"...Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι έναν ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη.
Ένα ψαροκάικο, δίχως ρότα.
-Πού πάμε καπετάνιο; με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι.
-Όπου πάν' τα κύματα! λέω επίσημα εγώ.
Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι, σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα.
Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει. Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες.
Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να χωρέσουν μέσα μου όλα αυτά; Πού να στριμωχτούν, πανάθεμά τα;..."
Απόσπασμα από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη "Σκισμένο ψαθάκι"
Κι έρχεται εκείνη η ώρα που το ψαροκάικο τραβιέται στη στεριά. Τελειώνει τα ταξίδια του. Τα χρώματά του ξεθωριάζουν και το σκαρί του ταλαιπωρημένο από τα αμέτρητα κύματα που έσπασαν και ξέσπασαν πάνω του ζητάει μόνο ησυχία κι ένα μέρος να θρηνήσει όσα δεν μπόρεσε να χωρέσει.
Ο τιμονιέρης, ο αληταράς, εγκαταλείπει το πόστο του και γέρνει στη δύση του να ξεκουραστεί κι αυτός. Τόσες και τόσες νύχτες φώτισε. Αφήνει τα φεγγάρια να αχνοφέγγουν τον πόνο τους που άφησαν το κατάρτι και καρφώθηκαν πάλι στο ουρανό.
Όλα μοιάζουν να τελειώνουν και μένει το ψαροκάικο να ατενίζει τη θάλασσα και τον ήλιο να του στέλνει έναν τελευταίο χαιρετισμό πριν βουτήξει στο χτες για να ξαναγίνει αύριο.
Τα φεγγάρια γνέφουν αντίο από ψηλά. Γδύνονται τα σμαραγδένια κι αφήνουν το ασήμι τους να βάψει τη νύχτα στα χρώματα που της πρέπουν.
Λίγο πριν το τέλος, όλα μπορούν να ξαναρχίσουν...όλα, εκτός από τη ζωή που σβήνει...
Απόσπασμα από την ψυχή μου













