Όταν ήμουν μικρή η γιαγιά μου συνήθιζε να μου διηγείται παραμύθια, ιστορίες τις έλεγε εκείνη, κι επέμενε πως ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Παραμύθια τις έλεγα εγώ, που από τότε ακόμα ό, τι με τρόμαζε, ή ό, τι δεν πολυκαταλάβαινα, το έβαζα κάτω από το πρίσμα της παιδιάστικης ακόμα λογικής μου και το εξέταζα με σχολαστικότητα από όλες τις μεριές μέχρι να το κατανοήσω. Αν η κατανόηση ήταν αδύνατη, τότε του έβαζα μια ωραιότατη ταμπέλα. Παραμύθια έλεγα, και δεν το έλεγα καθόλου περιφρονητικά, αλλά με όλον το σεβασμό που αρμόζει σε κάθε παραμύθι και σε κάθε ον που έρχεται από τη χώρα του φανταστικού για να παίξει μαζί μας, ή να παίξουμε εμείς μαζί του.
Τα παραμύθια λοιπόν της γιαγιάς μιλούσαν για πανέμορφες γυναίκες με μακριά μαλλιά, για αέρινα πλάσματα πέραν του κόσμου τούτου, που όποιος τα έβλεπε έχανε τη λαλιά του, ή τον έβρισκαν άλλα χειρότερα δεινά.
Συνήθως τα συναντούσαν άντρες που τους έβρισκε η νύχτα κοντά σε ποτάμια, ή δάση και όλο και κάποιος γνωστός της είχε συναντήσει, λέει, μια από δαύτες, κι αν είχε γλιτώσει το κακό, ήταν μόνο και μόνο επειδή είχε προνοήσει να κρυφτεί καλά και να αντισταθεί με νύχια και με δόντια στο αερικό, μην αφήνοντας να του πάρει τα μυαλά η ομορφάδα του, ο αισθησιακός του χορός, ή η εξαίσια, μαγευτική φωνή του.
Υπήρχαν όμως και οι σπάνιες κι αξιομνομόνευτες εκείνες περιπτώσεις που η νεράιδα δεν έπαιρνε τη λαλιά εκείνου που την είχε δει, αλλά τον ερωτεύονταν παράφορα και οι ιστορίες μιλούσαν τότε για τα παράδοξα αυτά ζευγάρια που ζούσαν αγαπημένα κι ευτυχισμένα για πολλά χρόνια, ή για άλλα που η κακοτυχία τα κατέτρεχε κι έκανε τον έρωτά τους απίστευτη πηγή δυστυχίας.
Πως έγινε κι αυτά τα μυθικά πλάσματα της παιδικής μου ηλικίας ήρθαν να με ανταμώσουν στην ενήλικη πια ζωή μου, έχει εξήγηση.
Δεν είναι βέβαια, ότι έλειψαν στο μεταξύ οι παρουσίες τους, αφού εκείνα τα ακατανόητα ξωτικά της γιαγιάς με τα χρόνια πήραν άλλες μορφές με σημαντικότερη ίσως, την από τη χώρα του Ποτέ Ποτέ προερχόμενη, διάσημη Tinker Bell.
Και πολύ αργότερα, μινιατούρες τους, ή και μεγαλύτερα κομμάτια, πότε σε χιονόμπαλες και πότε όχι, έρχονταν να με βρουν, μια κι έγινε αγαπημένη συνήθεια της κόρης μου, να μου φέρνει με κάθε ευκαιρία κι ένα τέτοιο μικρό θαύμα. Και είναι παράξενο στα αλήθεια, αν λάβουμε υπόψιν μας πως η ίδια ποτέ δεν έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για τέτοια "παιχνίδια".
Έγινε όμως κάτι σαν εκκεντρική παράδοση όλο αυτό. Ένα πάρε δώσε που μας χαροποιεί, κάτι απόλυτα δικό μας, σαν ένα φανερό σε όλους μυστικό, μα που την ουσία του άλλος δεν την αισθάνεται, παρά εμείς, κι έφτασα έτσι να έχω μια αξιόλογη συλλογή που τη φροντίζω προσεκτικά. Ή όχι και τόσο προσεκτικά, αφού στη μάχη του ξεσκονίσματος υπήρξε κάποτε μια απώλεια, με αποτέλεσμα μια μικρή νεράιδα να μείνει χωρίς τη μπάλα της.
Μια μέρα ωστόσο, είδα πως υπάρχει λύση ακόμα και γι΄αυτό. Έπεσα τυχαία πάνω της, μα στη συνέχεια έψαξα και ό, τι άλλο σχετικό, ώσπου έφτασε και η ώρα να αποκατασταθεί επιτέλους η ζημιά.

Τα πράγματα ήταν απλά!
Για να φτιάξουμε μια χιονόμπαλα χρειαζόμαστε:
βάζο
κόλλα δυνατή
απεσταγμένο νερό, ή και βρασμένο απλώς
λίγη γλυκερίνη
χρυσόσκονη, ασημόσκονη και πάει λέγοντας...μια κι εδώ τα μέσα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι ανεξάντλητα και ναι, για να δικαιολογήσουμε και το όνομα του αποτελέσματος, μπορούμε να βάλουμε και χιόνι αν το επιθυμούμε. Όχι αληθινό ε;
Τι κάνουμε τώρα με όλα αυτά!
Πρώτα κολλάμε το αντικείμενο που θέλουμε, τη νεράιδα εν προκειμένω, πάνω στο καπάκι του βάζου και περιμένουμε να στεγνώσει η κόλλα.
Όταν κρίνουμε πως είναι εντάξει, τότε βάζουμε στο βάζο το νερό, που αν το έχουμε βράσει εννοείται πως περιμένουμε να κρυώσει, και στάζουμε μέσα λίγη γλυκερίνη που έχουμε προμηθευτεί από φαρμακείο και είναι πάμφθηνη.
Ο σκοπός της γλυκερίνης είναι να καθυστερεί την απότομη πτώση των "χρυσοασημόσκονων", που προσθέτουμε στη συνέχεια και στην ποσότητα που επιθυμούμε, και να τις κάνει να πέφτουν πιο αργά.
Φροντίζουμε το νερό να πάει όσο πιο ψηλά γίνεται για να μην έχουμε κενό, κάτι που ομολογουμένως δεν κατάφερα στην πρώτη μου κατασκευή, μια και το κενό είναι ευδιάκριτο.
Τελικά, όσο ασχολείσαι με κάτι τόσο σου γίνεται μανία, οπότε πέρασα αμέσως στην επόμενη χιονόμπαλα, όπως βλέπετε στις φωτογραφίες και όπως θα διαβάσετε και πιο κάτω.
Στη συνέχεια βάζουμε κόλλα γύρω γύρω στο καπάκι, το βιδώνουμε καλά και το γυρνάμε ανάποδα μόνο όταν η κόλλα στεγνώσει για να μην έχουμε απρόοπτα!

Επειδή βαζάκια υπάρχουν, νερά υπάρχουν και υπήρχαν ήδη οι άφθονες σκόνες και η γλυκερίνη, μια άλλη νεράιδα που κάποτε στόλιζε μια πασχαλιάτικη λαμπάδα εκδήλωσε έντονα την επιθυμία να αποκτήσει κι αυτή μια πιο μόνιμη κατοικία.
Κι έτσι έγινε. Αυτή τη φορά κατάφερα στο μέτρο του δυνατού να νικήσω και το κενό, βλέπετε το βάζο μας ξεγελάει κάνοντας το γεμάτο, μα καθόλου γεμάτο δε θα είναι όταν γυρίσει ανάποδα!

Κι όλα αυτά τα θαυμαστά κι εξωπραγματικά άρχισαν να αποκτούν υπόσταση λίγο πριν η Αριστέα ανακοινώσει το 3ο "Άλλαξέ το".
Έτσι περίμεναν υπομονετικά να γίνει ο διαγωνισμός, να κλέψουν οι νεράιδες τη φωνή όλων και κάνοντας τα αλλόκοτα μαγικά τους, να περάσουν τελείως απαρατήρητες σαν κάθε ξωτικό που σέβεται τον εαυτό του άλλωστε, για να καταλήξουν εντέλει εκεί όπου ήταν προορισμένες να καταλήξουν εξαρχής!
Αριστέα μου σε ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία!





