Γυρνώντας σπίτι απόψε, ένα ανοιξιάτικο αεράκι, μπαινόβγαινε στους κήπους, έκλεβε τα πιο μεθυστικά αρώματα και μου τα πρόσφερε δώρο.
Οι τόσο γνώριμες ευωδιές από τις γλυκές φρέζιες, τις βιολέτες και τα ζουμπούλια, με έκαναν να χαμογελώ και να ανασαίνω βαθιά την υπέροχη αυτή νύχτα.
Κι όσο τα βήματά μου με οδηγούσαν σταθερά προς το σπίτι, στη γειτονιά που έμαθα πια καλά τα τελευταία (πολλά) χρόνια, τόσο οι μυρωδιές με οδηγούσαν πίσω, σε άλλες γειτονιές, τόσο διαφορετικές, αλλά και τόσο όμοιες με αυτή που τώρα μένω.
Θυμήθηκα την πρώτη μου γειτονιά. Εκεί που γεννήθηκα κι έζησα τα παιδικά, αλλά και τα εφηβικά μου χρόνια.
Μια γειτονιά που ακόμα επισκέπτομαι κάπου κάπου και που αν κι έχει αλλάξει, έχει κρατήσει πολλά χαρακτηριστικά της. Συναντώ ανθρώπους που με ξέρουν από παιδί και ξαναγίνομαι παιδί.
Βλέπω πολλούς που δεν τους γνωρίζω και θα τους γνωρίσω ποτέ.
Θυμάμαι κι όσους δε ζουν πια εκεί. Εκείνους που άλλαξαν απλά γειτονιά, ή τους άλλους που έφυγαν για πάντα και δε θα ξαναγυρίσουν ούτε σαν επισκέπτες!
Βλέπω πολλούς που δεν τους γνωρίζω και θα τους γνωρίσω ποτέ.
Θυμάμαι κι όσους δε ζουν πια εκεί. Εκείνους που άλλαξαν απλά γειτονιά, ή τους άλλους που έφυγαν για πάντα και δε θα ξαναγυρίσουν ούτε σαν επισκέπτες!
Και ταξιδεύω πάλι με ένα χάρτινο καραβάκι...
Γιατί...όπως έγραψα παλιότερα...
Τα μεγαλύτερα ταξίδια γίνονται με ένα χάρτινο καραβάκι.
Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, μια παρέα παιδιών μεγάλωνε ξέγνοιαστα σε μια γειτονιά που τα σπίτια της ακουμπούσαν το ένα στο άλλο. Μπροστά τους περνούσε ένα αυλάκι και κάθε σπίτι είχε μια "γέφυρα" που το ένωνε με το δρόμο. Όταν έβρεχε το αυλάκι που συνήθως ήταν στεγνό γέμιζε νερό.
Αυτό ήταν το σύνθημα για να αρχίσουν τα ταξίδια.
Τα παιδιά έφτιαχναν καραβάκια και τα άφηναν να ταξιδέψουν. Εκείνα περνούσαν ένα γεφυράκι, δύο γεφυράκια, στο τρίτο συνήθως βούλιαζαν.
Το νερό που έρχονταν με ορμή τα έκανε να μοιάζουν με πραγματικά καράβια που έπεσαν σε τρικυμία.
Τα χάρτινα καραβάκια κλυδωνίζονταν και στροβιλίζονταν πάνω στο νερό γεμίζοντας ενθουσιασμό τα παιδιά.
Κάποια, πιο περήφανα και πιο πεισματάρικα από τα άλλα, συνέχιζαν το ταξίδι μέχρι που χάνονταν από τα μάτια τους, κάνοντάς τα να ονειρεύονται μακρινά ταξίδια για τα πεισματάρικα καράβια. Σκάρωναν περίπλοκες ιστορίες και δεν απογοητεύονταν όταν τα περισσότερα βούλιαζαν. Έσκιζαν φύλλα από τα τετράδιά τους κι έφτιαχναν άλλα. Όσο είχαν φύλλα, είχαν καράβια, όσο είχαν καράβια είχαν ιστορίες, όσο είχαν ιστορίες έκαναν ταξίδια. Και πάντα κάποιο παιδί θύμιζε στα υπόλοιπα τους στίχους του Παπαντωνίου:
"Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;"
Κι αντηχούσε όλη η γειτονιά από τις παιδικές φωνές που "φώναζαν" όσο πιο δυνατά μπορούσαν το ποίημα στα δικά τους καραβάκια.
Αυτό που θυμάμαι καλά, είναι τα ατέλειωτα παιχνίδια μας και οι φιλίες που άνθιζαν και μοσχοβολούσαν σαν τα λουλούδια που οι μανάδες μας περιποιούνταν στις αυλές και στους κήπους.
Το πρώτο πράγμα που μαθαίναμε τα παιδιά, είναι να μη διασχίζουμε το δρόμο, παρόλο που το πρώτο πράγμα που μας μάθαιναν οι μεγάλοι, ήταν πως να τον διασχίζουμε.
Τόσο αντιφατικό, μα και τόσο απαραίτητο, αφού η γειτονιά είχε κι εξακολουθεί να έχει έναν πολύ επικίνδυνο δρόμο.
Είχε όμως κι αλάνες, είχε και άλλους δρόμους πιο ήσυχους, είχε και τις αυλές, μα είχε και τις γραμμές του τρένου.
Τρένα πια δεν είχε και οι γραμμές ήταν ένας αγαπημένος τόπος συνάντησης που τροφοδοτούσε τη φαντασία μας με πολλά παιχνίδια.
Πάλι σε παλιά ανάρτηση θα σας πάω...σε καλοκαιρινά βράδια...
Στην πόλη πάλι, να καθόμαστε ως αργά στο μπαλκόνι, να παραπονιόμαστε για τη μυρωδιά από το φιδάκι που έβαζαν οι μεγάλοι για τα κουνούπια και να φτάνουν στα αυτιά μας μουσικές από μια disco που υπήρχε αρκετά μακριά, αλλά το νυχτερινό αεράκι και η ησυχία βοηθούσαν στο να φτάνει η μουσική ως εμάς.
Στην ίδια disco, που μεγαλώνοντας πια, παρακαλούσαμε τα μεγαλύτερα αδέρφια και ξαδέρφια (ό, τι του βρίσκονταν του καθένα) να μας πάρουν μαζί τους.
Μεγαλώναμε όμορφα, ζούσαμε όμορφα, ο κόσμος δεν είχε δείξει ακόμα το σκληρό του πρόσωπο έτσι προστατευμένοι όπως ήμασταν στη ζεστή αγκαλιά των σπιτικών μας.
Όταν πηγαίνω στην παλιά γειτονιά νομίζω πως θα βγει η Λ. από το σπίτι που δεν μένει πια, θα πιαστούμε χέρι χέρι (έτσι περπατούσαμε πάντα, χέρι, χέρι) και θα πάμε παρέα να ανταμώσουμε τα υπόλοιπα παιδιά, να αρχίσει το παιχνίδι!
Νιώθω λες και δε μεγάλωσα κι απλά έκανα διάλειμμα για να κάνω το χατήρι της μάνας μου και να πάω να φάω.
Μεγαλώνοντας, άλλαξα άλλες 4 γειτονιές. Όλες ίδιες, παρά τη διαφορετικότητά τους.
Μπορεί ο κόσμος να άλλαξε ρυθμούς και να μην προλαβαίνει τα πολλά πολλά, αλλά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Πάντα υπήρχαν οι καλοί γείτονες και πάντα θα υπάρχουν και οι άλλοι, οι πιο περίεργοι!
Το μυαλό γυρνάει με μεγαλύτερη άνεση σε εκείνη την πρώτη, επειδή εκεί έζησα τα χρόνια της αθωότητας.
Τα ζόρια τότε τα περνούσαν οι μεγάλοι...γιατί ζόρια πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν!
Κι όπως περπατούσα απόψε, απολαμβάνοντας τις ανοιξιάτικες μυρωδιές της τωρινής μου γειτονιάς, με τις κουτσουπιές να βρίσκονται ένα βήμα πριν την άνθηση, θυμήθηκα κάποιες άλλες διαδρομές.
Και τις έκανα νοερά.
Κι ανέβηκα όλο το δρόμο της πρώτης μου γειτονιάς, πέρασα μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο, έφτασα στην Πλατεία Χατζοπούλου, που ακόμα ορθώνεται το παλιό πέτρινο κτίριο που μάθαινα αγγλικά, και διασχίζοντας την παλιά οδό Τσαλδάρη, που τώρα ονομάζεται Σπύρου Τσικνιά έφτασα στην Παπαστράτου και μπήκα στο πάρκο.
Και ξαφνικά δεν ήμουν μόνη...ήμουν με τους γονείς μου και την αδερφή μου, ένα από τα παλιά κυριακάτικα απογεύματα. Στην είσοδο του πάρκου το αυτόματο μηχάνημα πορτοκαλάδας, που τόσο μας γοήτευε τότε με την όλη διαδικασία του. Βάζω το κέρμα, πέφτει το ποτηράκι, πατάω το κουμπί και τρέχει η πορτοκαλάδα. Η μαμά δυσανασχετούσε κάθε φορά για την τρελή μας επιθυμία για τη συγκεκριμένη πορτοκαλάδα, που η ίδια δεν εμπιστεύονταν, αντάλλαζε ένα βλέμμα με τον μπαμπά και δε μας χαλούσαν το χατήρι.
Μπαίναμε στο πάρκο, η προσοχή των γονιών χαλάρωνε, αφού εδώ δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και μας άφηναν να προπορευόμαστε, όσο εκείνοι μας ακολουθούσαν λέγοντας τα δικά τους...
Μια φορά, μια γειτονιά...αναπόλησε η Πέτρα από το blog "Ο πιο πιστός φίλος του σκύλου" και μας έβαλε να μπαινοβγαίνουμε σε γειτονιές!
Το "Παίζοντας με τις λέξεις" περιμένει τις συμμετοχές σας!





