"Μπορεί και να χαθούμε γράφοντας, να μην ξαναβρούμε τον δρόμο της επιστροφής κοντά σας - η μόνη λένε ηδονή που μένει ατιμώρητη είναι το διάβασμα."
Και με το φως του λύκου επανέρχονται
Τρίτη ιστορία
Με βέλη του ο έρωτας, σελ. 108

Περιμένοντας να βρει "η ορατή σαν αόρατη" τον δρόμο της επιστροφής κοντά μας, κάνω κάποιες σκέψεις, προσπαθώ να ξεδιαλύνω μέσα μου αυτή την τόσο δυνατή εξάρτηση που μου προκάλεσε και συνεχίζει να μου προκαλεί η πένα της Ζυράννας Ζατέλη, να κατανοήσω τη γοητεία που ασκεί πάνω μου η γραφή της και καταλήγω περιμένοντας, να ανατρέχω πάλι και πάλι σε όσα πρόσφατα διάβασα. Και είναι πράγματι ανακουφιστικό να ξέρω ότι όλη αυτή η ηδονή που μου χάρισε και θα μου χαρίσει η ανάγνωση θα μείνει ατιμώρητη!
Λίγο περισσότερο από χρόνος πέρασε από τότε που μια συνήθη επίσκεψη στη βιβλιοθήκη* στάθηκε σημαδιακή κι έγινε το πέρασμα σε έναν κόσμο τόσο ξένο, μα και τόσο γνώριμο ταυτόχρονα που με φυλάκισε στις αλήθειες του.
Αλήθειες που τρέχουν πάνω στις αράδες, και πότε φανερώνονται με τη μια, πότε μισοκρύβονται ώσπου να ετοιμαστείς εντός σου για να τις δεχτείς.
Ο έρωτας, ο θάνατος, η ζωή, η φύση ολόκληρη, και όχι μόνο εκείνη του ανθρώπου, πότε γλυκιά και πότε αδυσώπητα άγρια -σαν τη ζωή κι αυτή-, συνθέτουν ένα μαγικό σκηνικό στο οποίο η μοίρα όλων των ανθρώπων φαντάζει κοινή.
Μόνο εδώ, ή μήπως όχι; θα βγεις νύχτα με φεγγάρι να δεις λαγούς και θα καταλήξεις να θαυμάζεις λύκους.
"Οι λαγοί δεν ήταν όνομα κάποιας τοποθεσίας, ήταν οι ίδιοι οι λαγοί που αφθονούσαν τέτοιον καιρό στα λειβάδια και, μόλις νύχτωνε κι έβγαινε το φεγγάρι, ιδίως αν ήταν ολόγιομο, έβγαιναν κι αυτοί κι έπαιζαν με τα λαγουδάκια τους στο φεγγαρόφωτο. Μα έπαιζαν τόσο όμορφα, τόσο όμορφα και ξετρελλαμένα, που όσοι έτυχαν να τους δουν -να δουν λαγούς να παίζουν στο φεγγαρόφωτο- είπαν: αυτό είναι ευτυχία, αυτό είναι παράδεισος, κι έχασαν τη μιλιά τους."

"Μόνο που αν δεν ήταν τόσο διάχυτη επάνω τους η ακτινοβολία απ' το φεγγάρι και τ' άστρα, ίσως να μην ξεχώριζε κανείς αυτά τα σκοτεινόχρωμα ζώα εκεί κάτω...πολύ σκοτεινόχρωμα για λαγούς, αλλά -εκτός από τρία μικρά- και πολύ μεγαλόσωμα...
Στην αρχή κανείς δεν είπε τίποτα -ό, τι ζώα και να 'ταν στο κάτω κάτω, η χάρι τους στα παιχνίδια ήταν ανυπολόγιστη..."
Και με το φως του λύκου επανέρχονται
Ένα χρόνο και τέσσερις μήνες λοιπόν μετά την πρώτη γνωριμία μαζί του, το "ζατελικό σύμπαν" εξακολουθεί να με κρατάει αιχμάλωτη.
Και ζω μια αιχμαλωσία που την απολαμβάνω στο έπακρο! Και κακιώνω με τον εαυτό μου που άφησα τόσα χρόνια να περάσουν διστάζοντας να διαβώ το κατώφλι του.
Και μπορεί στην κατοχή μου να έχω μόνο τρία -προς το παρόν- βιβλία, στα οποία να μπορώ να ανατρέχω κάθε φορά που το θέλω, όχι που το θέλω, που το χρειάζομαι, αλλά κι όσα ανασαίνουν ακόμα μέσα μου, αλλά δεν έγιναν δικά μου θα γίνουν εν καιρώ.
Με μεγάλη δυσκολία διάλεξα κάποια αποσπάσματα.
Αφήνω απέξω πάρα πολλά που γυρνάνε στο μυαλό μου σαν σβούρα, (σαν εκείνη που σκάλισε ο Σέρκας κι έμελλε να γίνει το τελευταίο παιχνίδι του Ζάφου, -"αμφότεροι εκλεκτοί του Κεραυνού"-), στριμώχνονται όλα να βγουν μπροστά, μα βγαίνουν μόνο όσα προλαβαίνουν.
Να τώρα πρόλαβε; ξεπρόβαλε; ένα κομμάτι ξύλου...
"Ε, ναι", είπε ο Ντάφκος απ' την πόρτα, "όλοι μας ρίχνουμε τα ξύλα να καούν στην φωτιά, κι εκείνος σκέφτηκε να παραστήσει την φωτιά πάνω σε ένα ξύλο! Σοφία να το πεις αυτό; Παραξενιά; Τρέλλα; Αλαζονεία; Βρες το"
Το πάθος χιλιάδες φορές

"Η ζωή είναι μια γέφυρα, είπε το μυστικό της σε κάποιον η ίδια η ζωή· πέρασέ την, αλλά μη χτίσεις εκεί το σπίτι σου."
Και με το φως του λύκου επανέρχονται
Έκτη ιστορία
Rapinas Nocturnas
(Δεν ήταν παραμύθι χειμωνιάτικο) σελ. 284

"Δεν έχει σημασία, αυτή κοιτούσε ό, τι κοιτούσε εκεί μέσα κι έμοιαζε να έχει αιχμαλωτιστεί. Μα αυτό που κοίταζε εκείνος απ' έξω, στο ίδιο το κεφάλι της πλαγίως, στην ιδιαίτερη εκείνη γούβα του κροτάφου της, στην γνάθο της, στο μεγάλο μάτι, στο τέντωμα της φλέβας του λαιμού και παντού, τον γέμιζε φόβο κι αγωνία, μια εξαιρετική συγκίνηση, γατί του θύμισε μια και καλή το κεφάλι ενός ελαφιού που είδε κάποτε και δεν μπορούσε να το βγάλει απ' το μυαλό του. Ήταν στο δάσος τους, ψηλά στο Ράκοβο, ένα θηλυκό νεαρό ελάφι που κάτι αφουγκραζόταν επίμονα, με όλο το είναι του, με τόση μύχια ένταση, που δεν πήρε είδηση -εκτός κι αν ναι- την παρουσία την δική του λίγο πιο πέρα. Ο άνθρωπος είχε καθηλωθεί, ο Ντάφκος, όπως και η ελαφίνα για τους λόγους της. Και δεν θα ξεχνούσε το κεφάλι της έτσι όπως το κοιτούσε απ' το πλάι να κάνει αχνές κινήσεις, σαλέματα, τρεμίζοντας τα ρουθούνια, καμμιά φορά και να γυρνάει ελαφρώς τον λαιμό της προς την άλλη μεριά (ποτέ προς τον Ντάφκο), σαν να τα έλεγε στόμα με στόμα με ό, τι αόρατο την τριγύριζε, ό, τι επικείμενο· δεν θα ξεχνούσε εκείνο το κεφάλι, παραδομένο θαρρείς στην άρρωστη περιέργειά του, στο δέος, ένα κεφάλι τόσο όμορφο, καθαρό -οι εσοχές, οι εξοχές, οι μαγικές γραμμές, τα τόσο υμνημένα μάτια, τα σκαλιστά κόκκαλα-, που ίσως την άλλη στιγμή...Ντράπηκε, σχεδόν ντράπηκε που το κοίταζε με τόση αφοσίωση, τέτοιον ζήλο, και δη χωρίς την άδειά του, εν τη αγνοία του ζώου, μα το να πάρει τα μάτια του απ' αυτό φοβόταν πως θα έφτανε για να το "ξυπνήσει", πως θα το τρόμαζε, και πόσο μάλλον να κάνει μισό βήμα ν' απομακρυνθεί, να προδοθεί από κάνα κλαδί που θα πατούσε -κι είχε δουλειά ο άνθρωπος, έπρεπε να πάει στη δουλειά του, να βιαστεί. Έγινε δηλαδή κι αυτό, μα αφού πρώτα έφυγε με μαλακές αείμνηστες κινήσεις το ελάφι."
Το πάθος χιλιάδες φορές

" Αχ, τι 'ταν εκείνο· σαν κάτι σύννεφα που τρέχουν αλέστα στον ουρανό, ώρα δειλινού κατά προτίμηση, καθώς σέρνεται πέρα στο βάθος καταιγίδα και παν να την ανταμώσουν, και στο κατόπι τους τρέχουν κι άλλα, και άλλα, συνοδεία ολόκληρη εν σπουδή, έτσι το πρόσωπο της Λεύκας πήρε την μια μετά την άλλη ένα σωρό εκφράσεις -πού τις είχε τόσες; πού τις φύλαγε;-, σαν, με την τελευταία μόλις, την ίσως κι αινιγματικότερη, να ήθελε να πει ότι η ίδια έπρεπε να γυρίσει ξανά πίσω· αυτό έπρεπε μετά από τέτοιο ταξίδι.
Αλήθεια, πώς μιλούσε έτσι; Ακόμη κι αν δεν έβγαζε άχνα απ' το στόμα της, πώς το κατάφερνε αυτό;"
Το πάθος χιλιάδες φορές

" Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 1998 (Αθήνα)
Είδα σ' ένα κρεββάτι το κορμί μου γυμνό, μόνο και πληγωμένο σαν ψυχή."
Τετράδια Ονείρων

Ζυράννα Ζατέλη
Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε στον Σοχό Θεσσαλονίκης το 1951. Σπούδασε θέατρο στην Αθήνα, μα δεν ασχολείται παρά με το γράψιμο. Η Περσινή αρραβωνιαστικιά είναι το πρώτο της βιβλίο με διηγήματα (1984). Ακολούθησε το Στην ερημιά με χάρι (1986), επίσης με διηγήματα. Το 1993 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1994) και το 2001 το μυθιστόρημα Ο θάνατος ήρθε τελευταίος, πρώτο μέρος της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2002). Το 2006 κυκλοφόρησε το αφήγημα Οι μαγικές βέργες του αδελφού μου, το 2009 το μυθιστόρημα Το πάθος χιλιάδες φορές, δεύτερο μέρος της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους, και το 2011 η συλλογή αφηγημάτων Ηδονή στον κρόταφο. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της. Τα βιβλία της μεταφράστηκαν και κυκλοφορούν στην Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Σερβία, την Λιθουανία και στις ΗΠΑ. *
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Τετράδια ονείρων, 2017
Περσινή αρραβωνιαστικιά, 2013
Και με το φως του λύκου επανέρχονται, 2013
Ηδονή στον κρόταφο, 2011
Ηδονή στον κρόταφο (ePUB), 2011
Το πάθος χιλιάδες φορές, 2009
Συγγραφικές εμμονές, 2007
Οι μαγικές βέργες του αδελφού μου - Ξυλογλυπτική του Χρήστου Καρακόλη, 2006
Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους, 2001
Στην ερημιά με χάρι, 1995
Βραβεία
2010 ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ – ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΤΡΟΥ ΧΑΡΗ
Πηγή: Εκδόσεις Καστανιώτη
*Το 2019 θα κυκλοφορήσει και στη Ρωσία το μυθιστόρημα "Και με το φως του λύκου επανέρχονται"
*Ανοίγω μια μικρή παρένθεση για να τονίσω την αξία κάθε δανειστικής βιβλιοθήκης και τη σημασία τους. Αντίθετα με το τι πιστεύουν κάποιοι, οι βιβλιοθήκες όχι μόνο δημιουργούν αναγνώστες, αλλά αυξάνουν και τις πωλήσεις. Ποιος θα διαβάσει ένα βιβλίο που θα του αρέσει πολύ και δε θα το αγοράσει με την πρώτη ευκαιρία να το έχει δικό του, ή δε θα αναζητήσει και τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα που τον συνεπήρε;











