Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

"Παίζοντας με τις λέξεις"...Βράβευση και αποτελέσματα 19ου παιχνιδιού


Το 19ο "Παίζοντας με τις λέξεις" ξεκίνησε με τις λέξεις: στάχτη, στάλα, άφεση, εξουσία, χάρισμα κι έδωσε 23 υπέροχες συμμετοχές που παρόλο που είχαν την ίδια αφετηρία μας πήγαν σε διαφορετικούς προορισμούς. 
Για άλλη μια φορά το παιχνίδι μας είχε από όλα!
Συγκίνηση, μυστήριο, ανατροπές, εσωτερικές αναζητήσεις, κοινωνικές προεκτάσεις, χιούμορ, και τόσα άλλα,  που εναλλάσσονταν διαρκώς. 
Εσείς κληθήκατε να επιτελέσετε το δύσκολο έργο να βαθμολογήσετε όσα σας άρεσαν περισσότερο.
Δε θα σταματήσω να λέω πως νικητές είμαστε όλοι, όσο κλισέ κι αν μοιάζει πια αυτό, γιατί το πιστεύω ακράδαντα!
Για άλλη μια φορά δημιουργήσαμε και απολαύσαμε και τις δημιουργίες των άλλων! Αυτό από μόνο του είναι τεράστιο!
Και για άλλη μια φορά θέλω να σας ευχαριστήσω θερμά που είστε εδώ και δίνετε αξία στο παιχνίδι!


Η βαθμολογία λοιπόν ολοκληρώθηκε και έφερε στην πρώτη θέση και μάλιστα με μεγάλη διαφορά την ιστορία που όπως όλα δείχνουν αγαπήσατε περισσότερο.
Το "Ευ θνήσκειν" της Μαρίας Κανελλάκη από το "Απάγκιο" ήταν ένα ολόκληρο ταξίδι ζωής λίγο πριν το θάνατο και ταυτόχρονα ένα ακόμη ταξίδι, ένα όνειρο ζωής, που του έλαχε να ναυαγήσει πάνω σε ένα κομοδίνο.
Ένα συγκλονιστικό κείμενο γραμμένο με τρυφεράδα και βαθιά κατανόηση που σίγουρα θα μείνει βαθιά χαραγμένο σε όλους μας.
Πριν σας το παρουσιάσω για άλλη μια φορά να δώσω τα θερμά μου συγχαρητήρια στην Μαρία που με την πένα της δε γράφει μόνο, αλλά σκαλίζει βαθιά μέσα μας!

 https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7_(%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1_2012)

Ευ θνήσκειν

-Να᾽ρθεις να με ζητήσεις απ’ τον μπαμπά. Τι θα λένε στη γειτονιά που μ’ έχεις ακόμα αστεφάνωτη; Να βάλεις το καλό σου κουστούμι και να᾽ρθεις, Αργύρη μου… να παντρευτούμε με το καλό  και να φύγουμε αμέσως για το ταξίδι μας στη Βενετία… αύριο πρωί να᾽ρθεις σπίτι μου…

«Δεν έχει επιστροφή κύριε Αργύρη. Μονάχα αυτή η προσμονή που έχει επινοήσει, την κρατάει στη ζωή. Ό,τι σας φωτίσει ο Θεός από δω και πέρα. Υπομονή και φροντίστε να παίρνει την αγωγή της για να μην υποτροπιάσει».

-Το γαμπριάτικο κουστούμι; Έλα Παναγία μου! Χάζεψες κι εσύ, ρε πατέρα, τώρα; Στην αποθήκη θα ᾽ναι, τράβα βρες το. Ευκαιρία να κάνεις κι ένα ξεκαθάρισμα εκεί μέσα, κι ό,τι βρεις, χάρισμά σου. Ρε, τι πάθαμε με τα γερόντια!... Να ᾽χω τόσα βάσανα, κι αυτοί στην κοσμάρα τους!...

                                                 ~ // ~

-Άργησες Αργύρη.
-Το χάπι σου Ευανθία… Δώδεκα πήγε…. Πιες το να πάμε στην εκκλησία.
-Τι όμορφος γαμπρός που είσαι! Αχ, κι αυτή η μοδίστρα δεν φάνηκε ακόμα να φέρει το νυφικό. Να ᾽ρθεις πάλι αύριο Αργύρη μου.  Δεν προλαβαίνουμε να στεφανωθούμε απόψε. Έχω να ετοιμάσω και τις βαλίτσες για το ταξίδι… Τι καιρό κάνει άραγε εκεί πέρα;
-Ξεκουράσου Ευανθίτσα μου. Θα φροντίσω εγώ τις βαλίτσες. Να, κοίτα, σου έφερα και φωτογραφίες απ’ τη Βενετία. Μ’ αυτό το βαπορέτο θα διασχίσουμε το μεγάλο κανάλι…
-Αύριο Αργύρη μου. Να φορέσεις το γαμπριάτικό σου και να ᾽ρθεις να με ζητήσεις. Ο μπαμπάς περιμένει…

Συγύρισε σχολαστικά το κομοδίνο της, όσο εκείνη παραδιδόταν σ’ έναν βαθύ ύπνο. Πάνω στα διαφημιστικά φυλλάδια με τις ρομαντικές εξορμήσεις στα βενετσιάνικα κανάλια, τακτοποίησε τα υγρά χαρτομάντηλα και το παλιό κουρδιστό ρολόι. Απ’ την προβλήτα μιας λαγκούνας πετάχτηκαν στάλες νερού, πάνω στην καρτέλα με τα χάπια. Το ποτήρι της λικνιζόταν με χάρη μπροστά στο παλάτι των Δόγηδων. Ο ψηλόλιγνος γονδολιέρης με το λευκό ψαθάκι, χαμογελούσε στο γυάλινο πυθμένα της κανάτας. Το πιεσόμετρο σκαρφάλωσε στη Γέφυρα των Στεναγμών, κι ο Αργύρης νόμισε προς στιγμή, πως διασχίζει μαζί με τους φυλακισμένους, το ύστατο μονοπάτι της ζωής∙ απ’ το δουκικό ανάκτορο, στην κόλαση των βασανιστηρίων και την εκτέλεση, εκεί που τους έστελνε η ανελέητη εξουσία των ιεροεξεταστών.

Πριν φύγει από κοντά της, ακούμπησε το ξύλινο εικόνισμα της Παναγίας πάνω στις αλαβάστρινες καμάρες του Αγίου Μάρκου∙ η άφεση των αμαρτιών θα ερχόταν με τα ορμητικά νερά της παλίρροιας, που ολοένα ένιωθε να πλησιάζουν απειλητικά.

Τακτοποίησε το κουστούμι του στην κρεμάστρα. Αύριο πάλι…

~ // ~

Κάθε πρωί ο Αργύρης φορούσε το γαμπριάτικο κουστούμι του, έσερνε τα βήματά του ως το κρεββάτι της και ζητούσε το χέρι της. Τα μοναχικά του βράδια τα ζέσταιναν οι μνήμες και οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες του γάμου τους. Το ταξίδι που δεν πήγαν ποτέ, ναυάγησε στην επιφάνεια του κομοδίνου της.

Και κάθε μέρα η Ευανθία ξαναγεννιόταν απ’ τις στάχτες της. Λες και περίμενε υπομονετικά τους δύο Μαυριτανούς να χτυπήσουν την καμπάνα του Αγίου Μάρκου για να φύγει παρέα με τον σύντροφό της∙ καβάλα στο φτερωτό λιοντάρι, πέρασαν ένα βράδυ την αψιδωτή έξοδο προς τ’ αστέρια.


Συγχαρητήρια φυσικά αξίζουν και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες!
Ας θυμηθούμε όμως άλλη μια φορά όλες τις συμμετοχές και ταυτόχρονα να γίνουν οι αποκαλύψεις για να δείτε ποιοι ήταν οι δημιουργοί τους.

1. Ευ θνήσκειν  Maria Kanellaki 40
2. «Ο Βιβλιοσκώληκας» Maria Kolovou-Roumelioti  9
3. Φωτεινό μονοπάτι Μαρία Πλατάκη   4
4. Αρμονία αντιθέσεων ποιώ - ελένη 12
5. Αέναη απορία airis  23
6. Πειρατείες Onirokosmos  25
7. Ξύλα για το τζάκι Gip 3
8. Από γεννησιμιού απατεώνας Βασίλειος Διακοβασίλης 5
9. Σωπαίνουν όλα…to e-periodiko mas - Μαρίνα 1
10.  Τελευταία επιθυμία georgia vasiliou 8
11. Τα μπουμπουκάκια Ρένα Χριστοδούλου 7
12. ΟΣΟ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ makestorytelling 6
13.  Η κόλαση είναι εδώ ANNA FLO 17
14. “Αυλαία” Giannis Pit. 10
15. Δυο  μισά  πενηντάρικα Κλαυδία 4
16. Άφεση χρέους Woman in Blogs 10
17. ΟΥΤΟΠΙΕΣ! Σμαραγδάκι- Ρούλα 4
18. Τελευταία αποστολή Pippi 6
19. Δροσοσταλίδες Mia 1
20. Στο φως Memaria 7
21. Ο γιος του προέδρου Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου 9
22. Διαδικτυακός εφιάλτης marypertax 1
23. Κι αν η ζωή είναι ταινία; Marina Tsardakli 4



Η νικήτρια θα πάρει ένα συμβολικό δώρο και θα μας δώσει τις πέντε λέξεις για το επόμενο παιχνίδι μας που θα ξεκινήσει τον Μάιο!
Έβαλα τα δυνατά μου να είμαι προσεκτική, αλλά αν μου ξέφυγε κάποιο λαθάκι θα σας παρακαλούσα να μου το επισημάνετε για να το διορθώσω!
Για άλλη μια φορά σας ευχαριστώ θερμά!

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Μιαν άνοιξη που περιμένουμε... (Σκέψεις και Εικόνες #7)

Την περίμενα! Το ομολογώ!
Δεν κρατούσα και την ανάσα μου, αλλά την περίμενα με τη σιγουριά ότι θα έρθει.
Και κάπου εκεί, μέσα στον Φεβρουάριο, έπιασα τη μυρωδιά της στον αέρα και αναθάρρησα.
Ο χορός της αναγέννησης ξεκινούσε!


Μέσα στα κρύα και την παγωνιά, οι νάρκισσοι έκαναν τα πρώτα τους δειλά βήματα, ώσπου την παράσταση έκλεψε για άλλη μια φορά η κορυφαία του χορού, η αμυγδαλιά!

Μέρα τη μέρα όλα ξυπνούσαν πάλι, ώσπου η φύση μεταμορφώθηκε σε μια παλέτα χρωμάτων που ξεσηκώνει τις αισθήσεις.
Όλα αλλάζουν. Ο αέρας, οι μυρωδιές, ακόμα και η διάθεση.
Ναι, την περίμενα την άνοιξη, όλοι την περιμέναμε, αλλά η άνοιξη δε θα κρατήσει για πάντα.
Όπως δεν κράτησε και ο χειμώνας που μας ταλαιπώρησε τόσο.


Και οι αλλαγές θα συνεχίζονται.
Η "κορυφαία" αμυγδαλιά έχει ήδη ανταλλάξει τα άνθη της με ένα καταπράσινο φουστάνι. 
Δε θα αργήσουν να ακολουθήσουν τα υπόλοιπα δέντρα. Τα άνθη θα δώσουν τροφή στις μέλισσες κι εκείνες θα κάνουν ό, τι μπορούν για να επιτευχθεί το θαύμα που θα δέσει καρπούς τα άνθη.

Η μανόλια που δεν απέκτησε ακόμα, συνεχίζει να ανθίζει μόνο στα όνειρά μου και όσες έχω εντοπίσει κλεφτά σε ξένες αυλές είναι απαγορευτικές για φωτογράφιση.
Να λοιπόν που η άνοιξη έχει και όνειρα που δεν πραγματώνονται.
Απογοητευτικό, ακόμα κι αν το όνειρο αφορά μόνο ένα δέντρο που αξίζει να αποκτήσει κανείς μόνο και μόνο για να απολαμβάνει την τόσο εφήμερη ανθοφορία του, παρόλα αυτά η μανόλια γίνεται σύμβολο όλων εκείνων των ονείρων που μέσα στην άνοιξη θα συνεχίσουν να παραμένουν σε χειμερία νάρκη.


Η άνοιξη ξεχύνεται ακράτητη στον αέρα, μας μεθά με αρώματα, μας μαγεύει με χρώματα μας τάζει ζωή και μοιάζει τελείως αθώα. Κουβαλά κι αυτή όμως τις δικές της αμαρτίες.
Μπορεί να κρύβει μέσα της μιαν Ανάσταση, αλλά  κρύβει και πάθη.
Φέρνει τα χελιδόνια, αλλά ξυπνά και τα φίδια!
Και στον απόηχο της χαράς, βαθιά μέσα στον κόρφο της κρύβει κι έναν μυστικό, ανομολόγητο φόβο.


Ναι, την περίμενα την άνοιξη, μα βαθιά μέσα μου λαχταρώ και μιαν άλλη.
Ιδέα περισσότερο εκείνη, μα αρκετά λυτρωτική ακόμα και στην προσμονή της.


Σαν τη ζωή και η άνοιξη προχωράει ακροβατώντας ανάμεσα στο καλό και στο κακό.
Και σαν τη ζωή, όσα κακά κι αν έχει της αναγνωρίζουμε τελικά μόνο το καλό.


Φέρνω και τη δική μου άνοιξη στο (Σκέψεις και Εικόνες # 7) που διοργανώνει η Μαρία Νικολάου στο "Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά"

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

19ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 1 - 5)



Το 19ο "Παίζοντας με τις λέξεις" σηκώνει αυλαία και παρουσιάζει 23 υπέροχες συμμετοχές.
Οι πέντε λέξειςστάχτη, στάλα, άφεση, εξουσία, χάρισμα, χρησιμοποιήθηκαν με φαντασία και οδήγησαν τις πένες μας μέσα από διαφορετικά μονοπάτια στη δημιουργία!
Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους για τη στήριξη και την αγάπη στο παιχνίδι μας. 

Η σειρά των συμμετοχών βγήκε με κλήρωση.
Προσπάθησα να είμαι όσο πιο προσεκτική γίνεται, αλλά αν παρόλα αυτά δείτε κάποιο λάθος, σας παρακαλώ να μου το επισημάνετε!
Αν αφορά συμμετοχή καλό θα είναι να γίνει στο μέιλ μου almikr@gmail.com


Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές! 

3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο, 
2 η επόμενη και από 
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!

Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.

Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 29 Μαρτίου
Το Σάββατο 30 Μαρτίου θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, θα λάβει ένα συμβολικό δώρο.

Καλή ανάγνωση!


 https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7_(%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1_2012)



1. Ευ θνήσκειν

-Να᾽ρθεις να με ζητήσεις απ’ τον μπαμπά. Τι θα λένε στη γειτονιά που μ’ έχεις ακόμα αστεφάνωτη; Να βάλεις το καλό σου κουστούμι και να᾽ρθεις, Αργύρη μου… να παντρευτούμε με το καλό  και να φύγουμε αμέσως για το ταξίδι μας στη Βενετία… αύριο πρωί να᾽ρθεις σπίτι μου…

«Δεν έχει επιστροφή κύριε Αργύρη. Μονάχα αυτή η προσμονή που έχει επινοήσει, την κρατάει στη ζωή. Ό,τι σας φωτίσει ο Θεός από δω και πέρα. Υπομονή και φροντίστε να παίρνει την αγωγή της για να μην υποτροπιάσει».

-Το γαμπριάτικο κουστούμι; Έλα Παναγία μου! Χάζεψες κι εσύ, ρε πατέρα, τώρα; Στην αποθήκη θα ᾽ναι, τράβα βρες το. Ευκαιρία να κάνεις κι ένα ξεκαθάρισμα εκεί μέσα, κι ό,τι βρεις, χάρισμά σου. Ρε, τι πάθαμε με τα γερόντια!... Να ᾽χω τόσα βάσανα, κι αυτοί στην κοσμάρα τους!...

                                                 ~ // ~

-Άργησες Αργύρη.
-Το χάπι σου Ευανθία… Δώδεκα πήγε…. Πιες το να πάμε στην εκκλησία.
-Τι όμορφος γαμπρός που είσαι! Αχ, κι αυτή η μοδίστρα δεν φάνηκε ακόμα να φέρει το νυφικό. Να ᾽ρθεις πάλι αύριο Αργύρη μου.  Δεν προλαβαίνουμε να στεφανωθούμε απόψε. Έχω να ετοιμάσω και τις βαλίτσες για το ταξίδι… Τι καιρό κάνει άραγε εκεί πέρα;
-Ξεκουράσου Ευανθίτσα μου. Θα φροντίσω εγώ τις βαλίτσες. Να, κοίτα, σου έφερα και φωτογραφίες απ’ τη Βενετία. Μ’ αυτό το βαπορέτο θα διασχίσουμε το μεγάλο κανάλι…
-Αύριο Αργύρη μου. Να φορέσεις το γαμπριάτικό σου και να ᾽ρθεις να με ζητήσεις. Ο μπαμπάς περιμένει…

Συγύρισε σχολαστικά το κομοδίνο της, όσο εκείνη παραδιδόταν σ’ έναν βαθύ ύπνο. Πάνω στα διαφημιστικά φυλλάδια με τις ρομαντικές εξορμήσεις στα βενετσιάνικα κανάλια, τακτοποίησε τα υγρά χαρτομάντηλα και το παλιό κουρδιστό ρολόι. Απ’ την προβλήτα μιας λαγκούνας πετάχτηκαν στάλες νερού, πάνω στην καρτέλα με τα χάπια. Το ποτήρι της λικνιζόταν με χάρη μπροστά στο παλάτι των Δόγηδων. Ο ψηλόλιγνος γονδολιέρης με το λευκό ψαθάκι, χαμογελούσε στο γυάλινο πυθμένα της κανάτας. Το πιεσόμετρο σκαρφάλωσε στη Γέφυρα των Στεναγμών, κι ο Αργύρης νόμισε προς στιγμή, πως διασχίζει μαζί με τους φυλακισμένους, το ύστατο μονοπάτι της ζωής∙ απ’ το δουκικό ανάκτορο, στην κόλαση των βασανιστηρίων και την εκτέλεση, εκεί που τους έστελνε η ανελέητη εξουσία των ιεροεξεταστών.

Πριν φύγει από κοντά της, ακούμπησε το ξύλινο εικόνισμα της Παναγίας πάνω στις αλαβάστρινες καμάρες του Αγίου Μάρκου∙ η άφεση των αμαρτιών θα ερχόταν με τα ορμητικά νερά της παλίρροιας, που ολοένα ένιωθε να πλησιάζουν απειλητικά.

Τακτοποίησε το κουστούμι του στην κρεμάστρα. Αύριο πάλι…

~ // ~

Κάθε πρωί ο Αργύρης φορούσε το γαμπριάτικο κουστούμι του, έσερνε τα βήματά του ως το κρεββάτι της και ζητούσε το χέρι της. Τα μοναχικά του βράδια τα ζέσταιναν οι μνήμες και οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες του γάμου τους. Το ταξίδι που δεν πήγαν ποτέ, ναυάγησε στην επιφάνεια του κομοδίνου της.

Και κάθε μέρα η Ευανθία ξαναγεννιόταν απ’ τις στάχτες της. Λες και περίμενε υπομονετικά τους δύο Μαυριτανούς να χτυπήσουν την καμπάνα του Αγίου Μάρκου για να φύγει παρέα με τον σύντροφό της∙ καβάλα στο φτερωτό λιοντάρι, πέρασαν ένα βράδυ την αψιδωτή έξοδο προς τ’ αστέρια.




2. «Ο Βιβλιοσκώληκας»

Φιλαράκια τέρμα τα ψέματα! Απόψε  θα σας αποκαλύψω τη μαύρη μου αλήθεια. Θα  πω τα πράγματα με τ’  όνομά τους. «Τα σύκα – σύκα και   τη σκάφη- σκάφη…». Λοιπόν,  ακούστε με προσεκτικά και μη με διακόψετε με ανούσιες ρητορείες…
Στην αρχή ήμουν βολεμένος σε μια ηλιοφώτιστη  σάλα ώσπου μια μέρα με πήραν άρον άρον  και με οδήγησαν σε ένα ανήλιαγο υπόγειο μακριά από την φροντίδα των δικών μου. Με έκλεισαν σε ένα κλουβί 4Χ4 όπου αναδυόταν από παντού άρωμα  παλαιωμένων βιβλίων.  Μου ερχόταν  να τα κλωτσήσω όλα στον αέρα και να δραπετεύσω μα ακόμη δεν είχα σκάσει από τ’ αυγό… Ήθελαν, λέει,  να με μπολιάσουν με καινούργια δαιμόνια  για να μπορώ να ελίσσομαι επιτυχώς και να μην πέφτω στην παγίδα της  άθλιας παλιοζωής μας.  Δεν χρειαζόταν καν  να μου κάνουν πλύση εγκεφάλου. Καθώς ήμουν τρυφερούδι,  μισό χιλιοστό σκώληκας, έσπειραν μέσα μου το μικρόβιο της βιβλιοφαγίας χωρίς καμία αντίσταση. Έτσι, μου δόθηκε το χάρισμα της ευρυμάθειας ωριμάζοντας πρόωρα πάνω στη ρουτίνα της δουλειάς. Συχνά πυκνά δεν μου άφηναν περιθώριο να ησυχάσω. Πνιγόμουν μέσα σε χιλιάδες τόμους σοφιστών. Ασφυκτιούσα αναπνέοντας  την ξεραμένη τους μελάνη αλλά είχα αποκτήσει τη νόμιμη εξουσία της μονιμότητας... Σιγά σιγά άρχισα να παχαίνω απ’ το ροκάνισμα των χαρτιών και με τον καιρό  έγινα δυσκίνητο παχύσαρκο σκουλήκι. Τα αφεντικά δεν έπαιρναν χαμπάρι το τι γινόταν γύρω τους! Γέρασα μαζί τους χωρίς  να αστράψει επάνω τους μια στάλα φως. Μοναδική τους ευτυχία ήταν οι μακροσκελείς συζητήσεις για τα επιστημονικά τους επιτεύγματα,  οι χοροί και τα καλλιτεχνικά δρώμενα υπό την αισθητική του πενταγράμμου.
«Πρέπει να ανακαινίσουμε το χώρο. Να κάνουμε μεταφορά υλικού» ακούστηκε ένα πρωινό  η φωνή του φύλακα. Άρχισα να φοβάμαι. Ο πιο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας αποκτούσε δύναμη  και αυτό για μένα ήταν μεγάλη απειλή!  Το μυαλό μου είχε αρπάξει φωτιά  μα τα πόδια μου ήταν παράλυτα από τη χρόνια ακινησία. Όλα όσα είχα αγαπήσει είχαν πλέξει ιστό και με κρατούσαν δέσμιο. Δεν μπορούσα να δραπετεύσω…   
Είχε πλησιάσει η μέρα της εκκαθάρισης… Όλα ήταν έτοιμα για το πάτημα του κουμπιού και να τα κάνουν όλα στάχτη κι αποκαΐδια. Μια καθαρίστρια θα  αναλάμβανε να αποτελειώσει τη ζωή μου στα χέρια της. Θα έδινε άφεση αμαρτιών σε όλους εκείνους που προσπερνούσαν τόσα χρόνια την παρουσία μου. Κι ας είχα καταβροχθίσει ολόκληρα αλφαβητάρια κι ας είχα μνημονεύσει ολόκληρες περιουσίες καταχωρημένες  και σφραγισμένες, δεν  σεβάστηκαν καθόλου τον κόπο και τον ιδρώτα μου. 

Η αίθουσα καταλήφθηκε από ολόκληρο στράτευμα. Αφού με ξεκούφαναν με  τη μεγάλη φασαρία τους,  με άρπαξαν βίαια και με καταχώνιασαν σε κάτι θεόρατα κιβώτια. «Ψεκάστε! Αυτά τα δαιμόνια πρέπει να εξολοθρευτούν. Αν σφαλιστεί ο χώρος: θα χάσουμε τη δουλειά μας!» ακούστηκαν  αγριεμένες φωνές κι άρχισαν να μας ραντίζουν με ισχυρό εντομοκτόνο. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Αποχαιρέτησα τα συντρόφια μου και  το ένδοξο παρελθόν μας. Έπειτα έκλεισα τα ρουθούνια μου  κι απέμεινα κολλημένος σα μύγα στο χαρτί…. Όλα εκείνα τα βαθυστόχαστα χαρτιά  δεν κατάφεραν να με σώσουν‧ έγιναν τάφος και μ’ αφάνισαν!....




3. Φωτεινό μονοπάτι

Πέρασα από εκεί που ήταν σκοτεινά
Ήμουν χαρούμενη τότε .
Ήμουν στα σύννεφα ψηλά, με μια εξουσία
περίεργη στα χέρια μου, κρατώντας, προχωρούσα
εκεί που ήταν λουλούδια  την αυγή ,το φως το μεσημέρι,
την νύχτα γλυκά με νανούριζαν στο κήπο τα ζουζούνια.
Ήταν ο παράδεισος της λησμονιάς, του πόνου η λιακάδα,
η φουρτούνα της θάλασσας ,
τα κύματα ξεσπούσαν στα βράχια
της θλίψης.
Το χάρισμα που ήρθε ξαφνικά χτύπησε την πόρτα της ζωής  μου.
Μου έδωσε την συνέχεια της ψυχής,
μια στάλα δόξα ήθελα, μια χαρά στη ματαιότητα του δρόμου.
Ήμουν χαρούμενη τότε, που σε είδα στη ζωή  της πόλης.
Που τραβήξαμε τον δρόμο της αναμονής.
Όλα έγιναν ένα θαύμα, μια πομπή συναισθημάτων.
Ήμουν χαρούμενη τότε.
Ένιωθα  και ήμουν χαρούμενη .
Γνώρισα ανθρώπους, γνώρισα εσένα, τη φύση. τον ουράνιο θόλο.
Η βροχή έπεφτε, έδινε ζωή , ο ήλιος έδινε νιότη
Τα πουλιά έδιναν δύναμη να πετάξουμε να δούμε άλλους κόσμους .
άλλες θάλασσες, άλλες σκέψεις.
Δεν ήταν για πολύ…..
Σε μια ώρα έγιναν στάχτη μαύρισαν στη φωτιά των δακρύων.
Στην παλίρροια, στη ριπή του ανέμου, έγιναν καπνός.
Έφυγα για το μακρύ ταξίδι χωρίς έλεος, χωρίς μετάνοια
Δεν υπάρχει άφεση, ούτε συναίσθημα
Όχι δεν είμαι πια χαρούμενη
Δεν υπάρχω για να είμαι χαρούμενη




4. Αρμονία αντιθέσεων

Μπουμπούκιασε η φύση.
Βγήκαν ρωμαλέα τα πρώτα ζουμπούλια,
οι φρέζες κι οι λιλά βιολέτες.
Μοσχοβόλησε άνοιξη το σώμα κι ηδονικά
μαζεύει χυμούς από τις ολάνθιστες ζαρντινιέρες.
Μαζεύτηκε η στάχτη από τη γωνιά.
Στραβοπατώντας σαν μεθυσμένος γέροντας ο χειμώνας
μας εγκαταλείπει αγριεμένος, κουνώντας απειλητικά το ραβδί του.
Στάλα - στάλα πίνει ρούμι, σκοντάφτει σε μια ρίζα.
Κρύα έχει τα χέρια, φοβάται να στραφεί στους ανθόκηπους.
Φοβάται τις μέλισσες, τις πεταλούδες, το χνούδι της αγκινάρας
Καταπίνει το σάλιο του και φεύγει βλαστημώντας.
Έχασε την εξουσία του, έχασε τους έμπιστους φίλους του,
τον βοριά, τους κρυστάλλους, τα σκοτεινά απογεύματα
κι εκείνα τα μουντά δειλινά που με της λήθης παίζουν την τράπουλα

Στους αγρούς βγήκαν τα πρώτα αγριολούλουδα
Στο χωνάκι της παπαρούνας μεταλαμβάνουν οι κορασίδες
και ζητούν άφεση αμαρτιών, λες κι έχουν παραστρατήσει ποτέ.
Περιμένουν να βγουν τα λεμονάνθια, τα ανθογυάλια τους να στολίσουν.
Τους αγαπημένους τους να πάρουν, να ανεβάσουν με σκοινί διπλό
τους κουβάδες με το ανθόνερο.
Εκεί να λουστούν μετάξια.
Εκεί να ξανασμίξουν με τα γαλάζια όνειρα.
Εκεί να φιληθούν με την απαλή σάρκα των βλαστών.
Σφριγηλοί κι ωραίοι να να περάσουν πορφυρή κλωστή
στο νιόβγαλτο λουλούδι της ροδακινιάς, να καρπίσει αρώματα.
Χάρισμα να δώσουν, το χρυσό δακτυλίδι τους, στους κορυδαλλούς
που κατοικούν στις λαγκαδιές μαζί με τις μούσες.
Αφοσιωμένοι και δυνατοί να γεμίσουν με σχέδια τα μπράτσα τους
με το αίμα του αγριάγκαθου και μαζί να διαβούν τα πάθη της σταύρωσης.

Πάντα η ομορφιά θα κρύβει λίγο μαύρο στον πυρήνα της.
Πάντα η αγάπη θα συμπλέει με το όχι της μαργαρίτας.
Πάντα το ωραίο θα το σκάβει ο πανδαμάτωρ με το υνί του.
Αντιθέσεων αρμονία, βάρκα που βγήκε στη ακτή ξεχνώντας το κύμα.
Κόρη που ξέμπλεξε τις κοτσίδες της και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε.
Μάζεψε τα κομμάτια, άφοβος να βγεις στου έρωτα το λημέρι
Το κοπίδι του να πάρεις της λύπης να αφαιρέσεις το σκληρό νύχι.
Οργιαστικά να χορέψουν οι ντερβίσηδες στα παλάτια του ήλιου
κι αυτός να τους κεράσει χρυσά κουμπιά και εσπερινά φιλιά.
Φιλιώνουμε με το ξύλινο ξόανο του άγριου δαίμονα.
Διεκδικούμε το άπιαστο στις απόχες των σύννεφων.
Μαζεύουμε τετράφυλλα τριφύλλια τύχη να έχουν τα αποδημητικά.
Χαμογελάμε και λύνονται οι αλυσίδες των κρατουμένων.
Εμείς θα γεμίσουμε τα μπαλόνια με του πουνέντε τα ξυράφια.
Στα κιούπια μας πάντα θα έχουμε μια σταξιά λάδι, λίγο κρασί
και μια κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι μην και πεινάσει η άνοιξη
και τα παιδιά της τα πουλήσει μισοτιμής στους γυρολόγους.

Αρκεί να βρούμε τους τρόπους να πληρώσουμε το τίμημα ακριβώς.




5. Αέναη απορία

Είτε γίνω στάχτες
είτε χώμα
Η ψυχή, αργά ή γρήγορα,
θα ταξιδέψει
Δεν έχω το χάρισμα να βλέπω τα μελλούμενα,
ούτε τα περασμένα
Κάτι όμως μέσα μου, βαθιά, φωνάζει
Άκου όσους πριν από σένα μίλησαν
Για πνεύμα 
Και για ύλη
Για αέναες ιδέες
Στον κόσμο τούτο πρόσκαιρα
ευρέθης
Μια στάλα ύπαρξη
Μια κουκιδίτσα
Μα η ψυχή σου, κομμάτι δομικό
στο χτίσιμο του Σύμπαντος

'Εζησες τίμια;
Μην έσπειρες διχόνοιες;
Έδωσες χαρά;
Ή μήπως πόνο;
Έμαθες;
Ή έμεινες για πάντα στα σκοτάδια σου;
Έσωσες;
Ή εχάθης;
Εσύ θα δώσεις άφεση
Εσύ και τιμωρία
Κανείς άλλος δεν έχει την εξουσία

.......................................................

Κάτω στη γη, στο μεταξύ,
Κάντο εικόνα
Σαν βρέφη που είναι κατά βάθος οι περισσότεροι, 
θα κλαίνε
και θα μαλώνουν για τα παιχνίδια τους

Λίγο πιο πέρα, στο ίδιο κάδρο
Κάποια λουλούδια θα στολίζουνε την πλάση
Κάποια αγρίως θα τα κόβουν
Πολλοί θα τα στολίζουν στις σάλες τους
Λίγοι θα τα μυρίζουν
Και κάποιοι μοναδικοί θα ψάχνουν 
ποιος τα φύτεψε

Γιατί;


Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 6 - 14 πατήστε εδώ!

Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 15 - 23 πατήστε εδώ! 

19ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 6 - 14)


6. Πειρατείες

     Σκέψεις-καράβια που βουλιάζουν σε θάλασσες-μάτια, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά τους και να βγάλουν στην επιφάνεια την ιστορία τους.
     Όνειρα-επιβάτες που "ταξιδεύουν" σε νησιά της εμπειρίας, προσπαθώντας να εξερευνήσουν τον κόσμο.
     Μεθυσμένα λόγια-ναύτες στα πέλαγα της ηδονής, που αλαφιασμένοι τρέχουν σε αμπάρια προσπαθώντας να μοιραστούν το φορτίο μεταξύ τους, γιατί δεν ξέρουν αν θα υπάρξει επόμενο ταξίδι.
     Αγάπες-δελτία θυέλλης που ο καπετάνιος δεν τους έδωσε τη σημασία που έπρεπε και ξεκίνησε, προσπαθώντας να αποδείξει πως αυτός, έχοντας την εξουσία, είναι καλύτερος από τους άλλους.
     Χειρονομίες-πυξίδες που σου καθόρισαν τον Βορρά ή τον Νότο κι εσύ τις έσπασες, γυρεύοντας να επιβεβαιώσεις ότι το ένστικτο -και μόνο αυτό!- είναι η καλύτερη πυξίδα της ζωής.
     Χαμόγελα-αστέρια που έπεσαν χάρισμα ένα βράδυ στη γη στάχτη, την ώρα όπου, εκεί στην κουπαστή, έπιανες χρυσό κι ευχή έκανες για ό,τι αγαπούσες.
     Αγάπες-φεγγάρια άφεση της πλάσης στην Κόλαση που απέτυχε ν΄αναστηθεί σ΄έναν Παράδεισο κι εσύ μονολογώντας σαν τον τρελό που στους ανθρώπους πίστεψες.
     Βράχια-μαχαίρια που τα μουσκεμένα φιλιά τα ξελόγιασαν, για να συντριβούν πάνω τους ζωές στον βυθό της αγριεμένης θάλασσας.
     Καρδιές-άγκυρες που δεν προλάβαιναν να τις "ρίξουν" και τις ανέβαζαν ξανά, για να ξεκινήσει άλλο ταξίδι.
     Κορμιά-πειρατές που σε ξάφνιαζαν όταν έρχονταν αδίστακτα με τις επιδρομές τους και δεν νοιάστηκαν αν γιγαντώθηκαν σε στάλες που κύλησαν πληγώνοντας το βλέμμα, για να μη σου αφήσουν τίποτα, παρά μόνο τη γεύση της πειρατείας...





7. Ξύλα για το τζάκι

Άφεση ζήτησε ο Μηνάς απ' τον παππά 
για όσα έκανε με την κυρά Τασία, 
του γείτονα το έτερο μισό
και του σπιτιού του η εξουσία.
Κορμάρα γεννημένη για ιππασία 
που το θελε βαρβάτο και καυτό.

Μια νύχτα την βοήθησε,
ξύλα να μαζέψει για το τζάκι, 
έλειπε ο γείτονας στην πέρα πόλη τη μεγάλη.
Τα ήθελε και το δικό της το μαγκάλι...
Έτσι ετρύπωσε ο νιός να βάλει ένα χεράκι
(πάντα μιλάμε για το τζάκι...) 

Είχε το χάρισμα στα λόγια ο Μηνάς
και μπράτσα έλα δες.
Του πρόσφερε καφέ και λουκουμάκι,
σε λίγο όμως έτριζε ο σωμιές... ,
Στάλα δεν ήπιε ο νιος απ τον καφέ,  
τσάμπα η στάχτη απ' τα καυσόξυλα στο τζάκι...





8. Από γεννησιμιού απατεώνας.

Κάποτε είχε όση εξουσία θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος. Τσαρλατάνος ήταν βέβαια και αυτός πρώτα πρώτα το αναγνώριζε για τον εαυτό του. Καθημερινά μιλούσε στον κόσμο, εκατοντάδες μαζεύονταν να τον ακούσουν. Θεό τον είχαν! Ότι έλεγε ήταν σοφό, ακόμα και την πιο χοντροκομμένη ιστορία, μπορούσε να τους την πλασάρει με τέτοιο τρόπο, που αυτοί θα ρίχνονταν στη φωτιά για να την επαληθεύσουν. Δεν φτάνει που τους είχε νερουλιάσει το μυαλό με τις αηδίες του, αυτοί επιπλέον πλήρωναν για να πάνε να τον ακούσουν... Μα τέτοια προθυμία να τον στηρίξουν οικονομικά, πού να το φανταστείς; Στο σπίτι τους είχαν το ρεύμα απλήρωτο, χρωστούσαν στον μπακάλη και το φούρναρη, αλλά αγόγγυστα για εκείνον πάντα είχαν τα πέντε ευρώ.

Έτσι είναι ο κόσμος! Ψάχνει για σωτήρες. Της ψυχής και της τσέπης. Κι αυτός το γνώριζε. Είχε αυτό το χάρισμα από μικρός. Οσμιζόταν τα θύματα και την απατεωνιά την είχε πάντα έτοιμη. Στο Δημοτικό πάντα τα χαρτάκια με τα ινδάλματα της εποχής κατέληγαν στα χέρια του. Στο Γυμνάσιο τους μεταπουλούσε δίσκους, τάχατες συλλεκτικούς, μα αυτός τους είχε πάρει κοψοχρονιάς απ΄ το Μοναστηράκι. Στο στρατό έμπασε κι έναν φίλο του στο κόλπο κατακλέβοντας την αποθήκη ιματισμού. Στη μετέπειτα “καριέρα” του την μία επιχείρηση άνοιγε την άλλη έκλεινε και πάντα άφηνε στην αγορά τις ακάλυπτες επιταγές του, πάντα στο όνομα κάποιου άλλου.

Κάπου στα χρόνια αυτά βρήκε και τη γυναίκα του. Στην αρχή νόμισε ότι την ξεγέλασε ρίχνοντας της στάχτη στα μάτια, παρουσιαζόμενος ως ένα από τα μεγάλα επιχειρηματικά κεφάλαια της περιοχής του, μα αυτή αποδείχθηκε πιο καπάτσα. Γρήγορα του φανερώθηκε, δεν ήταν κανένα άβγαλτο κοριτσάκι, στην αγορά ήταν και αυτή από χρόνια, τα κόλπα μια χαρά τα ήξερε. Τις δουλειές τις έκαναν πια μαζί.

Μέχρι που αποφάσισαν ότι είχε φτάσει η ώρα για το μεγάλο κόλπο. Και δούλεψε. Τώρα πια τον γνώριζε όλη η Ελλάδα, στο όνομα του έπιναν νερό χιλιάδες συμπατριώτες μας. Όσο μεγαλύτερα παραμύθια τους έλεγε, όσο τους διέλυε την κοινή λογική, όση διέθεταν τελοσπάντων, τόσο και τον λάτρευαν.

Μέχρι, που έπεσε στα χέρια της Αννούλας. Δεν ήταν δύσκολο να του πουλήσει έρωτα και αυτός να το χάψει. Μα η κρυφή θαυμάστρια του, η ερωτοχτυπημένη, πονεμένη Αννούλα, στην οποία φανέρωσε όλα του τα μυστικά, ήταν της ασφάλειας. Τι έγινε, πότε και με ποιον τρόπο τον μάζεψαν, δεν ξέρω λεπτομέρειες.



Πήγα, τον βρήκα πίσω από τα κάγκελα. Κόρη του είμαι! Εδώ και χρόνια από μακριά τους παρακολουθούσα, δεν είχα πάρε δώσε μαζί τους. Ιδίως με τη μάνα μου. Νωρίς ξεχώρισα τη δική μου απ΄ τη δική τους ζωή. Τώρα όμως ήθελα να του μιλήσω, να τον δω, περισσότερο από περιέργεια αν του είχε μείνει μια στάλα αξιοπρέπειας, κάτι που να μου δείχνει ότι είχε κατανοήσει ότι τη ζωή του την είχε κτίσει στραβά από την αρχή. Δεν είμαι παπάς να του δώσω άφεση αμαρτιών, αλλά ένα συγχωροχάρτι ήμουν διατεθειμένη να του παραχωρήσω. Τσάμπα ξόδεψα την ώρα μου!



9. Σωπαίνουν όλα…

Μια φούχτα ήλιου, έπεσε από τις πλαγιές
σκορπίζοντας χρυσάφι στον ορίζοντα

Σωπαίνουν όλα μπρος την ομορφιά!

Μόνο ο αγέρας λυσσομανά απειλητικά…
Πώς γίνεται κόλαση ο παράδεισος…
Πώς τρυπώνει τόση θλίψη στην ξέφρενη χαρά…

Σωπαίνουν όλα μπρος τον όλεθρο!
Στάχτη σκεπάζει κάθε βήμα
απόγνωση ζωγραφίζεται σε κάθε βλέμμα
ένα σμάρι πουλιών κλαδί χλωρό αναζητά, μάταια…

Σωπαίνουν όλα μπροστά στον πόνο!
μόνο ένα βουβό κλάμα σαν ψίθυρος πλανιέται στ’ αποκαΐδια
Μια στάλα ελπίδας στα συντρίμμια αναζητά
γυρεύοντας αλλοτινές χαρές, που χάθηκαν στη λάβα…

Σωπαίνουν όλα μπρος το θάνατο!
Μόνο ένα τεράστιο «γιατί» κοιτά με παράπονο την εξουσία,
που με θράσος άφεση ζητά!
Δεν έχω το χάρισμα να συγχωρήσω!
Δεν έχω το δικαίωμα να ξεχάσω!
Το πήραν μαζί τους οι νεκροί, που γέννησε η λαίλαπα…
κι έμεινα εκεί, να μετρώ πληγές και λάθη
έμεινα εκεί, ανάμεσα στον ατέλειωτο πόνο, να προσπαθώ να ρίξω βάλσαμο…

Έμεινα εκεί, στον καμένο παράδεισο, να προσπαθώ να ζήσω…





10.  Τελευταία επιθυμία

Σιχαίνομαι τους μελοδραματισμούς. Θα σου περιγράψω την ωμή αλήθεια μου. Είμαι άρρωστος. Τα πνευμόνια μου δεν έχουν χρόνο ζωής και οι ανάσες κοπιάζουν να γυρίσουν. Ανά πάσα στιγμή δεν θα ξαναγυρίσουν.
 Έξω βρέχει. Μέσα κρύο. Ιδανικό σκηνικό για κατάθεση ψυχής. Μια στάλα τύχη μου ρίξανε οι Μοίρες, οι παλιόγριες, και έχω στριγγλιάσει.
 Με χωλαίνει η διαπίστωση πως δεν διαθέτω το χάρισμα. Να εμπνεύσω! Αδιάφορη η ζωή μου, καρκινοβατεί. Να φανταστείς, ούτε τον γάτο που περιμάζεψα, δεν έχω σταθεί ικανός να τον κάνω να μ'αγαπήσει. Φύσει ανεξάρτητα πλάσματα θα αντιτείνεις τρυφερά. Κι εγώ που λυσσάω ν'αγαπηθώ είμαι εξαρτημένος;
 Θαρρώ πως στο σημείο αυτό θα δακρύσεις. Μην αισθανθείς ενοχή. Ο Έρωτας είναι Εξουσία. Επιβάλλει την θέλησή του ή μάλλον επιβάλλεις τη θέλησή σου παρά τη θέλησή μου. Απόλυτος Άρχοντας. Όχι εκείνο το ξεβράκωτο μωρό, με το οποίο μας παραμυθιάζουν από μωρά.
 Όταν πεθάνω, δεν θέλω να ταφώ. Βορά σε τετρακέφαλα σκουλήκια μην επιτρέψεις να γίνω. Να καώ θέλω. Στάχτη κι αγέρας σε ξέφρενο χορό πλέον να'μαι. Καπνός να μπουκώνει τα μεγάλα στόματα των θρησκόληπτων δικαστών μου.

 Και στις αμφιλεγόμενες αμαρτίες άφεση θα δοθεί από απόκοσμο γέλιο.




11. Τα μπουμπουκάκια

-Καλημέρα λουλουδάκια μου, καλημέρα τριανταφυλλιές μου!!!!
Είχε δίκιο τελικά η κυρά Χαρίκλεια για τη στάχτη.
Την άπλωσα στο χώμα γύρω από τον κορμό σας και μια στάλα νερό για να περάσουν τα στοιχεία της στις ρίζες σας και κοιτάξτε τι όμορφα μπουμπούκια βγάλατε!

-Καλημέρα κυρία Μερόπη μου, καλώς τα δέχτηκες.  Έμαθα πως γύρισε ο γιος σου με το πτυχίο του, επιστήμονας πια!!!!!!
-Καλημέρα και σε σένα κυρία Ζωή μου, ευχαριστώ πολύ!
(Πότε κιόλας το έμαθε κι από πού; Εχθές τα μεσάνυχτα γύρισε το παλικάρι μου..)
-Καλή σταδιοδρομία τώρα και μια καλή νύφη. Έχει πολλά και καλά κορίτσια ο τόπος μας κι αν χρειαστείτε τη βοήθεια μου, πολύ ευχαρίστως .
-Ας βρει δουλειά πρώτα κυρά Ζωή μου και βλέπουμε μετά για τη νύφη.
(Ακούς εκεί να χρειαστούμε τη βοήθεια της.  Κι εμείς τι κάνουμε δηλαδή; Δεν ξέρει η μανούλα ποια νύφη ταιριάζει στο γιο της και ξέρει η προξενήτρα; Σιγά να μη σου παραδώσω την εξουσία μανδάμ!!)
-Πάω τώρα μέσα γιατί νομίζω ξύπνησε και με φωνάζει και τα λέμε άλλη ώρα.

-Με ποια μιλάς βρε μάνα πρωί πρωί και μου πήρατε τα αυτιά;
-Έμαθαν οι γείτονες ότι ήρθες παλικάρι μου και σου στέλνουν τα συγχαρητήρια για το πτυχίο σου .
-Να είναι καλά οι άνθρωποι. Να πιω τον καφέ μου και να φύγω γιατί με περιμένει ο πατέρας στο χωράφι να τον βοηθήσω στο φόρτωμα. Μέχρι να βρω δουλειά θα πηγαίνω κάθε μέρα μαζί του να τον ξεκουράσω λίγο.
-Να πας γιε μου , να πας . Πολύ θα το χαρεί. Κι εγώ έχω μια δουλειά να κάνω στην πόλη και μετά θα σου ετοιμάσω το αγαπημένο σου φαγητό!!

Όλο χαρά η κυρία Μερόπη, ντύθηκε στολίστηκε κι ετοιμάστηκε για την ιδιαίτερη αποστολή που έβαλε στο μυαλό της.
Με φούρια άρπαξε την τσάντα της και το βάζο με το γλυκό πορτοκάλι και κατέβηκε με βιασύνη στον κήπο!
-Ήρθε η ώρα να αποχωριστώ ένα από εσάς μπουμπουκάκια μου, αλλά θα είναι για καλό σκοπό.
Δεν πειράζει που θα μείνετε 4, γρήγορα θα ανοίξουν κι άλλα.
Καλέ, που είναι το πέμπτο; Τώρα τα μέτρησα.
Φεύγω τώρα και μετά θα ανακαλύψω τον ένοχο της κλοπής.

-Ποιος καλός άνεμος σας φέρνει στο ιατρείο  μου κυρία Μερόπη;
-Ήρθα για κείνες τις εξετάσεις που λέγαμε  Αννούλα μου και με την ευκαιρία σου έφερα  λίγο από το καινούργιο μου γλυκό κι ένα λουλουδάκι από τον κήπο μας.
-Αμέσως να σας τις γράψω, είπε η Αννούλα κι άφησε από τα χέρια της ένα τριανταφυλλένιο μπουμπούκι.
-Ποιες εξετάσεις καλέ; Εγώ τώρα έγινα περδίκι , δεν με πονάει τίποτα!
Φεύγω φεύγω, έχω δουλειές με φούντες, άλλη φορά οι εξετάσεις!!!
Έκπληκτη η Αννούλα, κοίταζε μια τα δυο μπουμπούκια και μια την πόρτα από όπου βγήκε τρέχοντας η κυρία Μερόπη.

-Σου δίνω άφεση κύριε κλέφτη, χαλάλι της τα δυο μπουμπουκάκια, μουρμούριζε, καθώς έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού πετώντας!!
Αλλά να μη καταλάβω κάτι. Κι ύστερα σου λένε ότι οι μανούλες έχουν το χάρισμα της διαίσθησης!!!!

Μας έβαλαν τα γυαλιά μανούλα και προξενήτρα!!!!




12. ΟΣΟ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ

Μια στάλα πέφτει στο πρόσωπο μου και πριν προλάβω να υψώσω το βλέμμα μου στον ουρανό ξεσπάει μπόρα. Στέκω μεσ’ τη βροχή απολαμβάνοντας τη διαδρομή κάθε ψιχάλας να μαστιγώνει το δέρμα μου. Άλλος στη θέση μου δεν θα ήταν εδώ. Θα έτρεχε να σωθεί από τον ερχομό αυτής της καταιγίδας. Αυτή η δυνατή βροχή όμως σκεπάζει απόψε τον ψίθυρο μου τόσο γλυκά και ας κρύβει μέσα της μια κτηνώδη οργή έτοιμη να με κατασπαράξει σαν αγρίμι που παραμόνευε ώρα το θήραμα του. Αυτός ο ψίθυρος είναι ότι μου έχει απομείνει. Ο ίδιος ψίθυρος εδώ και χρόνια βγαίνει αργά από τα τρεμάμενα χείλη μου.

Κάθε βράδυ, κάπου στο τέλος της μέρας. Εκεί, όπου το λιγοστό φως κόβει σεργιάνι στα πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής παίρνει το δρόμο η αναζήτηση για τη λύτρωση. Τα γόνατα μου έχουν ματώσει πια γιατί κάθε φορά που τα ακουμπώ στο χώμα εκείνα επιζητούν την άφεση αμαρτιών. «Θεέ μου… Πως γίνεται η μέρα ετούτη να τελειώνει και έπειτα σε λίγο να ανατέλλει ο ήλιος μέσα σε τούτες τις μπόρες υπέρλαμπρος; Από πού αντλεί τη δύναμη του; Που κρύβεις τα μυστικά του;»


Υπάρχει η ελπίδα που κοντοστέκει μπροστά από την καταιγίδα. Μόνο αυτή είναι αισιόδοξη μέσα στις κακουχίες της ζωής. Μόνο εκείνη ξέρει να σταθεί στα δυο της πόδια. Εκεί, όπου ο μικρόκοσμος μου αφουγκράζεται διαφορετικά τη σιωπή. Εκεί, όπου από τα έργα της μπορεί να σφίγγει μόνο στάχτη στα δυο της χέρια. Αυτή κρατώ και εγώ συντροφιά γιατί με έμαθε να σκύβω ταπεινά το κεφάλι μου στην εξουσία. Έδωσε φτερά στους ώμους μου για να γευτώ το χάρισμα, να μπορώ να διακρίνω τα μικρά καθημερινά θαύματα, που όλοι οι υπόλοιποι προσπερνούν. Να μπορώ να αντέχω το δηλητήριο που ποτίζουν τα λόγια και οι πράξεις με φαρμάκι την καρδιά μου λίγο λίγο καθημερινά. Εκείνη είναι το αντίδοτο στη μοναξιά και εκείνη με κάνει τούτη την ώρα ένα μικρό Θεό ψελλίζοντας μια προσευχή. Το μόνο δρόμο τελικά που αγαπώ όσο κανένα.





13.  Η κόλαση είναι εδώ

Ήταν μόνη, όπως κάθε μέρα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάμεσα σε άλλους  ασθενείς, ένοιωθε μόνη όσο ποτέ. Οι εξετάσεις επιβεβαίωσαν όσα οι γιατροί υποψιάζονταν. Στα 45 της  τελείωνε η ζωή της  άσχημα!  Μα δεν την ένοιαζε...
Την πονούσε μόνο  που θα έφευγε και δεν  ένιωσε ποτέ το χάδι του. Που δεν  θα τον έβλεπε ξανά. Μάτωνε  η αγκαλιά της από την απουσία του. Μόνο δυο φορές  τον είχε δει από μακριά και μετά έχασε τα ίχνη του.
Τι να ξέρει το παιδί της για εκείνη; Τι να του έχουν πει;  
 Έκανε λάθος,  το  ήξερε, μα δεν άντεχε...16 ετών ήταν όταν ο πατέρας της  την πάντρεψε  με έναν κατά 18 χρόνια μεγαλύτερο.
Και έσκυψε το κεφάλι. Φοβόταν; Ναι φοβόταν τον άντρα της που ασκούσε την εξουσία του επάνω της. Φοβόταν  γιατί δεν είχε γωνιά να κρυφθεί. φοβόταν γιατί δεν είχε μια αγκαλιά να παρηγορηθεί.
Όταν γέννησε  το γιο της, ο φόβος της μεγάλωσε.  Κι αν ήταν βίαιος και στο παιδί;
Το χειρότερο  όλων ήταν που έφερε τη μητέρα του να ζήσει μαζί τους. Για να μεγαλώσει το παιδί η γιαγιά, μια και  η μάνα  ήταν τόσο νέα .
Το χαστούκι  συμμόρφωσης ήταν πλέον καθημερινό τρατάρισμα και από τους δυο. Και τι έκανε; Απλά έτρεχε να πάρει το παιδί της αγκαλιά όταν έκλαιγε...Μα ποιον ρώτησε και τόλμησε; Απλά τάιζε το μωρό της με τραγούδια και γελάκια. Πώς είναι δυνατόν να γίνει  άντρας έτσι; Απλά το αγαπούσε υπερβολικά...Μα τι ζητούσε; Να τον κάνει μαλθακό;
Μέχρι που μια μέρα που το αίμα κραύγαζε  μέσα από το διάφανο δέρμα που είχε χτυπηθεί, αποφάσισε να φύγει. Να πάρει το παιδί και να εξαφανιστεί μακριά από το χωριό και τον άντρα της. Της δόθηκε η ευκαιρία.  Μα κάποιοι συγχωριανοί της, δεν το κράτησαν κρυφό. Και ο άντρας της  την πρόλαβε την ώρα που επιβιβαζόταν στο λεωφορείο. Την χτύπησε γερά μπροστά σε όλους. Μα κανείς δεν τη βοήθησε. Της πήρε το παιδί και την έδιωξε ''Αν σε ξαναδώ θα σε σκοτώσω'' της είπε.  Έτσι ωμά, έτσι απλά!  
 Πέρασαν τα χρόνια δουλεύοντας ως λαντζέρισσα. Με τα δάκρυα της ξέπλενε τον πόνο της και ονειρευόταν. Στάλα στάλα στέγνωνε κάθε ελπίδα μέσα της. Γιατί τα  όνειρα έγιναν στάχτη στο καμίνι του χρόνου.
 Και τώρα μόνη   αποχαιρετά τη ζωή   χωρίς να τη νοιάζει. ''Χάρισμα σου η ζωή Θεέ μου'', μονολογούσε.'' Στην κόλαση ήδη έζησα'' 
Και οι μέρες περνούσαν ίδιες με τις νύχτες. Και φως από πουθενά.
Ως ότου ήλθε το τέλος. Το ένιωθε.
Και η χάρη η Θεϊκή έγινε και τον είδε. Ήταν κοντά της. Παλικάρι  όμορφο στα 28  του χρόνια.
Της κρατούσε το χέρι. Της χαμογελούσε. Δεν τον άκουγε καλά...αχ η αρρώστια!  ''Παιδί μου'' του φώναξε, ''σπλάχνο μου εσύ, σ'ευχαριστώ που ήλθες. Άφεση ζητώ γιατί σε άφησα μάτια μου. Συγχώρα με...'' και ταξίδεψε γαληνεμένη, εκεί που  δεν μπορούσε να την πονέσει  κανείς!

 ''Τα φάρμακα προκαλούν παραισθήσεις'' είπε ο γιατρός στη νοσοκόμα.  ''Τελείωσε''!





14. “Αυλαία”

“Ηρώ, άσε να σου εξηγήσω...”, προσπάθησε να την ηρεμήσει.

“Να εξηγήσεις τι Αλέξανδρε ; νομίζεις ότι έχεις μόνιμα το χάρισμα να κρύβεσαι ;”

“Είναι καιρός που εμείς οι δύο έχουμε τελειώσει...”

Σηκώθηκε οργισμένη μπροστά στον καθρέφτη.

“Έχεις την εξουσία να ορίζεις τις καρδιές όλων όπως θες ;”

“Γιατί δεν θες να το παραδεχτείς ;

“Να παραδεχτώ τι ; το ότι εσύ ο πρίμος Τενόρος της όπερας, ο υπέρτατος γόης της σκηνής έχεις άφεση από κάθε ανομία ; ότι μπορείς να παίζεις με τις καρδιές όλων ;”

“Μην γίνεσαι υστερική !”

“Ω… υστερική λοιπόν ! Χρόνια δίπλα σου. Σου έδωσα τα πάντα, τη ζωή μου, την ψυχή μου, το κορμί μου, για να εισπράξω τι ; μια προδοσία ;”

Βημάτισε νευρικά μπροστά της. Στο καμαρίνι του θεάτρου η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη ένταση.

“Ηρώ, δεν είμαστε παιδιά...”

“Το είχα καταλάβει. Έβλεπα πως σε κοίταζε από το θεωρείο. Τα πήγαινε-έλα στο καμαρίνι σου. Μάθαινα ! Η Ερμούπολη είναι μικρή. Όμως πίστευα ότι θα ακούσω μια εξήγηση από τα χείλη σου….” τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια της. Το όμορφο πρόσωπό της φόρεσε μια μάσκα πίκρας.

“Σκέψου τι κάνεις Αλέξανδρε πριν γίνουν όλα στάχτη...”

Κατέβασε τα χέρια της από πάνω του ενοχλημένος.

“Σταμάτα, δεν ωφελεί. Με την Βαλεντίνη μετά την παράσταση ανακοινώνουμε τους αρραβώνες μας. Είσαι η πρώτη που το μαθαίνει”

Ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της.

“Φύγε !!!” ακούστηκε το πρόσταγμά της, κραυγή σε όλο το θέατρο.

Έμεινε μόνη. Στα μάτια της πέρναγαν όλες οι δικές τους στιγμές. Η γνωριμία στη σχολή, ο έρωτας στο θέατρο, η λατρεία στην Όπερα. Κάποια δάκρυά της έγιναν στάλες στο πρόσωπό της.

“Αν δεν σε έχω εγώ, δεν θα σε έχει καμία Αλέξανδρε”

………………………………………

“Τριστάνος και Ιζόλδη”.

Σάββατο 25 Φλεβάρη 1903.

Το μεγάλο μουσικό δράμα του Βάγκνερ. Λαμπερή πρεμιέρα στο ανακαινισμένο Θέατρο “Απόλλων”. Πριν επτά χρόνια, το 1896, είχε ανακαινιστει και ήταν το καμάρι της καλλιτεχνικής ζωής.

Ηρώ Φέρρη στο ρόλο της Ιζόλδης.

Αλέξανδρος Γιαβάσης στο ρόλο του Τριστάνου.


Όλα ήταν έτοιμα. Το πλήθος ασφυκτιούσε παντού. Η Βαλεντίνη, πανέμορφη ξεχώριζε στο πρώτο θεωρείο, επιφανής κόρη των Βάνδιων στο νησί.


Η Παράσταση ξεκίνησε. Το δράμα εξελίσσονταν. Η Ηρώ ως Ιζόλδη ήταν υπέροχη όπως και ο Αλέξανδρος. Το πλήθος εκστασιασμένο. Το δράμα κορυφώνεται. Η ουράνια μουσική του Βάγκνερ καθηλώνει. Οι άριες των πρωταγωνιστών συγκλονίζουν.

Στο τέλος της τρίτης πράξης ο Τριστάνος πεθαίνει. Ο Βασιλιάς Μάρκος τον θρηνεί. Η Ιζόλδη δεν ξέρει. Το δράμα στην κορύφωσή του.

Η Βαλεντίνη πετά ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη σκηνή, στα πόδια του Αλέξανδρου. Το βλέμμα τους φωτιά. Για την Ηρώ μαχαίρι στην καρδιά της. Τους βλέπει, το συνειδητοποιεί. Δεν υπάρχει επιστροφή.


Η Ιζόλδη βλέπει τον Τριστάνο νεκρό. Στα μάτια της δάκρυα και απόγνωση. Αργά για να προλάβει. Ξεψυχά και η ίδια στην αγκαλιά του νεκρού αγαπημένου της ενώ με τα λόγια της, υμνεί την αιώνια αφοσίωση.




Η Αυλαία πέφτει. Το πλήθος παραληρεί. Ο Φροντιστής τρέχει να τους συγχαρεί ακόμα ξαπλωμένους. Οι κόκκινες πληγές στο λαιμό τους. Το δαχτυλίδι της Ηρώς με το υδροκυάνιο. Νεκρική αγκαλιά και για τους δυο τους.





Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 15-23 πατήστε εδώ!

Για τις συμμετοχές 1-5 και για να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!