Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Σιμιγδαλένιος χαλβάς



Ίσως είναι το πιο εύκολο, και το πιο οικονομικό (να τα λέμε κι αυτά) γλυκό, που μπορεί κάποιος να φτιάξει σε ελάχιστη ώρα.
Δεν είναι άλλο από τον πατροπαράδοτο σιμιγδαλένιο χαλβά που η συνταγή του το μόνο που απαιτεί είναι να ξέρουμε να μετράμε μέχρι το τέσσερα. Είναι τόσο απλό που κανείς ποτέ δεν το ξεχνά, αλλά και τόσο νόστιμο που δε θέλει με τίποτα να το ξεχάσει.
Προσωπικά έχω πολλές μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια που σχετίζονται με το χαλβά και όλες "νόστιμες".
Δε χρειάζονταν να "γεννήσει η γάτα μας", (έκφραση που λέμε στα μέρη μου και που γεννήθηκε για να δικαιολογήσει τη διάθεση για γλυκό, χωρίς στην ουσία να υπάρχει λόγος) για να στήσει η μαμά στα γρήγορα το σιμιγδαλένιο σκηνικό γιορτής.

Για να αρχίσουμε  να μετράμε όμως. 
Τα υλικά που χρειάζονται είναι: 

1 φλιτζάνι ελαιόλαδο 
2 φλιτζάνια σιμιγδάλι χοντρό 
3 φλιτζάνια ζάχαρη 
4 φλιτζάνια νερό
Όταν γεμίζω τα φλιτζάνια, "κλέβω" λίγο από το λάδι και τη ζάχαρη. Φροντίζω δηλαδή να μην είναι τελείως γεμάτα τα δικά τους.


Μπορείτε επίσης, αν θέλετε, να προσθέσετε ξηρούς καρπούς και αρώματα. Κανέλα, βανίλια, πορτοκάλι ή λεμόνι, σίγουρα του πάνε πολύ, αλλά προσωπικά τον προτιμώ σκέτο!

Έχω ένα κουσούρι βλέπετε. Αν μια γεύση μου αρέσει πολύ, αρνούμαι να τη "σκεπάσω". Την προτιμώ ατόφια!
Αλλά αυτό είναι δικό μου κουσούρι, κι ενώ εγώ παραμένω κολλημένη στην απλή εκδοχή ο ίδιος ο χαλβάς μόνο στο διάστημα που δεν έχει πάει ακόμα με όσα του προσθέτουν.

Εκτέλεση (με προσοχή!!!)

Ρίχνουμε σε μια κατσαρόλα το λάδι και το σιμιγδάλι και καβουρντίζουμε ανακατεύοντας διαρκώς με μια ξύλινη κουτάλα, ενώ έχουμε βάλει σε ένα κατσαρολάκι το νερό με τη ζάχαρη. Δε θέλουμε να γίνει σιρόπι, μόνο να λιώσει η ζάχαρη. 
Ανάλογα τώρα το χρόνο του καβουρντίσματος ο χαλβάς μας θα πάρει και το χρώμα του. Προσέχουμε να μην τον κάψουμε, αλλά να μην είναι και άψητος.
Όταν φτάσει στο επιθυμητό σημείο τραβάμε από τη φωτιά για να ρίξουμε το νερό με μεγάλη προσοχή, γιατί θα δείτε την κατσαρόλα να μεταμορφώνεται σε ηφαίστειο και το σιμιγδάλι σε λάβα. Και μιλάω κυριολεκτικά. 
Χαμηλώνουμε τη φωτιά και ξαναβάζουμε την κατσαρόλα στο μάτι ανακατεύοντας συνέχεια μέχρι να πήξει. 

Μπορούμε επίσης, ειδικά αν βαριόμαστε να πλένουμε μετά δυο κατσαρόλες, να μη λιώσουμε χώρια τη ζάχαρη, αλλά να την προσθέσουμε στην πρώτη κατσαρόλα όπου έχει ήδη καβουρντιστεί το σιμιγδάλι και στη συνέχεια, αφού πάρουμε όλα τα μέτρα που απαιτούνται για την ασφάλειά μας (τραβάμε την κατσαρόλα από τη φωτιά κ.λ.π.), ρίχνουμε το νερό και ανακατεύουμε συνεχώς.

Όταν είναι έτοιμος τον αφήνουμε να κρυώσει και μετά τον βάζουμε σε μια μεγάλη φόρμα, ή σε φορμάκια. Ή ακολουθούμε μέχρι τέλους τον πατροπαράδοτο τρόπο και φορμάρουμε τα κομμάτια μας με ένα απλό κουτάλι.  

Πρέπει να πω όμως ότι υπήρχαν από παλιά πολλές και διαφορετικές συνταγές. Δεν τα ανακάλυψε όλα ο σύγχρονος "ζαχαροπλάστης". 
Ανάλογα την περιοχή, ο χαλβάς άλλαζε συστατικά, με το σιμιγδάλι να παραμένει η σταθερά του,  αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα κι αυτό έδινε τη θέση του στο αλεύρι, αλλά αυτός είναι ο λεγόμενος αλευρίσιος χαλβάς.

Εδώ θα παραμείνουμε στο σιμιγδάλι και θα πάμε μια βόλτα από της Λωξάντρας* για να ρίξουμε μια ματιά στη δική της συνταγή που καθόλου νηστίσιμη δεν ήταν.

"Έτσι κι έτσι ώρα ήτανε πια να κατέβει να ψήσει το χαλβά. Από νωρίς είχε βάλει τον Ταρνανά να ξεφλουδίσει τα μύγδαλα και να χλιάνει το γάλα.
-Άντε τώρα, είπε μπαίνοντας στην κουζίνα. Μη στέκεσαι και χάσκεις. Εσύ βάλε τον τέντζερε με το βούτυρο στη φωτιά και άρχισε να καβουρντίζεις το σιμιγδάλι."

*Απόσπασμα από τη "Λωξάντρα" της Μαρίας Ιορδανίδου

Εδώ που τα λέμε, ο χαλβάς μοιάζει αρκετά με τη ζωή.
Έχει γλύκα, μα κρύβει και κινδύνους που αν τους ξεπεράσουμε θα μας μείνει η γλύκα! 

Και μπορεί η βασιλοπούλα* να ήθελε να φτιάξει το ιδανικό της ταίρι, τον Σιμιγδαλένιο της, εμείς όμως μπορούμε ανά πάσα στιγμή και με λιγότερα υλικά να φτιάξουμε το γλυκό!

"Να πάτε να μου φέρετε μύγδαλα ένα τσουβάλι
ένα τσουβάλι ζάχαρη, δυο οκάδες σιμιγδάλι,
κανέλα, αρμπαρόριζα κι ένα χρυσό κουτάλι.
Τη σκούφια, την ποδίτσα μου κι ένα ασημί τσουκάλι."

*Απόσπασμα από τον "Σιμιγδαλένιο" του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

18ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 1 - 6)



Μπορεί να χάνουμε πολλά στοιχήματα, αλλά η πηγή της δημιουργίας θα παραμένει αστείρευτη!
Απόδειξη οι 30 εξαιρετικές συμμετοχές που κοσμούν το "18ο Παίζοντας με τις λέξεις".
Ας τις απολαύσουμε με ένα φλιτζάνι καφέ, ας αφεθούμε στις ιστορίες και τα ποιήματα, και ποιος ξέρει, μπορεί ανάμεσα στη συγκίνηση, το γέλιο, το μυστήριο και τον προβληματισμό να απλώνει το δικό της σεντόνι η σωτηρία

Οι πέντε λέξεις: καφές, σωτηρία, πηγή, στοίχημα σεντόνι, δε φάνηκε να δυσκόλεψαν κανέναν και θέλω να σας ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου που τιμάτε το παιχνίδι μας και το πλουτίζετε με τη φαντασία σας.
Η σειρά των συμμετοχών βγήκε με κλήρωση.
Αν δείτε κάποιο λάθος, σας παρακαλώ να μου το επισημάνετε!
Αν αφορά συμμετοχή καλό θα είναι να γίνει στο μέιλ μου almikr@gmail.com
Καλή ανάγνωση!

Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές! 

3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο, 
2 η επόμενη και από 
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!

Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.

Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 1 Φεβρουαρίου
Το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, θα λάβει ένα συμβολικό δώρο.




1. Το τείχος

Δεν βρίσκεις τη σωτηρία σε λαχνούς Άνθρωπε
Μήτε στα κατακάθια του καφέ 
Που εναγωνίως κοιτάζεις 
Μήπως και στα τοιχώματα του φλιτζανιού σου δεις
Καβαλάρη περήφανο να ιππεύει προς ανατολάς
Να ερμηνεύσεις έπειτα κατά πώς θες και σε βολεύει 
Δεν υπάρχει μήτε στα ευχολόγια που δίνονται αφειδώλευτα
Σε κάθε ευκαιρία γιορτής
Και ησυχάζουν τις συνειδήσεις, ένθεν κι ένθεν

Πηγή της ευτυχίας σου είσαι εσύ Άνθρωπε
Το μέσα σου όλο ένα τεράστιο, λαμπερό δώρο προς στην Ανθρωπότητα
Μπορείς να το στρώσεις σαν λεβαντοαρωτισμένο σεντόνι στο παλιό σου κρεβάτι
Και να ευφρανθεί η πολύπαθη ψυχούλα σου 
Μπορείς πάλι να το τυλίξεις ωσάν σάβανο γύρω σου
Και να μοιρολογήσεις τη ζωή που δεν έζησες
Θα έχεις καθησυχάσει τη συνείδησή σου
Πως δεν ήταν του χεριού σου, μα το γραμμένο των θεών
Και θα μπεις στο πάνθεον των απανταχού ανθρωπάκων

Υπάρχει όμως - ευτύχημα δίχως άλλο- κι η άλλη όχθη Άνθρωπε
Εκείνη που εσύ γίνεσαι αναζητητής της αλήθειας
Ήσυχα-ήσυχα, απλά κι αγαπημένα 
Τα λάθη ανασκαλεύεις και τα χαϊδεύεις με τρυφερότητα περισσή
Τόσο, που στο τέλος-τέλος θα τ'αγαπήσεις κι αυτά
Μαζί και τον πολύπαθο Άνθρωπο των παιδικών σου μνημών
Στοίχημα πάω πως θα ανοίξει τότε ένας νέος κόσμος μπροστά σου
Αυτός, που άφησες πίσω με τα χρόνια, ελλείψει επίγνωσης αναμφίβολα
Και το τείχος θα πέσει !



2. Δώρο γενεθλίων

     Έβαλε το κλειδί στην πόρτα με προσοχή και το γύρισε αργά, προσπαθώντας να μην παρασυρθεί από την έξαψή του και κάνει θόρυβο. Η ησυχία που τον υποδέχτηκε ήταν σε πλήρη αντίθεση με το βουητό που άκουγε στο κεφάλι του.
     Δεν προσπάθησε να ανάψει το φως, έτσι κι αλλιώς το ρεύμα ήταν κομμένο εδώ και τρεις μέρες. Πατώντας στις μύτες και ακολουθώντας το αμυδρό φως που ερχόταν από το καντηλάκι, που έκαιγε μόνιμα, μπήκε στην κουζίνα. Διψούσε. Το φλυτζάνι όπου είχε πιει τον καφέ του το απόγευμα ήταν ακόμη στο νεροχύτη. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα πιάτο καλυμμένο με χαρτοπετσέτα, που έκρυβε δύο κομμάτια σπανακόπιτα.
     Άδειασε τις τσέπες του επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Χαρτονομίσματα διαφόρων κατηγοριών, διπλωμένα πρόχειρα, σχημάτισαν έναν μικρό σωρό. Πρώτη φορά είχε δει τόσα λεφτά μαζεμένα.
     Αργά-αργά, τα ξεχώρισε και ύστερα άρχισε να τα μετράει. Τους είχε πάρει τα σώβρακα απόψε! Τι ρέντα ήταν αυτή! Λες και το σύμπαν τον αποζημίωνε για όλες τις χασούρες του παρελθόντος.
     Προσπάθησε να φανταστεί την έκφρασή της, όταν θα το μάθαινε. Στο μυαλό του ήρθαν όλοι τους οι καυγάδες. «Η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι ο τζόγος», του έλεγε κάθε φορά. «Πώς μπορείς να πιστεύεις πως μπορείς να συντηρήσεις οικογένεια, όταν τα λεφτά σου τα τρώνε τα χαρτιά και τα κάθε λογής στοιχήματα;». «Όχι», της απαντούσε εκείνος, «η πηγή όλων μας των προβλημάτων είναι που δεν μου έχεις εμπιστοσύνη. Θα γυρίσει η τύχη μου και θα το δεις». Και τότε εκείνη έλεγε ότι δεν υπήρχε σωτηρία και κλεινόταν στο δωμάτιό τους, και δεν του μίλαγε για μέρες. Και εκείνος μαζευόταν για λίγες μέρες. Και ύστερα ξανάρχιζε απ’την αρχή.
     Είχε έρθει, λοιπόν, και η δική του η μέρα, και είχε έρθει ακριβώς απόψε, την παραμονή των γενεθλίων της. Τι καλύτερο δώρο θα μπορούσε να περιμένει;
     Πατώντας στις μύτες των ποδιών, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και γδύθηκε. Σήκωσε την άκρη των σκεπασμάτων και χώθηκε μέσα προσεκτικά. Το σώμα του ανατρίχιασε στην επαφή του με το σεντόνι.
     Όχι, δε θα της έλεγε τίποτα. Θα σηκωνόταν το πρωί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και θα έφευγε για τη δουλειά, αλλά δε θα πήγαινε στη δουλειά. Και το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να πληρώσει το ρεύμα, και ύστερα θα πήγαινε στο ενεχυροδανειστήριο να πάρει πίσω τη βέρα του. Θα έκανε τη βόλτα του και κατά το μεσημέρι θα εμφανιζόταν μπροστά της με μια ανθοδέσμη και μια τούρτα γενεθλίων. Και, αν ήταν τυχερός, θα είχε επανασυνδεθεί και το ρεύμα. Και προτού εκείνη συνέλθει από την έκπληξη, θα την έπαιρνε αγκαζέ και θα την πήγαινε να φάνε έξω, να το γιορτάσουν.
     Σκέφτηκε τα πόδια της, που τον πάγωναν όταν εκείνη τα ακουμπούσε στα δικά του για να τα ζεστάνει και ένιωσε να πλημμυρίζει από τρυφερότητα. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνη ήταν ο άνθρωπός του. Ας πάει και το παλιάμπελο, παραμονή των γενεθλίων της ήταν! Αυτή τη φορά θα τα ακουμπούσε εκείνος τα πόδια του στα δικά της, να της τα ζεστάνει. Έτσι, για αλλαγή…
     Άπλωσε τα πόδια του. Ήταν μόνος του στο κρεβάτι.



3. Ο Κόσμος, είναι σαν τον καφέ

Ο Κόσμος, είναι σαν τον καφέ. Κρύος ή ζεστός, ανάλογα με τις εποχές. Πικρός ή γλυκός, ανάλογα τη ζάχαρη*.
*Όπου ζάχαρη, βάλε τις πράξεις των ανθρώπων.
Μεταξύ μας βέβαια, η αναλογία δεν είναι απόλυτη. Εγώ για παράδειγμα, σιχαίνομαι τον καφέ. Αυτό δε σημαίνει πως σιχαίνομαι και τον Κόσμο. Τουλάχιστον όχι όλες τις ώρες!
Κάποιες φορές, χαίρομαι που είμαι μέρος του, άλλες ντρέπομαι, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Τις περισσότερες φορές πάντως, δυσανασχετώ.
Είναι που ζούμε, σε έναν κόσμο, που άλλα θέλει, άλλα κάνει, κι άλλα εννοεί.
Για παράδειγμα, αποζητά Ελευθερία, μα μόνος του, ανέχεται, συμβιβάζεται. Στην ουσία βλέπεις, διστάζει να διεκδικήσει την ελευθερία του. Γιατί πραγματικά ελεύθερος, ο Κόσμος δεν ήταν ποτέ και το άγνωστο τον φοβίζει.
Αποζητά Αγάπη, Εκτίμηση, Σεβασμό κι όμως, όταν τα δίνει, τα θεωρεί καλή πράξη. Καταλαβαίνεις; Το αυτονόητο, έγινε επιλογή! Στην διακριτική ευχέρεια του καθενός, αν θέλει να τα δώσει.
Ζητάει ειλικρίνεια, στις σχέσεις, στις στιγμές, μα κρύβεται πίσω από μάσκες. Λίγο για να μην πληγωθεί η καρδιά και λίγο για να μην πληγωθεί ο εγωισμός. Κυρίως ο εγωισμός, αν με ρωτάς.
Και δεν κοιτάζει την δουλειά του. Λες κι έχει δικαίωμα να κρίνει. Και κρίνει από το τι κάνει ο καθένας στη ζωή του, μέχρι πώς απλώνει το σεντόνι, η απέναντι νοικοκυρά! Ότι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, το θεωρεί πηγή έμπνευσης για κρίση και επίκριση, αλλά ουαί κι αλίμονο, αν κρίνει κάποιος εκείνον. Θα φύγουν τα τσιτάτα και τα αποφθέγματα, με δυο τρία "γαλλικά" που 'ναι και της μοδός και δείχνουν τσαμπουκά, να έρθουν να ισιώσουν οι επικριτές (αυτοί οι άλλοι!).
Δεν υπάρχει σωτηρία σου λέω. Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ, το πάω και στοίχημα! Κι αν παρ' ελπίδα αλλάξει, ποιος εγγυάται πως θα 'ναι προς το καλύτερο, με τα μυαλά που κουβαλάει η ανθρωπότητα!






4. Όποιος πρόλαβε

     ...Άλλος άνθρωπος, σου λέω, Αιμιλία μου, η νύχτα με τη μέρα! Αφού ώρες-ώρες νομίζω ότι ονειρεύομαι!...
     Πού να ξέρω; Την τελευταία φορά που τσακωθήκαμε του τα’χωσα κι εγώ άγρια, εδώ που τα λέμε… «Λίγη σου έπεσα, βρε αχάριστε», του είπα, «που αν δεν ήταν ο πατέρας μου, θα φίλαγες κατουρημένες ποδιές για ένα μεροκάματο;». Και τι, δηλαδή, ψέματα είναι; Σαν τα κρύα τα νερά ήμουν, όλοι με γλυκοκοίταζαν στη γειτονιά, και πήγα και παντρεύτηκα τον στραβοκάνη το γιο του Γεράσιμου του λούστρου, τον ξεβράκωτο…
    Τον ερωτεύτηκα, θα μου πεις. Ναι, αλλά αναγνώρισε, βρε, κι εσύ, ότι με την προίκα μου μπορείς και κυκλοφορείς τώρα με το κούτελο ψηλά!... Που τον έκανε ο πατέρας μου δεξί του χέρι στο μαγαζί από την αρχή, και έχει να κορδώνεται στους φίλους του…
     Ε, τι να πει; Είπε τα δικά του, ότι σιγά την προίκα που πήρε, ότι ο φίλος του ο Παντελής πήρε ένα τεσσάρι διαμέρισμα στα Πατήσια, χώρια οι μετοχές και τα ομόλογα… Ναι, άντε πούλα το τώρα το τεσσάρι να δούμε τι θα πάρεις, για να μην πω για τις μετοχές και τα ομόλογα… ενώ η δουλειά σε τρέφει όπως σε έτρεφε και πρώτα... Ναι, λίγο έλειψε να πει ότι με πήρε και γυμνή… Βρε, ξέρεις πόσα σεντόνια πήρα προίκα; Δέκα σετ με τις μαξιλαροθήκες τους, όλα κεντημένα στο χέρι, ακόμα σε αυτά κοιμόμαστε. Αν πεις, δε, για τις πετσέτες…
     Ναι, καλά, πίστευε ό,τι θέλεις, εσύ δεν τον ξέρεις όπως εγώ… Βρε, πόσο στοίχημα πας ότι στους φίλους του έχει πει ότι είμαι μια μέγαιρα που τον βασανίζει; Τυχαίο είναι, νομίζεις, που τόσα χρόνια δεν έχω γνωρίσει κανέναν τους;…
     Ο Μάνθος της Ελένης σίγουρα δεν είναι στην παρέα, καμία σχέση σου λέω, ποιος σου το είπε;… Ε, όχι και έγκυρη πηγή η Πετρούλα του φούρναρη!  
     Τέλος πάντων. Αυτά λέγαμε και καυγαδίζαμε και κουβέντα στην κουβέντα με έπιασε κι εμένα και του είπα ότι αν του πέφτω λίγη, να φύγω να τον αφήσω στην ησυχία του… Και εκεί ο κύριος, αντί να σταματήσει, να ηρεμήσει, να μου πει «μη φεύγεις», έστω, σηκώθηκε κι έφυγε, και κοπάνησε και την πόρτα. Να μας δείξει ότι θύμωσε, ο τζαναμπέτης…
     Να σου πω την αλήθεια, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε σωτηρία και ότι ίσως θα έπρεπε να πραγματοποιήσω την απειλή μου, να τον αφήσω, ή έστω να του τα φορέσω. Ακόμα το σκέφτομαι, δηλαδή… Τι, «με ποιον», λες να μην βρω κανέναν; Ακόμα περνάει η μπογιά μου… Ναι, είδα και με την αξιοπρέπεια τι κέρδισα!…
     Ε, τι να γίνει; Γύρισε αργά το βράδυ και δεν τον είδα, κοιμόμουν. Το επόμενο πρωί, όμως – άκου, να πάθεις πλάκα – σηκώθηκε και μου έφτιαξε καφέ!... Ούτε εγώ το πίστευα! Δεκατρία χρόνια παντρεμένοι, ούτε ένα ποτήρι νερό δε μου έχει φέρει, και να μου φτιάξει καφέ!… Πού να ξέρω τι τον έπιασε, μήπως τον χτύπησε ο αέρας και συνήλθε; Τι να πω;...
     Όχι, τύψεις δεν μπορεί να ήταν, σιγά μην είχε τύψεις, ο γάιδαρος… Πάντως, από εκείνη τη μέρα άλλαξε. Ούτε γκρινιάζει, ούτε τίποτα. Τι να πω, δεν μπορώ να φανταστώ… Βρε, Αιμιλία, λες να με πρόλαβε και να μου τα φοράει εκείνος;




5. Το Μυστήριον της Ηγουμένης... 

Στα καθήκοντά μου άψογος και δεν άφηνα εκκρεμότητες. Στο τέλος ο τίτλος «πρόεδρος» μου έμεινε κουσούρι ως παράπλευρο κέρδος από τη θητεία μου.
Όμως, ο Σεραφείμ ερχόταν με ένα μεγάλο παράπονο
«γιατί εγώ δεν μπορώ να πάρω νερό..?». 
Αγροτόσπιτο, σε περιβόλι με ελιές δίπλα στο μεγάλο Μοναστήρι... Ο δήμαρχος κάθετος
«και εγώ είμαι αντίθετος και θα το καταψηφίσει το δημοτικό συμβούλιο , μην ασχολείσαι..». 
Ο Σεραφείμ άρχισε να με επισκέπτεται πιο συχνά στο γραφείο μου...
«κάνε κάτι..». Φώναξα τον Αντιδήμαρχο και του ζήτησα να φέρει εισήγηση...
«με τον Ύψιστο δεν τα βάζουμε..» η απάντηση..
Αγνόησα τις υποδείξεις και αποτέλεσε για μένα ένα στοίχημα να ασχοληθώ και να δώσω μία λύση. Πήγα στο Μοναστήρι... Χάρηκε η Ηγουμένη και μου το έδειξε , με πέρασε στο Αρχονταρίκι για καφέ.. Μπήκαμε στο θέμα..
«Θέλω να μιλήσουμε για το νερό.. ο Σεραφείμ γιατί δεν παίρνει ο άνθρωπος τέσσερα χρόνια τώρα, εσύ είσαι το εμπόδιο απότι πληροφορήθηκα..»  
Σταμάτησε απότομα και με όλη τη σοβαρότητα της φωνής της μου απάντησε..
«έλα, πάμε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς..».
Μπήκα στο νόημα..
«δεν κατάλαβες, δεν ήρθα ούτε να εξομολογηθώ ούτε να προσευχηθώ, εδώ ήρθα σαν πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου να συζητήσουμε συγκεκριμένο θέμα..».
«δεν είναι καλός χριστιανός..»
«εγώ ξέρω πάρα πολλούς που δεν είναι καλοί χριστιανοί αλλά έχουν νερό..»
«έχει αυθαίρετο..»
«το έχει τακτοποιήσει με τον τελευταίο νόμο , τα κελιά τα δικά σας είναι αυθαίρετα..».
«το θέλει για να ποτίζει τις ελιές»     
«θα μπει περιορισμός ποσότητας..»
«απλώνει μπουγάδα..»
«σεντόνια..»
«όχι, σώβρακα..»
«χρώμα..»
«κόκκινο..»
«ο Σεραφείμ αποκλείεται , μάλλον σορτς..»
«μας κολάζει..»
«να μην κοιτάτε..» αυτό δεν το είπα αλλά με την έκφρασή μου το εννόησα.. 
«το νερό είναι του Μοναστηριού..»
«γι αυτό ήρθα.. , ότι έγγραφα έχετε να μου τα δώσετε για να τα μελετήσω..»
«δεν έχουμε έγγραφα , το ξέρουμε από..»
«λοιπόν, το νερό είναι Κοινωνικό αγαθό, μόνο εάν έχετε αποδείξεις ότι έχετε χρηματοδοτήσει το έργο του δικτύου από τη πηγή μέχρι το Μοναστήρι τότε μόνο θα υποχρεωθεί να συμμετάσχει και ο Σεραφείμ στα έξοδα..»
«θα το πω στον δήμαρχο..»
«από το τηλέφωνο, γιατί κάτω από το εικόνισμα δεν θα τον αφήσω να ξανάρθει..»

«κ. πρόεδρε να μας ξανάρθετε , θα σας περιμένουμε με τη σύζυγο..» η κατευόδωση...
«και βέβαια... , θα έρθουμε..»
Με εισήγηση δική μου ψηφίστηκε ομόφωνα.. Ο Σεραφείμ πήγε να τρελαθεί..
«να πληρώσω.. να κεράσω..»
«ναι , ένα τενεκέ λάδι..»
«θα σου φέρω δύο..»
«ωραία δύο , θα τα πας στο Μοναστήρι τα έχουν ανάγκη..»
«δεν μιλάμε..»
«θα μιλήσετε , και να ξέρεις ότι έχουν δίκιο..»
«με προσβάλει αυτό..»
«να προσέχεις γιατί έχουν επισκέψεις και να ντύνεσαι καλύτερα έμαθα και ότι φοράς ροζ εσώρουχα..»
«!!! , ...»

«Σεραφείμ γιατί δεν ζήτησες το δίκιο σου με νομικές διαδικασίες..»
«ξέρεις μπροστά στο εικόνισμα είπα κάποια πράγματα.., δεν μου πήγαινε, δεσμεύτηκα..»
«λοιπόν, να διορθωθείς και να μην ξαναπάς μπροστά στο εικόνισμα..»
Μετά έξι μήνες οι σχέσεις είχαν ομαλοποιηθεί.. Τους επισκέφτηκα..
Ο Σεραφείμ ήταν στα κεριά , για τη σωτηρία της ψυχής του..?
Και φυσικά ...σε ικανή απόσταση από το εικόνισμα της Παναγιάς.



6. Όταν το Σύμπαν συνωμοτεί...

Βράδιασε! Ο αστυνόμος Ράζμαν, καθισμένος μπροστά στο γραφείο του, με έναν καφέ μπροστά του, ξένος στο ίδιο του το σώμα, προσπαθούσε να επεξεργαστεί όλες τις πληροφορίες. Ο νους του αρνιόταν πεισματικά. Το σοκ μεγάλο. Από το πρωί που έμαθε την αλήθεια, ξεχύθηκε στους δρόμους να σκεφθεί, να αποδεχθεί, να μην είναι παρών. Βλοσυρός κοιτούσε το κενό σαν να έβλεπε το ημερολόγιο των τελευταίων ημερών που λες και ξεφυλλιζόταν μπροστά στα μάτια του χαιρέκακα . 
7 ημέρες πριν 
Ήχος τηλεφώνου
-Τομ;  Έλα.... γρήγορα... σπίτι μου. Η γυναίκα μου ...μέσα στα αίματα.... Χριστέ μου είναι νεκρή... γρήγορα!!
Και ο χρόνος από εκείνη τη στιγμή έτρεξε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σαν το αίμα της νύφης του που έβαφε το σεντόνι που την σκέπαζε, σαν το περιπολικό που συνέλαβε τον αδελφό του, σαν τις αναμνήσεις των παιδικών χρόνων. 
Εξαιρέθηκε από τις έρευνες λόγω ασυμβίβαστου με την οικογένεια. Συνάδελφοι αποτελούσαν την κρυφή πηγή ενημέρωσης του.
Μαχαίρι κουζίνας ήταν το όπλο του φόνου χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα
Άλλοθι ο κατηγορούμενος δεν είχε
Οι γείτονες άκουσαν το ζευγάρι να καβγαδίζει.
Και απαγορευόταν η επίσκεψη στο κρατητήριο! Με ποιον έβαλε στοίχημα το Σύμπαν εναντίον τους;
4 μέρες πριν 
Επιτέλους πήρε άδεια επίσκεψης στη φυλακή
-Είμαι αθώος, είπε ο αδελφός του μόλις τον είδε
- Γιατί δεν έχεις άλλοθι;
-Γιατί περπατούσα στους δρόμους ως ότου ηρεμήσω. Όταν γύρισα...
-Μήπως υπήρχε άλλη γυναίκα;
-Ξέρεις πόσο την αγαπούσα... μια φορά μόνο... από απερισκεψία μου... αλλά δεν το έμαθε ποτέ. Δεν τη σκότωσα στο ορκίζομαι, θέλω να με πιστέψεις 
-Σε πιστεύω αδελφέ μου, δεν είσαι ικανός ούτε κατσίκι να δεις να σφάζεται, νομίζεις ξέχασα;
2 μέρες πριν 
Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου προσπαθούσε να κλείσει συμφωνία με την Εισαγγελέα για την σωτηρία του από την κρεμάλα. ΗΕισαγγελέας πρότεινε ισόβια με ομολογία
Εκείνος αρνήθηκε ''Είμαι αθώος. Καλύτερα στην κρεμάλα παρά στην φυλακή όλη μου τη ζωή'' 
Το πρωί 
Ο αστυνόμος Τομ  Ράζμαν χτύπησε την πόρτα του αρχηγού του
- Με ζήτησες αρχηγέ;
-Ναι Ράζμαν έλα μέσα. Κάθισε
Ήταν οι δυο τους. Ο αρχηγός τον κοιτούσε έντονα!
-Τομ ,πρέπει να σου πω ότι η έρευνα για το φόνο της νύφης σου δεν σταμάτησε
-Σε ευχαριστώ γι αυτό, θέλω να σου πω και εγώ ότι πιστεύω τον αδελφό μου, είναι αθώος
-Και εγώ το πιστεύω Τομ, αλλά χρειάζονται στοιχεία. Και πιστεύω ότι τα βρήκαμε.
-Τι θες να πεις; αναθάρρησε ο αστυνόμος
-Στο ατελιέ του αδελφού σου, βρήκαμε γράμματα κρυμμένα στο ξύλινο πάτωμα. Ερωτικά γράμματα μιας γυναίκας. Από αυτά φαίνεται πως μόνο μια φορά βρέθηκε μαζί της. Μετά θα της ζήτησε να μη συνεχίσουν γιατί εκείνη τον εκλιπαρούσε να τον ξαναδεί και μετά άρχισε τις απειλές. 
-Ναι μου μίλησε για μια γυναίκα, αλλά δεν μου πε ποια
-Τα γράμματα σταμάτησαν πριν 20 ημέρες. Ξέρουμε τα στοιχεία της. Και θα την καλέσουμε για ανάκριση.... Ήθελα πρώτα να στο πω. 
-Σε ευχαριστώ αρχηγέ αλλά ποια είναι;
- Τομ ...Η γυναίκα αυτή είναι... 
μα κάθισε... 
είναι η γυναίκα σου!



Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 7 - 18 πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 19 - 30 πατήστε εδώ! 

18ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 7 - 18)


7. Η τιμή, τιμή δεν έχει…

Περπατούσε κουνιστά  και από την τσαχπινιά της, οι ραχούλες έτριζαν και τα φαράγγια κι οι λόγγοι έσκουζαν. Χαμηλοβλεπούσα φαινομενικά η Τασούλα, μα όλα τα αρσενικά του χωριού λιμπίζονταν τα κάλλη της και έκοβαν σεργιάνι νοερά στα ελέη του νεανικού κορμιού της. Μα τα βλέφαρα πετάριζαν, σαν περνούσε μπροστά από τον έναν και μοναδικό λεβέντη που ξεχώριζε από όλους, τον Γιωργή. Κι εκείνος όμως δεν ήταν αδιάφορος στις χάρες της. Μέσα του είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του να χαρεί τα κάλλη της Τασούλας. Και δώστου την ξεμονάχιαζε όποτε μπορούσε και δώστου εκείνη του απαντούσε με κουνήματα και χάχανα σιγανά. Και ένα απομεσήμερο που ο κύρης της είχε πέσει για ύπνο, η Τασούλα ξεπόρτισε να πάει να φέρει νερό. Κι εκεί την ώρα που το λιοπύρι σπρώχνει τους ανθρώπους για μεσημεριάτικη ανάπαυση,   αφέθηκε στα λάγνα χάδια και τα μεθυστικά φιλιά του Γιωργή, πίσω από τους θάμνους, με το μουρμούρισμα του νερού της πηγής σαν μουσική υπόκρουση. Αυτή η θύμιση έμεινε ζωντανή στην μνήμη της, μα δεν είχε συνέχεια. Από τότε ο Γιωργής την απέφευγε κι εκείνη   είδε τα όνειρα που είχε πλάσει να γκρεμίζονται ένα-ένα.

Μα ο βραχνάς της άρχισε αργότερα.

Η Τασούλα είκοσι χρόνων πια, και όλοι σκέφτονταν πως ήταν ήδη σε ηλικία γάμου. Η Σταμάτα η προξενήτρα έφερε το πρώτο προξενιό, που όμως ήταν από έναν νέο, τον Λευτέρη. Ο Λευτέρης δεν ήταν Γιωργής, μα έπινε βαρύ τον καφέ του και το κομπολόι ήταν ένα με το χέρι του, δείγματα αντρισμού και κύρους. Δουλευταράς και με χωράφια δικά του ήταν πολύφερνος γαμπρός.

Τον συμπαθούσε τον Λευτέρη, μα τον φοβόταν κιόλας. Και δεν φοβόταν τόσο αυτόν, όσο την μοιραία πρώτη νύχτα του γάμου, που ο γαμπρός θα έπρεπε να βρει παρθένα την νύφη και να κρεμάσει το ματωμένο σεντόνι από το μπαλκόνι κατά το χαζό έθιμο του χωριού.

Αυτό από μόνο του την έκανε να φέρνει με τρόπο αντιρρήσεις και να λέει πως είναι μικρή για γάμο και για σκοτούρες.

Βαθιά μέσα της είχε την ελπίδα πως ο Γιωργής θα ερχόταν να την διεκδικήσει. Μα κι αυτό το όνειρο ναυάγησε, σαν έγινε η αναγγελία των αρραβώνων του με μια άλλη νέα του χωριού.

Σωτηρία δεν υπήρχε, έτσι όπως το έβλεπε και άλλο δεν είχε, παρά να ομολογήσει κλαίγοντας την αλήθεια, στην μάνα της πρώτα.

Εκείνη με τρόπο, αφού τράβηξε τα μαλλιά της και θρήνησε την χαμένη τιμή τους, τα ξεφούρνισε ένα μοιραίο βράδυ στον πατέρα.

Άλικα έγιναν τα μάγουλα της Τασούλας από τα χαστούκια του πατέρα της, ο οποίος αφού ξέσπασε, έβαλε την λογική του κάτω και άρχισε να σκέφτεται τρόπους να αποφύγει το ρεζιλίκι.

Και πώς να πουν σε ένα άντρακλα όπως ο Λευτέρης, πως η νύφη κακοπάτησε;

Μα ο Λευτέρης έδωσε λεβέντικα την απάντηση.

"Βέβαια τα δεδομένα άλλαξαν. Όμως και τα κορίτσια δεν φταίνε, είναι άμυαλα. Αλλά πάλι;. Ο αντρισμός μου; Μία λύση βλέπω. Θέλω είκοσι στρέμματα και σπαρμένα".

Τα χέρια δόθηκαν στο όνομα της λεβεντιάς και ένας κόκορας έδωσε το αίμα του στο όνομα της τιμής και του χωριού.



8. Το στοίχημα


Κυριακή πρωί.
Απόλαυση ρουτίνας:
γαλλικός καφές.

Η σωτηρία
μετά το ξενύχτι μου.
Η λύτρωσή μου.

Συλλογίζομαι.
Πηγή των βασάνων μου
ένα στοίχημα.

Ένα πακέτο.
Ένα σεντόνι σκέψεις
στο τσιγάρο μου.

Πρέπει να φύγω.
Να βρω τον εαυτό μου.
Ψάχνω κουράγιο.

Δεν είμαι αυτή
που αγάπησες τόσο.
Είμαι μέλισσα.

Ένα λουλούδι,
λυγίζω στον άνεμο.
Δυνατή βροχή.

Δεν είμαι πουλί.
Έχασα το στοίχημα.
Αποδέξου το.



9. "ΝΟΡΑ"

Με πολύ κόπο σηκώθηκε από το κρεβάτι ο Νικόλας.
Δυο μέρες τώρα δεν είχε μπορέσει να συνειδητοποιήσει  το φευγιό της.
Το κεφάλι του το ένιωθε βαρύ και μια μέγκενη του προκαλούσε ένα φοβερό πονοκέφαλο.
Σέρνοντας τα βήματά του πήγε μέχρι την κουζίνα.
Ένας  σκέτος καφές  ίσως να τον βοηθούσε  να συνέλθει από το τρομερό προχθεσινό μεθύσι του,που το μαρτυρούσαν τα άδεια μπουκάλια σκορπισμένα στο πάτωμα.
Και αυτή η εκνευριστική βροχή δεν έλεγε να σταματήσει.
Θαρρείς πως το έκανε επίτηδες να πέφτει ασταμάτητα δυο μερόνυχτα τώρα.
Άνοιξε τον υπολογιστή και με αγωνία έψαξε τα μηνύματά του.
Κανένα μήνυμά της. Τίποτα.
Το περίμενε άλλωστε μετά τον προχθεσινό φευγιό της.
Πως τα σκάτωσα έτσι γαμώτο μου,ψιθύρισε κατεβάζοντας μια γουλιά από τον πικρό καφέ του..
Την αγαπούσε την Νόρα.
Η γνωριμία τους ήταν από εκείνες που θα μπορούσε να την πεις και κεραυνοβόλο έρωτα.
Η χημεία μεταξύ τους ήταν σχεδόν τέλεια.
Η Νόρα του είχε χαρίσει την αγάπη της, έτσι όπως δεν την είχε γνωρίσει τόσα χρόνια πριν.
Οι γυναίκες ποτέ δεν έλειψαν από την ζωή του αλλά  οι σχέσεις μαζί τους σταματούσαν στην επιφάνεια.
Με την Νόρα όλα ήταν πολύ διαφορετικά. 
Τον είχε μαγέψει η απλότητα και η ειλικρίνειά της. Ήταν αυτό που είχε εκτιμήσει στον χαρακτήρα της.
Κάθε μέρα που περνούσε κοντά της διάβαζε μέσα στα μάτια της όλα αυτά που ήθελε να έχει στην ζωή του, γι αυτό και μεγάλωνε η αγάπη του για εκείνη.
Το ήξερε ότι είχε φερθεί ανόητα από την στιγμή που τον είχε πλευρίσει η  Ντίνα, ένας παλιός του έρωτας στο πάρτι που είχε πάει χωρίς την Νόρα .
Θυμόταν αμυδρά μέσα στο μεθύσι του πως είχε παρασυρθεί από την γοητεία της.
Έβαζε στοίχημα ότι αυτή η Ντίνα ήταν η πηγή της φωτογραφίας που είχε σταλεί στο μέηλ της Νόρας  που τους έδειχνε σε προκλητική στάση μαζί της και που έμελλε να είναι η αιτία του χωρισμού τους.
Είχε θυμώσει πολύ με τον εαυτό του.  
Εκείνη είχε χάσει την εμπιστοσύνη της απέναντί του και δεν ήξερε πως θα έβρισκε τον τρόπο να το διορθώσει αυτό.
Άνοιξε την τηλεόραση και ξάπλωσε στο κρεβάτι. 
Η φωνή της Πρωτοψάλτη γέμισε το δωμάτιο..η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα..
Έχωσε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι της και μύρισε βαθιά το άρωμα της που είχε μείνει επάνω στο σεντόνι δυο μέρες πριν.

Δεν μπορούσε χωρίς εκείνη και θα έκανε τα πάντα να σώσει την αγάπη αυτή! 




10. Τελευταίο Αντίο

Αγάπη μου, σε βλέπω ξαπλωμένη και φέρνω στο μυαλό μου όλες τις υπέροχες εικόνες γεμάτες ζεστασιά που χτίσαμε μαζί.

Το πρόσωπο σου χλωμό και τα μάτια σου κλειστά, δεν αντιδρούν στο ευεργετικό φως που μπαίνει από τις μισάνοιχτες κουρτίνες και που δίνει δειλά κι αυτό τη μάχη του για να μην αποχαιρετήσεις την ζωή που σε εγκαταλείπει. 

Τα λευκά σεντόνια καλύπτουν το βασανισμένο σου κορμί, που τόση ζωντάνια είχε κάποτε.

Χάσαμε το στοίχημα με την ζωή αγάπη μου. Χάσαμε το στοίχημα με τον χρόνο και με την μοίρα. Έμειναν τόσα ατελείωτα όνειρα μωρό μου. Έμειναν τόσα που θα κάναμε μαζί ακόμα. Είμαι ανίκανος να κοιτάξω μπροστά χωρίς εσένα. Δεν βλέπω παρά μόνο σκοτάδι. Εσύ είσαι η πηγή της δύναμης μου. Χρειάζομαι την αγάπη σου για να σταθώ όπως το σώμα μου τον αέρα και το νερό για να ζήσει.

Δεν μπορώ να πιστέψω πως θα ανοίγω τα μάτια μου το πρωί, και δεν θα είσαι δίπλα μου κουρνιασμένη με το μαξιλάρι σου αγκαλιά. Πως δεν θα ξανασηκωθώ νυχοπατώντας να σου φέρω την κούπα με τον αχνιστό καφέ και ένα τριαντάφυλλο από τον κήπο.

Πως δεν θα καθόμαστε πια τον χειμώνα αγκαλιά δίπλα στο τζάκι να πλάθουμε ιστορίες για το μέλλον μας ανάμεσα σε στιγμές πάθους, που μοιραζόμασταν με μόνη μουσική συνοδεία τους ήχους των γλυκών φιλιών στα κορμιά μας.
Πόσες φορές δεν φαντάστηκα πως μπαίνει  ο γιατρός με το άγγελμα της σωτηρίας σου στα χείλη. Πόσες φορές δεν φαντάστηκα πως το παρόν θα γίνει ένας κακός εφιάλτης πεταμένος στην λήθη. 

Πως ανοίγεις τα μάτια με κοιτάζεις και μου λες, "μην είσαι λυπημένος, γύρισα. Εδώ θα μείνω, γιατί εδώ ανήκω." Θα σε έπαιρνα τότε στα χέρια και θα φεύγαμε μακριά, κάπου με ήλιο που τόσο αγαπούσες. Κοντά σε θάλασσα να σε νανουρίζει το κύμα ενώ σε κρατώ με ασφάλεια στην αγκαλιά μου.

Άλλοτε πάλι φαντάζομαι πως γυρίζω τον χρόνο πίσω και δεν συμβαίνει ποτέ το φρικτό ατύχημα που σε βγάζει από την ζωή μου και με καταδικάζει στην ερημιά και τη δυστυχία.

Οι ελπίδες να ξυπνήσεις κάθε μέρα λιγοστεύουν. Κι αυτό το γράμμα δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Το πόσο σε αγαπώ, το ότι η καρδιά μου και η ύπαρξη μου ολόκληρη γεννήθηκαν για να σου ανήκουν.

Είσαι η ζωή μου, το νόημα της ύπαρξης μου, η τροφή μου, ο αέρας μου, ο σκοπός μου. Νοιώθω πως κι εγώ σβήνω μαζί σου.

Σήμερα νομίζω πως είναι η τελευταία μας μέρα μαζί. Δεν ξέρω γιατί έχω αυτήν την αίσθηση. Το φως χάθηκε σιγά- σιγά και η νύχτα πήρε τη θέση της στο σύμπαν μας.
Κι ο πόνος στο στήθος μου γίνεται αφόρητος αλλά δεν του δίνω σημασία.

Δεν αντέχω μια ζωή χωρίς εσένα καρδιά μου………..


Ξημέρωσε η καινούργια μέρα. Τα μάτια της ξαπλωμένης γυναίκας έπειτα από τόσο καιρό άνοιξαν. Το χέρι σηκώθηκε αδύναμα και χάιδεψε τα μαλλιά του αγαπημένου της, που είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ξαφνικά, κρατώντας στο χέρι ένα μισογραμμένο γράμμα. Ένα τελευταίο αντίο.

Για κάποιες αγάπες δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει παρά μόνο γραμμένο!




11. «ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕΙΣ» 

Τον τελευταίο καιρό δεν τον έπιανε ύπνος. Ποθούσε τη δραπέτευση…  Να ανακαλύψει μυστικά νικηφόρων μαχών. Να επαναστατήσει όπως δεν επαναστάτησε ποτέ του.
Ψηφίδες  ενός κατακερματισμένου κόσμου∙ σαρακοφαγωμένο   ξύλο που ψιθύριζε παλαιωμένες συνταγές σε κάθε δυνάμωμα καταιγίδας. Στις βραδινές οδομαχίες ήταν παρόν, προσπαθούσε ακατάπαυστα  να σπάσει τα οδοφράγματα, παρέμενε όμως   αγκιστρωμένος στο ίδιο ανυπέρβλητο σημείο. Είχε μέρες που τον  κυρίευε ο μέγας φόβος μη κι αποδημήσουν τα όνειρα και δεν  αλλάξει ρότα η ζωή.  Χρόνια παρέμενε τυλιγμένος στο σεντόνι της αδράνειας.  Βολόδερνε  με  ρητορείες μεγαλόστομες  που τον κρατούσαν  θαλερό, αναμένοντας να  ασπαστεί ανίδρωτος το ξανθό  φως της επομένης μέρας.
Ποτέ δεν κατάλαβε πως το πιο δύσκολο βιβλίο είναι ο άνθρωπος. Πως μέσα  στις σελίδες του φίλοι κι εχθροί  παραμένουν αδιάβαστα ιδεογράμματα. Αδιάβαστος χώθηκε στο στόμα του λύκου να διασώσει την ηρωίδα του παραμυθιού . Χόρεψε μαζί με θεούς και δαίμονες και λικνίστηκε ωσάν το στάχυ προτού τον ρίξει η μοίρα του στο μεγάλο αρύβαλλο να παλέψει με νέες όχεντρες. Μέσα στο νέο οχετό δεν του δινόταν   χώρος να ξεμυτίσει. Εξαρτημένος απ’  την  ανελέητη  ρουτίνα του,  στάθηκε  να  κάνει  επανειλημμένως  τις ίδιες σπασμωδικές κινήσεις.   Με υπερβολική ευήθεια  έκανε απαγορευτικές σκέψεις και σε  φλιτζάνια  καφέ συνέχισε  να ξορκίζει το έρεβος∙ να ανοίξουν, τάχα,  διάπλατα οι κόρες των ματιών και να ερμηνεύσει τα σύμβολα στο κατακάθι∙ ν’ αντιληφτεί με  ευδρομία  την αιτία των κακών που τον έδερναν.  Να  γεννηθεί η λευτεριά μέσα από εκείνη τη διαμάχη και να γίνει επιτέλους η δοκιμασία του  ανεξάντλητη πηγή που θα τον ωθούσε βήματα  μακριά απ’  το κακό που τον έδερνε και θα τον τοποθετούσε  κοντύτερα στην ουσία των πραγμάτων.
Με λάθος τακτική αποζητούσε τη  λύτρωση. Αν και τσουρουφλίστηκε στου κέρβερου τη φωτιά, πιάστηκε για μια ακόμη φορά από μια κλωστή ελπίδας. Σήκωνε ανάστημα για ν’ αποφύγει τον πνιγμό. Εξάλλου, την παραβολή του Ασώτου την είχε βιώσει εξ επαφής. Ο μόσχος ο σιτευτός είχε θυσιαστεί για λόγου του δεκάδες φορές.  Μετά από τόσες πτώσεις στα τάρταρα και τόσα αδέκαστα στραπάτσα, έβαζε στοίχημα πως ο δρόμος της δική του λευτεριάς δεν ήταν τούνελ που εύκολα θα χανόταν και θα περιπλανιόταν χωρίς πυξίδα στο αχανές κι έρημο ορυχείο της ψυχής του…
Κι ας ήτανε ανεμοδείκτης με κολοβή ουρά… κι ας  προσποιούταν  πως ρυθμιζόταν αλάθητα από τα ρεύματα των καιρών…  ένοιωθε να πλησιάζει η σωτηρία του απ’ τον  ηθελημένο πόλεμο που είχε ξεσπάσει μέσα του. Ανάγνωσε στην τελική πως το καθήκον είναι η ηχώ μιας μεγάλης κι ανυπότακτης ψυχής καθώς ταχυπορούσε  στα νερά του Αχέροντα να προλάβει  το ηλιοβασίλεμα στις  Ηράκλειες στήλες.



12. ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕ

Κυριακή πρωί και είπε να της κάνει μια έκπληξη στο κρεβάτι. Τι το ΄θελε; Ετοίμασε το δίσκο με την κούπα τον καφέ, δυνατό όπως τον ήθελε, κάτι μπισκοτάκια κι ένα γαρύφαλλο που έκοψε από τη γλάστρα που βρισκόταν στο πρεβάζι της κουζίνας. Ήλπιζε πως θα γλίτωνε από τη συνηθισμένη της μουρμούρα για την ανικανότητα του να προσφέρει οτιδήποτε πια στο σπίτι. Κι εκεί που άπλωσε τα χέρια του για να της τον προσφέρει, ο διάλος σίγουρα έβαλε το χέρι του, του φεύγει από τα χέρια, πέφτει πάνω της, τα μπισκοτάκια χύθηκαν μέσα στο ντεκολτέ της, ο καφές μούσκεψε τη νυχτικιά της, λέρωσε το σεντόνι που 'χε αλλάξει μόλις την προηγούμενη ημέρα. Μόνο το γαρύφαλλο ακολούθησε το δίσκο καθώς εκείνη με μια κίνηση εξ αντανακλάσεως τον εκσφενδόνιζε στην απέναντι πλευρά του δωματίου. Ποιος την είδε και δεν τη φοβήθηκε!

“ Άχρηστε, ακαμάτη, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις σωστά ” φώναζε καθώς σηκωνόταν και έβγαζε από πάνω της τη νυχτικιά της και του φανερώθηκε με τα πλούσια της στήθη σκουπίζοντας με το χέρι της τα τρίμματα από τα μπισκότα. Κι εκείνος αντί να ορμήσει πάνω της να την γεμίσει φιλιά εκλιπαρώντας να τον συγχωρέσει, οπισθοχώρησε προς τα πίσω, μέχρι που ακούμπησε στην ντουλάπα, προσδοκώντας μόνο από το Θεό τη σωτηρία του. Γονάτισε, έγινε ένα κουβάρι και περίμενε να ξεσπάσει η οργή της.

Τον πλησίασε, στάθηκε από πάνω του, γυμνή. Μπροστά της είχε έναν άνθρωπο που κάποτε αγάπησε με όλη τη ψυχή της. Γονάτισε και τον έπιασε από τα μαλλιά... με στοργή όμως. Αυτός ξαφνιάστηκε. Σαν να μην ήταν αυτή που έβαλε στοίχημα τις προάλλες, μπροστά στους φίλους τους, ότι ήταν ανίκανος να την κάνει να νιώσει την ελάχιστη θετική σκέψη γι΄ αυτόν.

“ Πώς καταντήσαμε έτσι, ρε Μιχάλη; Ποιους δαίμονες αφήσαμε να φάνε την ψυχή μας; Από ποια πηγή δεχθήκαμε όλο αυτό το φαρμάκι; Αντί να απολαμβάνουμε ο ένας τη συντροφιά του άλλου, μόνοι μας μείναμε σε αυτόν τον κόσμο, ο ένας να μισεί τον άλλο. Δεν μας αξίζει αυτό, ρε Μιχάλη! Δεν μας αξίζει, γαμώτο! ”

“ Δεν σε μισώ Δέσποινα. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να σε μισήσω! Ευνουχισμένος νιώθω, διότι δεν θέλεις να σε κρατώ πια στην αγκαλιά μου... Δεν ξέρω τι έφταιξε! Η αφοσίωση στα παιδιά μας; η κούραση μέχρι να τα μεγαλώσουμε; Η καθημερινή ένταση που μεταφέραμε στο σπίτι μας μετά τη δουλειά; Που κοιτάζαμε όλους τους υπόλοιπους εκτός εμάς τους ίδιους;”

Τον πήρε στην αγκαλιά της, σφίγγοντας τον με δύναμη.

“Τώρα όμως τα παιδιά έφυγαν... μείναμε οι δυο μας... δεν μπορούμε να ζούμε μαζί έτσι για πολύ ακόμα”

Εκείνος ανταποκρίθηκε, σαν να μην ήθελε να χάσει τη στιγμή. Σε λίγο τα φιλιά και οι αναστεναγμοί είχαν γεμίσει το άδειο τους σπίτι. Έκαναν αυτό, που για χρόνια είχαν ξεχάσει. Τελειώνοντας και αφήνοντας τα κορμιά τους να βρουν και πάλι τον κανονικό τους ρυθμό, τράβηξε το σεντόνι και τους σκέπασε. Ο λεκές από τον καφέ είχε σχεδόν στεγνώσει. Δεν την ένοιαζε, όμως πια. Έφτανε, που δεν την μίσησε  ποτέ του.


13. Η μεγάλη αδερφή
Ο καφές την κοίταζε διεισδυτικά με το πελώριο μάτι στο κέντρο του. Καταβεβλημένη, χαμήλωσε το βλέμμα της. Η εικόνα του κρεμ, απαίσιου χρώματος που είχε ποτιστεί στο σεντόνι του κρεβατιού της μεγάλης αδερφής της, της προκαλούσε αναγούλα. Σάλια μπλεγμένα με σιχαμερούς εμετούς μάζευε κάθε μέρα, κάθε μέρα. Η ψυχική ασθένεια κατέτρωγε την ενέργεια, το χαμόγελο, το μυαλό και την καρδιά της μεγάλης αδερφής. Την είχε πάει σε γιατρούς διακεκριμένους και γέροντες σοφούς, αλλά "η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα", κάγχαζε κρυφά. Πηγή αυτής της δυστυχίας ήταν μάλλον η αδυναμία της μεγάλης αδερφής να εξισορροπεί την ευαισθησία της. Άγγελο την αποκαλούσαν όλοι. Οι γονείς δεν άντεξαν τον Γολγοθά. Έφυγαν από τον καημό τους. Η μικρή αδερφή περήφανα είχε ως τώρα σταθεί. Τη γέμιζε και η δουλειά της. Δασκάλα ήταν. Αγγελούδια έγλειφαν τις πληγές της. Ο ξαφνικός όμως χωρισμός από τον σύντροφο της, τη λύγισε. Λίγοι πορεύονται μαζί σου στον πόνο, λίγοι. Με την τελευταία γουλιά, έβαλε στοίχημα με τον εαυτό της. Θα φύλαγε εφ'όρου ζωής τον λαβωμένο άγγελό της.





14. Το φάντασμα της Κυριακής

Φοράω το σεντόνι και κάνω το φάντασμα. "Μπου!" φωνάζω και σε ξυπνάω.
"Ριγέ φάντασμα πρώτη φορά βλέπω", λες κι ανασηκώνεσαι στο κρεβάτι.
"Είμαι ιδιαίτερο φάντασμα, το φάντασμα της Κυριακής. Διψάω για καφέ! Κι αν δεν μου φτιάξεις, θα..."
"Αχ, δεν υπάρχει σωτηρία μ' εσένα! Δεν θα μεγαλώσεις ποτέ!"
"Κακό είναι αυτό;" ρωτάω και πετάω το σεντόνι μουτρωμένη.
Δεν απαντάς, με φιλάς. Και ύστερα, "Είσαι η πηγή μου" λες.
Μένω μουτρωμένη, δεν με ικανοποιεί η απάντησή σου.
"Πηγή χαράς" διευκρινίζεις και περιμένεις την αντίδρασή μου.
Σου χαμογελάω.
"Κάθε Σάββατο βράδυ κοιμάμαι με μια γυναίκα και κάθε Κυριακή πρωί ξυπνάω πότε με ένα φάντασμα, πότε με μια αλεπού..."
"Και είναι κακό αυτό;" ξαναμουτρώνω.
Δεν απαντάς, με αφήνεις να βράσω στο ζουμί μου. Σηκώνεσαι. Και με την πλάτη γυρισμένη, "Ευτυχία είναι" μουρμουρίζεις.
Χοροπηδάω στο κρεβάτι. Παίρνω φόρα και σκαρφαλώνω στην πλάτη σου. "Πας στοίχημα ότι θα είμαστε μαζί μέχρι να πεθάνουμε"
"Εσύ πας στοίχημα ότι θα είμαι τέζα μέχρι το βράδυ από τη μέση; Σα να βάρυνες λίγο..."

"Εσύ φταις! Άργησες να ξυπνήσεις και το φάντασμα βαριόταν μόνο του... κι έφαγε όλα τα κουλουράκια..." λέω και "Κάθε Κυριακή σ' ερωτεύομαι ξανά!" σκέφτομαι.


http://sinistronzi.tumblr.com


15. Ψυχές από πολυπροπυλένιο

-Ερημιά έξω.
-Κάνει παγωνιά ή ιδέα μου είναι;
-Είναι που μας άφησε ολοτσίτσιδες… αφεντικό να σου πετύχει! 
-Κορίτσια, έχω μια ιδέα.  Διαλέγουμε ζεστά ρούχα απ’ τις κρεμάστρες και το σκάμε για μια τσάρκα στον πεζόδρομο. Το δικαιούμαστε μετά από τόση κούραση. Τι λέτε;
-Άσε μας κουκλίτσα μου! Να μας δει κανένα μάτι και να μας καρφώσει στον μεγάλο. Φαντάζεσαι τι θα γίνει; Στον όροφο με τα ορθοπεδικά μας βλέπω… με κολάρα και νάρθηκες!
-Για έναν καφέ θα πάμε και θα επιστρέψουμε στη γυάλινη βάση μας, πώς κάνετε έτσι; Άκουσα πως απόψε θα το σκάσουν και τ’ αγόρια απ’ το απέναντι μαγαζί με τ’ αθλητικά. Στοίχημα πως θα είναι κι αυτός ο Mάρβιν.
-Ο δίμετρος θεούλης με τα πολυεστερικά κανιά; Τι κούκλος Θε μου!
-Ναι, εσένα θα κοιτάξει ο Μάρβιν! Την τσουρομαδημένη Σάσα, άρτι αφιχθείσα απ’ τα Χαυτεία και την πηγή της φανέλας. “Εδώ τα καλά κασκορσέ, πάρε κόσμε!”
-Tι κακιά! Μπούστο θα καταντήσεις μια μέρα, στο λέω! Άντε και γάμπα στο τμήμα με τα καλσόν!
-Καλά, κι ο Μάρβιν τι ήταν νομίζετε; Συρμάτινο μπούστο σε ραφτάδικο ήταν η μάνα του. Μην τρελαίνεστε!...
-Σκάστε επιτέλους! Γελοίες καταντήσατε! Αύριο μας πάνε για σπάσιμο. Το έχετε συνειδητοποιήσει;
-Κάτι άκουσα το πρωί… ο μεγάλος παράγγειλε μια παρτίδα απ’ αυτές τις καινούργιες που ανοιγοκλείνουν τα μάτια στους πελάτες.
-Όχι μόνο τα μάτια… κι άλλα ανοιγοκλείνουν.
-Σκάρτεψε το είδος μας, κούκλες. Όλα στο βωμό του σεξ, πλέον.
-Ας κάνουμε κάτι ρε κορίτσια!
-Μάταιο. Δεν υπάρχει σωτηρία. Γεράσαμε ως κούκλες. Θα μας ξεμοντάρουν και θα γίνουμε ένα μάτσο κεφάλια, μπράτσα και γάμπες.
-Δίκιο έχει η Μπάρμπι. Γι’ αυτό μας έγδυσε απόψε. Πήρε και τα μαλλιά μας ο μακελάρης, για να τα φορέσει στις καινούργιες. Θα μας πετσοκόψει και θα τυλίξει τα κομμάτια μας σ’ ένα σεντόνι. Γύρευε σε ποιον κάδο σκουπιδιών θα βρεθούμε κατατεμαχισμένες.
-Αχάριστοι οι άνθρωποι κούκλες μου! Φάγαμε τα καλύτερα μας χρόνια στις βιτρίνες, κάναμε ρεκλάμα τα κορμιά μας για να πλουτίζει αυτός, μελάνιασαν τα πέλματά μας στην ορθοστασία, γεμίσανε αμυχές τα κορμιά μας κι ορίστε η ανταμοιβή μας!
-Πάμε τη βόλτα που λέγαμε; Τουλάχιστον, ας χαρούμε την τελευταία μας βραδιά.
-Ο Μάρβιν είν’ αυτός απέναντι;
-Αχ ναι, μου γνέφει νομίζω…
-Ναι, ρε συ! Κουνάει το ρυθμιζόμενο λακαριστό του χέρι… Κοίτα, παίρνει φόρα μπροστά στη μεταλλική του μπάλα… Θε μου, σημαδεύει προς το μέρος μας!
-Και δεν έχω ένα ρούχο να ρίξω πάνω μου. Τι ντροπή!...
-Άσε τις ντροπές και τρέξε κοντά του. Κλοέ, ένα παλτό απ’ την κρεμάστρα. Κι ένα σκούφο απ’ το ράφι, γρήγορα!...
-Φύγε Σάσα! Θα σκεφτεί πως σ’ έκλεψαν διαρρήκτες. Το νου σου στα τζάμια!...
-Κι εσείς τι θ’ απογίνετε;
-Κάποιος θα βρεθεί και για μας. Πού ξέρεις;

Στο λαογραφικό μουσείο ενός μικρού ορεινού χωριού, οι επισκέπτες εντυπωσιάζονται με το ζευγάρι κούκλες που φορούν παραδοσιακές στολές του τόπου. Είναι τόσο ζωντανές, που κάποιοι ορκίζονται πως είδαν τα τσίνορά τους ν’ ανοιγοκλείνουν…




16. Για τα σεντόνια μου ρε γαμώτο

Αχ φεγγάρι μου βγήκες και απόψε σεργιάνι και εγώ νιώθω έντονη την μοναξιά μου. Ξέρω είμαι παραπονιάρα όμως είμαι πάλι μόνη και όσο και αν δεν θέλω να το παραδεχτώ αυτό οφείλεται  στη ζήλεια μου!

Ναι ναι την ζήλεια μου αυτό το σαράκι που μου τρώει τα σωθικά. Γι' αυτό σε παρακαλώ  θέλω να την πάρεις από μέσα μου για να σταυρώσω και εγώ κανένα γκόμενο, να δουν και μένα χαρά τα σεντόνια μου, να έχω κάποιον να με αγκαλιάζει καθώς μας λούζει το φως σου, να ξυπνάω χωμένη σε μια αγκαλιά και να έχω και εγώ έναν άνθρωπο να πίνω τον καφέ μου μαζί του το πρωί βρε αδερφέ.

Πάρε μακριά την αναθεματισμένη ζήλεια μου, γιατί εγώ όσο και αν βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου πως θα την διώξω, τσουπ φυτρώνει πάλι μέσα μου κάθε φορά που κάνω κάποια σχέση. Βλέπεις δεν με αφήνουν να αγιάσω όλες αυτές οι ξανθιές, οι μελαχρινές και οι κοκκινομάλλες που κυκλοφορούν εκεί έξω. Μια ματιά να τους ρίξει ο δικός μου, ξανακυλάω στα ίδια και όλο φτάνω στην πηγή και νερό δεν πίνω και μεταξύ μας τώρα τα δεύτερα …άντα πλησιάζουν και εγώ πάλι ρέστη.

Γι’ αυτό σου λέω διώξε την ζήλεια μου μακριά, είσαι η μόνη μου σωτηρία για να ξυπνάω και εγώ σε τσαλακωμένα σεντόνια.




17. Η ΣΙΜΩΝΗ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΝΩΡΙΣ

 Η μυρωδιά του ξεραμένου καφέ στο σεντόνι, μαρτυρούσε πως ο βίαιος τσακωμός, δεν ήταν ένα ακόμη αποκύημα της φαντασίας μου.

Ο έντονος πονοκέφαλος, με έκανε να πιστέψω πως κάποιος, με είχε χτυπήσει με τσιμεντόλιθο. Προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου, μα τα βλέφαρα, βαριά όσο άλλοτε, αρνούνταν να με βοηθήσουν.

Έκανα να σηκωθώ και σπιθαμή προς σπιθαμή του κορμιού μου, κάθε σάρκα και κάθε του οστό, πονούσε λες και είχα ζήσει την μεγαλύτερη κτηνωδία της ζωής μου, μέσα σε ένα εργοστάσιο γεμάτο μεταλλεύματα, που στόχο είχαν να συρρικνώσουν τη ψυχή μου.

Η ψυχή μου…

Αχ, η ψυχή μου

Ποτισμένη στη λήθη, δηλητηριασμένη πόσιμη πηγή από βάναυσες επιλογές και κυρίως, εξαρτημένη από λευκή ουσία που την ονομάζω «αλάτι», επειδή με παραπέμπει σε ένα παραμύθι που αγαπούσα σαν ήμουν παιδί..

«Σαν ήμουν παιδί, διάολε!»

Με δυσκολία σηκώθηκα από το κρεβάτι. Τα μελανιασμένα μου πόδια, έσυραν το αποστεωμένο μου σώμα, μέχρι την άκρη του καναπέ που συναντά κανείς στο βομβαρδισμένο μου καθιστικό.

Ξάπλωσα εκεί. Πονούσα το ίδιο. Αποκοιμήθηκα.

Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει όταν κάποιες φωνές μου έκοψαν στη μέση το όνειρο. Καιρό είχα να δω τόσο όμορφο όνειρο. Υπέθεσα, πως ήταν οι πιτσιρικάδες "της από πάνω". Να δεις πως με έλεγε τις προάλλες; Κάπως με έλεγε στην διαχειρίστρια αλλά δεν θυμάμαι τον χαρακτηρισμό… Κρίμα, τέσσερις ώρες κλαίγοντας και μία «οκτάβα», μου πήρε για να το ξεπεράσω.

Στο όνειρό μου ήμουν ντυμένη νύφη αλλά πρόσεξε, μία νύφη που επέπλεε σε έναν βυθό. Ήταν κάπως περίεργο. Αιωρούνταν η ψυχή μου κάτω από ένα γαλάζιο κρυστάλλινο νερό και το σώμα μου, τέμνονταν πάνω από μία διάφανη πράσινη βλάστηση ενώ τα ψάρια με διαπερνούσαν. Χρόνια είχα να αισθανθώ τόσο καθαρή μέσα μου, να νιώθω, πως μέσα μου δεν κατοικεί τίποτα παρά μόνο μία λευκή, ζεστή χιονοστιβάδα. Πάω στοίχημα, πως αν η ψυχή μας μπορούσε να ζωγραφίσει την αγνότητα, θα έφτιαχνε τον πίνακα που οραματίστηκα μόλις.

Και καθώς περνούσε η ανθοδέσμη από μπροστά, σε αργό και κυματιστό ρυθμό, οι φωνές των «μπούληδων» με διέκοψαν.

«Στο διάολο» Κι ούτε που πρόλαβα να δω αν είχε τα αγαπημένα μου λουλούδια…

Είχα ανάγκη από καθαρό αέρα, από αναζωογονητικό οξυγόνο, το κεφάλι και το σώμα συνέχιζαν να πονούν μα τώρα, ένας εσωτερικός μεγαλύτερος και ανοικοδόμητος πόνος, με έκανε να αναζητήσω τη σωτηρία σε ένα πηγαίο, γάργαρο νερό. 

Ούτε και ξέρω πως βρήκα την δύναμη. Έτρεξα στο μπάνιο και από τον νιπτήρα γαντζώθηκα. Σαν το πιο βάναυσο αρπακτικό, άνοιξα την βρύση και άρχισα με μανία να μαστιγώνω, το ανελέητο πρόσωπό μου. Κλείνοντάς την, με φόβο ύψωσα το ανάστημά μου για να δω εμένα, να κείτομαι στα πλακάκια του μπάνιου, νεκρή…

«Σιμώνη» άκουσα την Λένα να φωνάζει χτυπώντας με δύναμη την πόρτα.

«Σιμώνη» επέμεινε.

«Σιμώνη σε παρακαλώ, ανησυχώ»

 «Η μόνη μου φίλη, κανείς δεν θα της ανοίξει», σκέφτηκα

Και ξαφνικά, ομίχλη…



18. Το Γύρισμα

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξωτερική-Νύχτα

Μακρινό πλάνο. Η κάμερα στην όψη του επιβλητικού κτιρίου. Δύο Λιμουζίνες σταματούν στην είσοδο. Ένας άντρας και μια γυναίκα κατεβαίνουν. Κινούνται στα σκαλιά. Η Κάμερα τους ακολουθεί από σταθερή λήψη.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Εσωτερική

Κοντινό πλάνο. Ένας άνδρας υποδέχεται τους επισκέπτες.

Άντρας

(Φωνή υπηρεσιακή)

Κύριε Πρέσβυ περάστε, ο Πρωθυπουργός σας περιμένει

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Εσωτερική

Μεγάλο γραφείο. Βαρύς, πλούσιος διάκοσμος.

Πρωθυπουργός

(Ευγενική διάθεση)

Καλώς ορίσατε κ.Πρέσβυ, σας περίμενα, καθίστε

Πρέσβυς

Καλώς σας βρίσκω. Να σας συστήσω την κ.Ντέμπορα Ρόουζ, υπεύθυνος πληροφοριών της Πρεσβείας.

κ. Ρόουζ

(Τυπικά ευγενική)

Χαίρομαι ιδιαίτερα κ.Πρωθυπουργέ.

Κάθονται στο σαλόνι. Ένα πολυτελές σερβίτσιο καφέ στο τραπέζι. Ένα γυμνό άγαλμα πίσω διακοσμημένο με ένα σεντόνι.

Πρωθυπουργός

Η Συμφωνία πέρασε. Όλα τακτοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Πιστεύω είστε ικανοποιημένοι. Οι δυσκολίες ήταν εμφανείς.

Πρέσβυς

Ομολογώ κερδίσατε ένα μεγάλο στοίχημα. Οι πηγές μας γνώριζαν τα προβλήματα.

Πρωθυπουργός

Ακολουθήσαμε πιστά κάθε σας κατεύθυνση, δύσκολες αποφάσεις, επώδυνες για μας. Δεχόμαστε οξύτατες κατηγορίες.

Πρέσβυς

(Ελαφρά μειδιάζων)

Προέχουν κ.Πρόεδρε τα συμφέροντά μας στην περιοχή. Η ιστορία αφορά τους φιλολόγους, όχι την πολιτική.

Πρωθυπουργός

Η Αντιπολίτευση πιέζει ασφυκτικά

Πρέσβυς

(Με σιγουριά)

Η Αντιπολίτευση κ.Πρωθυπουργέ ελέγχεται και θα έπραττε το ίδιο. Οι αντιρρήσεις της δεν αποτελούν απειλή για μας. Κίνδυνο αποτελεί το γνωστό ανατρεπτικό Κόμμα. Η Επιρροή του στην κοινωνία αυξάνει. Μας προκαλεί προβλήματα.

Πρωθυπουργός

(Με απορία)

Τι ακριβώς ;

κ. Ρόουζ

(Παρεμβαίνει αποφασιστικά στο διάλογο)

Διατηρεί το κλίμα πολύ εχθρικό για μας. Πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες. Εμείς θα παρέμβουμε με διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ΜΚΟ, κοινωφελείς προσφορές ιδρυμάτων. Αλλά πρέπει να βοηθήσετε.

Πρωθυπουργός

(Ελαφρά ενοχλημένος)

Η σωτηρία της κυβέρνησης είναι λεπτή κ.Ρόουζ. Δεν μπορούμε να συγκρουστούμε με όλους. Φτάσαμε στο σημείο να χαλάσουμε τις σχέσεις μας με άλλη υπερδύναμη με μεγάλο κόστος.

Πρέσβυς

(Κατηγορηματικά αυστηρός)

Οι ανταγωνισμοί στην περιοχή είναι οξύτατοι. Για μας προέχει η στρατιωτική και οικονομική επιρροή στο νέο κράτος. Τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Οφείλετε να σταθεροποιηθείτε αυστηρά στο πλευρό μας.

Πρωθυπουργός

(Με ύφος επίμονο)

Ναι, αλλά τα προσδόκιμα ανταλλάγματα δεν ήταν ανάλογα κ.Πρέσβυ. Οι προκλήσεις εξ Ανατολών οξύνονται. Μην αποκλείσετε θερμό επεισόδιο. Οφείλετε να πιέσετε και εσείς από την πλευρά σας. Ανοίγουμε μέτωπα.

κ.Ρόουζ

(Κυνικά ήρεμη)

Η Γείτονα χώρα είναι σύμμαχος. Μην το λησμονάτε. Δεν μπορούμε να την σπρώξουμε στην αγκαλιά των ανταγωνιστών μας. Η διαχείριση οφείλει να είναι ήπια. Αντιλαμβάνεστε.

Πρωθυπουργός

Κοντινό πλάνο στο πρόσωπό του (Προβληματισμένα κατηφής)

Κάποτε χτίσατε ένα κράτος στις αρχές που σήμερα γκρεμίζετε. Γαλουχήσατε μια ολάκερη κοινωνία έτσι. Τώρα….

Πρέσβυς

Πλάνο κοντινό: Φυσά τον καπνό από το πούρο του (Ύφος ψυχρό)

Έπρεπε να είχε μια αυταπάτη να ακολουθεί η μάζα. Η αναγκαιότητα επιτάσσει να προταχθούν τα πραγματικά συμφέροντα.

Πρωθυπουργός

Προχωράμε στα συμφωνηθέντα κ. Πρέσβυ

-”Στοπ !!!”, η φωνή ενός ώριμου άντρα, που σηκώνεται από μια ξύλινη πολυθρόνα, ηχεί διαπεραστικά. Ακούγονται μουρμούρες ικανοποίησης. Ο Άντρας συνεχίζει:
- Μπράβο ! Τέλειοι όλοι, δέκα λεπτά διάλειμμα, περίφημα !

Τα φώτα σβήνουν, κόσμος πηγαινοέρχεται στο χώρο.
“Σκηνοθέτα ; μια ερώτηση εκτός ...πλάνων”, ο ηχολήπτης δίπλα του.
“Σ’ ακούω Δημήτρη !”
“Ισχύουν αυτά στην πραγματική ζωή ;”
“Γύρισμα κάνουμε Δημήτρη ! Μυθοπλασία είναι το σενάριο, σοβαρέψου !”


Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 19-30 πατήστε εδώ!
Για τις συμμετοχές 1-6 και για να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!