Άφησα το παραμυθόδραμα "οχιναιλέγοντας" του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου να με αιφνιδιάσει, να με παρασύρει, να με ξελογιάσει.
Να με εξουσιάσει.
Με τον ίδιο τρόπο σχεδόν που ο κι έρωτας αιφνιδιάζει, παρασύρει, ξελογιάζει, εξουσιάζει!
Μετά περίμενα να καταλαγιάσουν όσα ένιωσα, να μεστώσουν μέσα μου οι στίχοι του, να βρω τις κατάλληλες λέξεις να το περιγράψω.
Να φανώ αντάξια του έργου.
Όλες οι λέξεις όμως μου φαίνονται φτωχές, οπότε θα επιχειρήσω μια προσέγγιση ακροβατώντας στα ναι και στα όχι....στο τίποτα και σε όλα...
Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, γιατί ναι, ακολούθησαν κι άλλες, δυο στίχοι στριφογυρνάνε συνέχεια στο μυαλό μου...
"...οχιναιλέγοντας φριχτά, με απέραντη ευκολία,
δούλους τους έχεις όλους, μες στην αμφιβολία..."
Ο συγγραφέας κλείνει το μάτι σε όσους έχουν διαβάσει το "Λίβιστρος και Ροδάμνη", ομολογεί πως από κει πήρε τη σκυτάλη για να πει τα δικά του ακολουθώντας όμως δικές του διαδρομές και προτρέπει όσους δεν το έχουμε διαβάσει το ερωτικό μυθιστόρημα του 14ου αιώνα να το κάνουμε για να νιώσουμε τη χαρά που ένιωσε κι εκείνος παίζοντας με τους ελληνικούς αιώνες, σαν να είναι σαΐτες, όπως λέει, που πηγαινοέρχονται, χάρτινα καραβάκια που ταξιδεύουν στο χρόνο, μα δε σάπισαν.
Από ένα ξέφωτο ξεκινάει η ιστορία και αμέσως μπλέκεται με το όνειρο.
Ο Λίβιος, ένας αναλφάβητος της αγάπης όπως τον αποκαλούν οι φρουροί του Έρωτα, ένας που έμοιαζε χορτάτος, μα ήταν πάντα νηστικός, όπως του λέει ο Έρωτας ο ίδιος, λίγο πριν σηκώσει το τόξο του και τον σημαδέψει, ξυπνάει τελικά με ένα αγκάθι στο νου, μια φωτιά στο στήθος.
Η Ροδή τον στοιχειώνει τώρα, μα κι εκείνος στοιχειώνει με τη σειρά του τη Ροδή, αφού ο Έρωτας φρόντισε να την τοξέψει κι αυτή.
Και κάπως έτσι ονειρικά μπαίνουν στα βάσανα του έρωτα που φέρνουν κι άλλα βάσανα, καθώς ο πατέρας της Ροδής την έχει τάξει στον Γήρα τον Βέρβερο.
...Κι ο Λίβιος πολέμησε τον Βέρβερο τον Γήρα
και με κοντάρι αρπάχτηκαν, με σπάθα και με σφύρα.
Χαιρότανε ο Έρωτας και φούντωνε ο Πόθος...
Και η κατάδυση στα βάθη του έρωτα και της αγάπης, η αιώνια αναζήτηση του ανθρώπου μόλις αρχίζει.
Οι ήρωες περνάνε πολλά μέχρι να φτάσουν στο τέλος.
Άραγε έρχεται ποτέ το τέλος;
Ελπίζω να κατάφερα να σας κεντρίσω το ενδιαφέρον.
Να κατάφερα να σας κάνω να θέλετε να κολυμπήσετε στα βαθιά, εκεί όπου ο έρωτας μπορεί να μοιάζει με νησί, αλλά χτυπιέται συνεχώς από κύματα. Σε ένα λιμάνι που μοιάζει απάγκιο, αλλά το δέρνουν αλύπητα οι αέρηδες...
Αν τα κατάφερα έστω και λίγο, ήρθε η ώρα να σας συστήσω και τα πρόσωπα που θα ανταμώσετε εκεί και που κάποια παρέλειψα:
Χορός των Φρουρών του Έρωτα, Λίβιος, Φίλων, Αγάπη, Πόθος, Έρωτας, Ροδή, Βάγια,Παπαγάλος Ψούθος, Βασιλιάς Χρυσός, Κλίτος, Ευφρώ, Υπηρέτρια
Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει:
Χωρίς να θέλω να δογματίσω, ούτε να θέλω να βγάλω κάποιο βαρύ τελικό συμπέρασμα, έχω την αίσθηση πως ο άνθρωπος δεν έχει συμφιλιωθεί ποτέ ολότελα με τη φύση του· άρα και με την αλήθεια. Αλλά και πάλι· είν’ άνθρωπος… Υπάρχει πάντα μια χαραμάδα ανοιχτή, απ’ όπου πάντα μπορεί να δει κανείς· αν δεν φοβάται να πονέσει και να γεννηθεί, για δεύτερη φορά, μέσα απ’ τον πόνο. Ίσως γι’ αυτό, το Οχιναιλέγοντας μένει μάλλον ανοιχτό στο τέλος. Ανοιχτό σε κάθε ερμηνεία· όσο κι αν έχει ένα μακρόσυρτο διονυσιακό finale, που με παίδεψε πολύ για να περάσει φυσικά απ’ τον απέραντο θρήνο στην έντονη βακχεία και να ’ρθει ν’ αρπάξει απ’ το χέρι τον κάθε θεατή, να τον σφιχταγκαλιάσει, να τον ενθουσιάσει, ν’ αρχίσουν να στροβιλίζονται τρελά όλοι κι όλα μαζί και να φαίνεται πως κλείνει κανονικά το έργο – ίσως και να ’χει happy end – τελειώνει πια και τα λέει όλα· ενώ την τελευταία λέξη δεν τη λέει ποτέ…
πηγή: http://fractalart.gr/alexandros-adamopoulos/
Το "οχιναιλέγοντας" Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος













