-Τρία κιλά να το αφήσω; Ρωτάει ο χασάπης τον πελάτη που ζήτησε δύο.
- Να το αφήσεις αυτό και να μου βάλεις άλλο! Απαντά ο έξυπνος πελάτης!
Παλιό ανέκδοτο. Δεν καλοθυμάμαι τα κιλά, αλλά το νόημα παραμένει αναλλοίωτο με όσα κιλά κι αν το "παίξουμε"!
Πού το θυμήθηκα στα καλά καθούμενα;
Μου το θύμισε το πρωί στη λαϊκή ένας που πουλούσε κάστανα.
Τρελαίνομαι για τους φθινοπωρινούς αυτούς καρπούς, οπότε ήταν αναμενόμενο να μην καταφέρω να τους αγνοήσω, ούτε μέσα στην αναταραχή που επικρατούσε.
Βλέπετε οι πρώτες σταγόνες της βροχής τα έκαναν όλα να κινούνται πιο γρήγορα από ό, τι συνήθως!
Γρήγορα ψώνιζες, αν προλάβαινες δηλαδή να αρπάξεις κάτι από τις πραμάτειες που κατάπιναν εν ριπή οφθαλμού τα φορτηγάκια, γρήγορα πλήρωνες και ακόμα γρηγορότερα τα μάτια "σάρωναν" ήδη τον επόμενο πάγκο.
Το τελευταίο που περιμένεις σε τέτοιες συνθήκες είναι τα παζάρια.
Και όχι παζάρια στην τιμή, αλλά στα κιλά.
Πράγμα που συνηθίζεται στη λαϊκή και που αποφεύγω συνήθως λέγοντας τη μαγική φράση:
"Δεν έχω παραπάνω χρήματα, αλλά αν επιμένετε να τα πάρω, ευχαρίστως θα δεχτώ το δώρο σας"!
Η διαπραγμάτευση κόβεται μαχαίρι, γιατί όπως καταλαβαίνετε, κανείς δεν το κάνει επειδή τρομάζει στη σκέψη να ξεμείνω μεσοβδόμαδα από μπρόκολο, ή επειδή γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες μου σε βιταμίνη C και συμπληρώνει, με το έτσι θέλω, στα πορτοκάλια που διάλεξα και λίγα χτυπημένα.
Με τη μαγική αυτή φράση πληρώνω και παίρνω αυτά ακριβώς που έβαλα στη σακούλα και όχι εκείνα που καίγεται να προσθέσει ο άλλος για να γίνουν τα χίλια διακόσια γραμμάρια δύο κιλά, τα δύο εκατό τρία και πάει λέγοντας!
Δυο πάγκους είχε με κάστανα.
Και τι κάστανα!!!
"Μαρόνια ΑΑΑ από Κεράσοβο" έγραφε η ταμπέλα του πρώτου πάγκου. Δε σταμάτησα γιατί δεν έγραφε τιμή και δεν ήθελα να μπλέξω, με τη βροχή προ των πυλών, σε διακανονισμούς που δεν μπορούσα να αντέξω.
Φτάνοντας όμως στο δεύτερο πάγκο, που ούτε εκείνος είχε τιμή, αλλά διέθετε παρόμοια ταμπέλα πάνω στον πολυπόθητο καρπό, δεν άντεξα άλλο, έσπασα και ρώτησα!
"Τα τρία κιλά προσφορά 10 ευρώ, τζάμπα πράγμα"! Απαντά χαρωπά ο κυριούλης, παίρνει σακούλα κι αρχίζει να τη γεμίζει.
"Το ένα κιλό που θέλω να αγοράσω εγώ, πόσο το πουλάτε;"
"Γιατί να πάρεις ένα, αφού μπορείς να πάρεις 3 με 10 ευρώ;"
"Γιατί ένα θέλω" επέμενα εγώ.
Για να μη σας κουράζω, η στιχομυθία για το πόσα κάστανα χρειάζομαι, κράτησε αρκετά. Η βροχή από ψιχάλα πήρε προαγωγή κι έπεφτε πια κανονικότατα, η σακούλα εγκυμονούσε ήδη τα τρία της κιλά κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα όλο τον παραλογισμό και σκέφτηκα πως τζάμπα δεν ήταν τα κάστανα, αλλά ο χρόνος που έχανα. Πολύτιμος χρόνος!
"Αφήστε τα του λέω, ευχαριστώ"
"Όχι εντάξει, θα βάλω ένα κιλό", βιάζεται να πει εκείνος.
"Άλλη φορά" του λέω και φεύγω.
Κι ακόμα δεν έμαθα πόσο είχε το ένα κιλό!
Κάστανα δεν πήρα τελικά, αλλά γύρισα σπίτι με ένα ωραιότατο χρυσάνθεμο! Η βροχή που μας συντρόφευε με το έτσι θέλω στην επιστροφή μάλλον το πότισε κανονικά!
Αναρωτήθηκα μάλιστα αν θα έπρεπε να του δώσω το ένα ποτήρι νερό όπως με συμβούλεψε ο ανθοπώλης, μια και ήταν απότιστο για ευνόητους λόγους!
Ονειρευόμουν φθινοπωρινούς καρπούς και απέκτησα φθινοπωρινά άνθη, γιατί η διαπραγμάτευση με τον ανθοπώλη ήταν ευκολότερη.
"Πόσο έχει το χρυσάνθεμο;"
"Τόσο."
Ξεκάθαρα πράγματα!!!