνο λέξεις που οδηγεί η μελωδία. 
Θα μπορούσε να είναι αφιέρωμα, μα είναι μόνο λίγοι χιλιοακουσμένοι και λατρεμένοι στίχοι που προσφέρω στο "Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" που εμπνεύστηκε η Μαρία Νι από το blog "Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά".

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Μην χάνεις απ' τα μάτια σου το φως (Χρήστος Μποκόρος)


Στους πίνακες του Χρήστου Μποκόρου, το φως είναι πρωταγωνιστής.
Όλα δείχνουν πως δεν το έχασε ποτέ από τα μάτια του κι εύκολα το φέρνει με την τέχνη του μέχρι και τα δικά μας, άσβεστο, λαμπερό κι ελπιδοφόρο.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον ζωγράφο που δικό του πίνακα διάλεξα να στοχαστώ, στην πρό(σ)κληση της Μαριλένας "Ένας πίνακας...δυο ιστορίες" σε επόμενη ανάρτηση.
Τα κείμενα είναι αναδημοσιεύσεις και οι πηγές αναφέρονται.
Οι φωτογραφίες είναι από τη σελίδα του ζωγράφου στο facebook. 


Στο Aγρίνιο γεννήθηκα. Kι εκεί μεγάλωσα. Θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα με ανθρώπους, μέσα σε σπίτια ή έξω στην ύπαιθρο. Θυμάμαι το χαμόγελό τους και ένα βάρος που πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήταν συσσωρευμένος κόπος και δυσκολίες Έμπα ψυχή, έβγα ψυχή. H πόλη κι ο κόσμος άλλαζαν γρήγορα. Ντόπιοι, ορφανά τσελιγκάδων και κτηματιών τα αδέλφια του πατέρα μου, που όντας αριστεροί είχαν πια χάσει τα πολλά σε θανάτους, εξορίες και κατατρεγμούς μετά τον εμφύλιο. Πρόσφυγες από το Hisarlik, την αρχαία Tροία, καπνεργάτες το σόι της μητέρας μου. Μεγάλωνα με μια μικρότερη αδερφή. Ο παππούς κι η γιαγιά, πολύτεκνοι στον συνοικισμό των προσφύγων, μας έλεγαν ιστορίες της Aνατολής απ’ τη Mικρασία. O πατέρας μου, ο Θωμάς Μποκόρος, αντί για παραμύθια, μου απάγγειλε Όμηρο από στήθους. Με ταξίδευε στη μυθολογία και την ιστορία της σκέψης και του πολιτισμού των ανθρώπων. Nα πάμε μπροστά και να μην ξεχνάμε “πούθε κρατάμε” έλεγε. Με ξεκούμπωτο το πουκάμισο των ατάκτων της πληγωμένης αριστεράς, μου αποκάλυπτε κρυμμένα κι εγκαταλελειμμένα, ξέφωτα βαθιάς ιστορίας, όταν με οδηγούσε ακούραστος παντού όπου μπορούσε να αναστήσει ένα βαθύτερο νόημα στην αγάπη των ανθρώπων για τον τόπο τους . O αδελφός του, δάσκαλος κι αυτός κι η γυναίκα του, με μάθανε γράμματα, μου 'δειχνε να ζωγραφίζω, με σπούδασε στη Nομική. “Διάβασμα” ήταν η πρώτη του κουβέντα με το που με έβλεπε. Η μητέρα μου ήθελε να δουλεύω σκληρά και να επιμένω για το ανέφικτο. “Δεν υπάρχει δεν μπορώ, δεν θέλω μόνο”, έλεγε, μπας και σπρώξουμε λίγο με την επιθυμία τα όρια που ήταν πάντα στενά και στριμόχωρα. Kαθένας με τον τρόπο του, πίστευαν ότι το ζητούμενο είναι η αρετή, όχι το κέρδος. Τα καλοκαίρια καλλιεργούσαμε τα κτήματα. Όταν ήμουνα μόνος ονειρευόμουνα. Πριν καλά καλά ξεκινήσω και σπουδές ζωγραφικής, άρχισαν να φεύγουν όλοι, εκτός απ’ τη μητέρα μου. Έμεινε ζωντανό το πρότυπο της επιμονής και η μνήμη της αναζήτησης της αρετής.Σε τέτοιο κλίμα είναι ενταγμένες οι εικόνες που αναγνωρίζω σαν παιδικές. Από 18 χρόνων που εγκατέλειψα το Aγρίνιο, όλα αυτά απομακρύνονται σαν μυθικό παρελθόν. Οι ανθισμένες χλωρασιές στα χωράφια, το αρμάθιασμα του καπνού κάτω απ’ τα δέντρα, τα νερά, τα πηγάδια, το ρέμα, το πέτρινο σπίτι στην πόλη, το μαντεμένιο μπαλκόνι, ο δρόμος, η πίσω αυλή. Ασπρόρουχα απλωμένα, καθαρά, ζεστά σιδερωμένα το Σάββατο. Όλοι μαζί στο τραπέζι. Μαγειρέματα και γλυκά στην κουζίνα. Φρέσκο ψωμί να μοσχοβολάει και καμμένα χαμόκλαδα να καπνίζουν.

Ύστερα όλα έμοιαζαν έτοιμα πολύν καιρό πρίν, από παιδί τα κουβαλάω. Νύχτα, θυμάμαι, φεύγαμε πρίν ξημερώσει, πεζοί, απ’ την οδό Μεγάλης Χώρας για το Ψηλογέφυρο. Χωματόδρομος. Ηλεκτρισμός δεν έφτανε στα καπνοχώραφα. Δέντρα ύψωναν τεράστιες κι απροσδιόριστες τις σκοτεινές σκιές τους στον ξάστερο καλοκαιρινό ουρανό τριγυρισμένα νυχτερινούς ήχους, θροίσματα πουλιών ή μικρών ζώων στις φυλλωσιές και στά χορτάρια. Βατράχια και καλαμιές έτριζαν στο ρέμμα. Τριζόνια, κουκουβάγιες, νυχτερίδες, γκιώνηδες κι άλλα αδιάγνωστα ανάμεσα στα βήματα και στα σκοντάματά μας. Σκυλιά που αγριεύονταν και μακρινά κοκόρια. Κάποιες φορές μας έκλειναν το δρόμο αργοκίνητα γαιδούρια ή μουλάρια αμολυτά που έσερναν τα σκοινιά τους βοσκώντας στο σκοτάδι. Στα παρακείμενα χωράφια, πίσω από καπνόπανα κι ασβεστωμένους τοίχους χάνονταν και θεριεύαν σκιές από λάμπες θυέλλης, ήρωες μυθικοί. Σούρσιμο ποδιών και ψεκαστήρες χάλκινοι να απλώνουν σύννεφα δροσιάς στα ξεραμένα φύλλα που κροτάλιζαν στο γύρισμα ή το βαντάκιασμα στις λιάστρες. Οι μοσχοβολιές του κάμπου ανάσταιναν τα νυσταγμένα κορμιά. Αρετή τους η εργασία κι η ευθύνη. Στα μισά της διαδρομής, πριν διασχίσουμε την εθνική άσφαλτο, δεξιά μας, ένα ασβεστωμένο 'κόνισμα ανάμεσα σε φραγγοσυκιές και καλάμια. Ανάβαμε καμιά φορά το σβησμένο καντήλι. Άστραφτε η αψάδα του σπίρτου στο σκοτάδι κι ύστερα γλύστραγε μαλακά στο λάδι η φλόγα κι έμενε ένα φέγγος γλυκό στο πουθενά της νύχτας.





Ο Χρήστος Μποκόρος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1956. Σπούδασε  στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης   Νομικά και  ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Είναι από τους περισσότερο καθιερωμένους νέους καλλιτέχνες. Πριν μερικά χρόνια εξέθεσε έργα του στο Αγρίνιο, στις παλιές αποθήκες Παπαστράτου. Στη ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, η δύναμη απλών αντικειμένων ή φυσικών φαινομένων όπως η φλόγα ενός κεριού, βρίσκεται όχι μόνο στην πειστικότητα της αναπαράστασης αλλά και στην υπαινικτική αναφορά τους σε άλλες ουσίες. Η ήρεμη και βέβαιη κυριαρχία στην τεχνική, καλεί τον θεατή να μετακινηθεί ένα βήμα πέρα από την καθαρά αναπαραστατική όψη των αντικειμένων, προς μια διαφορετική ερμηνεία, μια άλλη θέα. Κι ο Μποκόρος δεν φείδεται στη χρήση της αναπαραστατικής του δυνατότητας ώστε να μας οδηγεί μέσα απ' την εξωτερική μορφή στην άλλη, την ενδότερη, να μας βοηθάει να δούμε τον κόσμο και τα οικεία αντικείμενα με έναν διαφορετικό και βαθύτερο τρόπο.
Πηγή:www.epoxi.gr