Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός χωριού, ακριβώς στα όρια της πραγματικότητας με τη φαντασία, ζούσε μια κόκκινη αλεπού.
Καμάρι της και προίκα της η φουντωτή ουρά της!
Η φωλιά της, κοντά σε έναν ερειπωμένο μιναρέ, άπλωνε πολύπλοκα λαγούμια και κρυψώνες.
Εκεί έκρυβε και μεγάλωνε η έρμη τα παιδιά της
Τέσσερα τον αριθμό και λιμασμένα όλα!
Λίγη σημασία έδινε η αλεπού στις περιττές τις πέτρες, αν και συχνά περνούσε από μπροστά τους. Μια φορά μάλιστα, ποντίκι κυνηγώντας, χώθηκε και μέσα τους, μα έχασε το θήραμα, μαζί και το ενδιαφέρον.
Δίχως να ρίξει μια ματιά, χάθηκε μέσα στη νύχτα.
Έτσι δεν είδε τα σκαλιά που στην κορφή οδηγούσαν, ούτε τον ποντικό που όλο χαμογελούσε, καθώς σκαρφάλωνε ευτυχής που γλίτωσε κι απόψε.
Δεν άκουσε ούτε την κουκουβάγια που την περιγελούσε, καθώς με μια βουτιά άρπαξε τον ποντικό κι έφευγε μακριά της.
"Τι καλά, κυρά αλεπού που μου τα ξετρυπώνεις. Μου στέλνεις τα θηράματα στο στόμα κατευθείαν".
Οι μέρες διαδέχονταν όμοιες η μια την άλλη. Τα βράδια που η αλεπού άρχιζε τα νυχτέρια, περνούσαν όμοια κι αυτά, χωρίς διαφορές μεγάλες. Μόνο που τα κουτάβια της που όλο και πεινούσαν την ανάγκαζαν να μένει ως αργά τα πρωινά στους δρόμους, στο κυνήγι!
Κάθε φορά κανόνιζε να παίρνει κι άλλο δρόμο, για να μπερδεύει όσους θα ήθελαν να την ακολουθήσουν. Έδινε στόχο όμως στο φως, κι αυτό καλό δεν ήταν!
Αυτά σκέφτονταν μια νυχτιά, που είχε πάρει ξανά τους δρόμους.
Το φεγγάρι πρόβαλλε ολοστρόγγυλο στον ουρανό και η αλεπού έξω από το μιναρέ στάθηκε και κοιτούσε.
Κάθισε κάτω κι άρχισε το φως να καταριέται!
"Ήταν ανάγκη να έχει δίσκο ο ουρανός"; αναστέναξε θλιμμένα.
"Ποιος τον καρφώνει εκεί ψηλά; Ποιος βάζει δυσκολίες;
Σβήσε άτιμο κερί που ανάβεις στα ουράνια και στέλνεις φως εκεί που σκοτεινιά έπρεπε μόνο να 'ναι".
Η κουκουβάγια την άκουσε και γέλασε με κέφι.
Τίναξε τα φτερά της κι έπιασε θέση σε κλαδί για να την κάνει χάζι. Κατάλαβε με όλη τη σοφία της πως θα γλεντούσε απόψε!
Η αλεπού πρώτα άκουσε το θρόισμα κι ύστερα είδε το πτηνό με τα μεγάλα μάτια.
Με το μυαλό της το έβλεπε ήδη σερβιρισμένο και τα αλεπουδάκια της να πέφτουν με τα μούτρα.
Ξερογλύφτηκε κι απόφαση το πήρε! Πάση θυσία έπρεπε να φάει αυτό το γεύμα.
Γλυκό χαμόγελο έβαλε, κι άρχισε να τη ζαχαρώνει. Σκέφτονταν πως αν κατάφερνε φίλη της να την κάνει, αν η κουκουβάγια της έδειχνε λίγη εμπιστοσύνη, θα την είχε εύκολα του χεριού της, ή καλύτερα του τραπεζιού της, διόρθωσε τη σκέψη της, και χάχανο της βγήκε!
- Τι χαχανίζεις, κυρά Μάρω; ρώτησε η κουκουβάγια.
- Σκέφτομαι τα μωράκια μου και πόσο τα λατρεύω!
Θέλεις να πάμε να τα δεις, να τα χαρείς κι εσύ καλή μου;
- Πολύ ευχαρίστως να τα δω, να τα χαρώ με σένα,
"μα σκέφτομαι η δύσμοιρη, μήπως χαρούν εμένα", συμπλήρωσε χαμηλόφωνα η κουκουβάγια!
- Άλλη φορά μαθές να 'ρθω, που θα κρατώ πεσκέσι!
Η αλεπού ξεφύσηξε, μα δεν το βάζει κάτω.
- Για έλα λίγο πιο κοντά, μεγάλα μάτια που έχεις! Τι όμορφα, μπιρμπιλωτά, λάμπουν σαν το δίσκο, είπε κι έδειξε το φεγγάρι.
- Φεγγάρι είναι μάτια μου και απόψε δύσκολη βραδιά, χωρίς καλό κυνήγι.
Κι η κουκουβάγια πέταξε να κάνει έναν κύκλο.
Κι όπως πετούσε ξέγνοιαστα, η αλεπού το είδε.
"Μου μπήκε μες στο δίσκο. Σα να μου σερβιρίστηκε μονάχη της η καημένη. Είναι σημάδι θεϊκό, πως θα γενεί τροφή μου!"
- Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ, δω πάνω, κυρά Μάρω; Δυο κυνηγοί μαζί, όλο κάτι θα βρούμε.
- Μη με δουλεύεις να χαρείς γλυκιά μου κουκουβάγια. Φτερά δεν έχω, μα ουρά, μόνο για ομορφιά μου!
- Προσπάθησε και θα το δεις τι εύκολο που είναι. Ανέβα αν θες εκεί ψηλά κι αφέσου στη μαγεία, είπε κι έδειξε την κορυφή απ' το αρχαίο κτίσμα.
Η αλεπού τα έχασε. Το σκέφτηκε καλά καλά, είδε τα σκαλοπάτια, φαντάστηκε πως από ψηλά, όλα θα τα μπορούσε!
Μα λίγο πριν στο χαμό αφεθεί, η λογική της ήρθε.
"Μας πώς την πάτησα έτσι εγώ, και πίστεψα βλακείες; Η κουκουβάγια η έξυπνη θέλει να με ξεκάνει.
Μπορεί να είμαι πονηρή, μα τη σοφία της, όλα δείχνουν πως δε φτάνω.
Μήτε την ίδια θα χαρώ, εγώ και τα μωρά μου.
Καλά να πάθω, γιατί νόμισα πως θα την ξεγελάσω!
Μα όπως όλα δείχνουνε, όσοι ήθελαν τον άλλον να γελάσουν, στο τέλος την πατήσανε, μένοντας με άδειο πιάτο."
Καμάρι της και προίκα της η φουντωτή ουρά της!
Η φωλιά της, κοντά σε έναν ερειπωμένο μιναρέ, άπλωνε πολύπλοκα λαγούμια και κρυψώνες.
Εκεί έκρυβε και μεγάλωνε η έρμη τα παιδιά της
Τέσσερα τον αριθμό και λιμασμένα όλα!
Λίγη σημασία έδινε η αλεπού στις περιττές τις πέτρες, αν και συχνά περνούσε από μπροστά τους. Μια φορά μάλιστα, ποντίκι κυνηγώντας, χώθηκε και μέσα τους, μα έχασε το θήραμα, μαζί και το ενδιαφέρον.
Δίχως να ρίξει μια ματιά, χάθηκε μέσα στη νύχτα.
Έτσι δεν είδε τα σκαλιά που στην κορφή οδηγούσαν, ούτε τον ποντικό που όλο χαμογελούσε, καθώς σκαρφάλωνε ευτυχής που γλίτωσε κι απόψε.
Δεν άκουσε ούτε την κουκουβάγια που την περιγελούσε, καθώς με μια βουτιά άρπαξε τον ποντικό κι έφευγε μακριά της.
"Τι καλά, κυρά αλεπού που μου τα ξετρυπώνεις. Μου στέλνεις τα θηράματα στο στόμα κατευθείαν".
Οι μέρες διαδέχονταν όμοιες η μια την άλλη. Τα βράδια που η αλεπού άρχιζε τα νυχτέρια, περνούσαν όμοια κι αυτά, χωρίς διαφορές μεγάλες. Μόνο που τα κουτάβια της που όλο και πεινούσαν την ανάγκαζαν να μένει ως αργά τα πρωινά στους δρόμους, στο κυνήγι!
Κάθε φορά κανόνιζε να παίρνει κι άλλο δρόμο, για να μπερδεύει όσους θα ήθελαν να την ακολουθήσουν. Έδινε στόχο όμως στο φως, κι αυτό καλό δεν ήταν!
Αυτά σκέφτονταν μια νυχτιά, που είχε πάρει ξανά τους δρόμους.
Το φεγγάρι πρόβαλλε ολοστρόγγυλο στον ουρανό και η αλεπού έξω από το μιναρέ στάθηκε και κοιτούσε.
Κάθισε κάτω κι άρχισε το φως να καταριέται!
"Ήταν ανάγκη να έχει δίσκο ο ουρανός"; αναστέναξε θλιμμένα.
"Ποιος τον καρφώνει εκεί ψηλά; Ποιος βάζει δυσκολίες;
Σβήσε άτιμο κερί που ανάβεις στα ουράνια και στέλνεις φως εκεί που σκοτεινιά έπρεπε μόνο να 'ναι".
Η κουκουβάγια την άκουσε και γέλασε με κέφι.
Τίναξε τα φτερά της κι έπιασε θέση σε κλαδί για να την κάνει χάζι. Κατάλαβε με όλη τη σοφία της πως θα γλεντούσε απόψε!
Η αλεπού πρώτα άκουσε το θρόισμα κι ύστερα είδε το πτηνό με τα μεγάλα μάτια.
Με το μυαλό της το έβλεπε ήδη σερβιρισμένο και τα αλεπουδάκια της να πέφτουν με τα μούτρα.
Ξερογλύφτηκε κι απόφαση το πήρε! Πάση θυσία έπρεπε να φάει αυτό το γεύμα.
Γλυκό χαμόγελο έβαλε, κι άρχισε να τη ζαχαρώνει. Σκέφτονταν πως αν κατάφερνε φίλη της να την κάνει, αν η κουκουβάγια της έδειχνε λίγη εμπιστοσύνη, θα την είχε εύκολα του χεριού της, ή καλύτερα του τραπεζιού της, διόρθωσε τη σκέψη της, και χάχανο της βγήκε!
- Τι χαχανίζεις, κυρά Μάρω; ρώτησε η κουκουβάγια.
- Σκέφτομαι τα μωράκια μου και πόσο τα λατρεύω!
Θέλεις να πάμε να τα δεις, να τα χαρείς κι εσύ καλή μου;
- Πολύ ευχαρίστως να τα δω, να τα χαρώ με σένα,
"μα σκέφτομαι η δύσμοιρη, μήπως χαρούν εμένα", συμπλήρωσε χαμηλόφωνα η κουκουβάγια!
- Άλλη φορά μαθές να 'ρθω, που θα κρατώ πεσκέσι!
Η αλεπού ξεφύσηξε, μα δεν το βάζει κάτω.
- Για έλα λίγο πιο κοντά, μεγάλα μάτια που έχεις! Τι όμορφα, μπιρμπιλωτά, λάμπουν σαν το δίσκο, είπε κι έδειξε το φεγγάρι.
- Φεγγάρι είναι μάτια μου και απόψε δύσκολη βραδιά, χωρίς καλό κυνήγι.
Κι η κουκουβάγια πέταξε να κάνει έναν κύκλο.
Κι όπως πετούσε ξέγνοιαστα, η αλεπού το είδε.
"Μου μπήκε μες στο δίσκο. Σα να μου σερβιρίστηκε μονάχη της η καημένη. Είναι σημάδι θεϊκό, πως θα γενεί τροφή μου!"
- Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ, δω πάνω, κυρά Μάρω; Δυο κυνηγοί μαζί, όλο κάτι θα βρούμε.
- Μη με δουλεύεις να χαρείς γλυκιά μου κουκουβάγια. Φτερά δεν έχω, μα ουρά, μόνο για ομορφιά μου!
- Προσπάθησε και θα το δεις τι εύκολο που είναι. Ανέβα αν θες εκεί ψηλά κι αφέσου στη μαγεία, είπε κι έδειξε την κορυφή απ' το αρχαίο κτίσμα.
Η αλεπού τα έχασε. Το σκέφτηκε καλά καλά, είδε τα σκαλοπάτια, φαντάστηκε πως από ψηλά, όλα θα τα μπορούσε!
Μα λίγο πριν στο χαμό αφεθεί, η λογική της ήρθε.
"Μας πώς την πάτησα έτσι εγώ, και πίστεψα βλακείες; Η κουκουβάγια η έξυπνη θέλει να με ξεκάνει.
Μπορεί να είμαι πονηρή, μα τη σοφία της, όλα δείχνουν πως δε φτάνω.
Μήτε την ίδια θα χαρώ, εγώ και τα μωρά μου.
Καλά να πάθω, γιατί νόμισα πως θα την ξεγελάσω!
Μα όπως όλα δείχνουνε, όσοι ήθελαν τον άλλον να γελάσουν, στο τέλος την πατήσανε, μένοντας με άδειο πιάτο."
Σιγά σιγά και χωριστά, πετώντας η μία με άνεση και τρέχοντας η άλλη, η αλεπού και η άσπονδη φίλη της, η κουκουβάγια, στην Αριστέα έφτασαν να μπουν στα παραμύθια!





