Ελπίζω να θυμάστε οι παλιοί για να μαθαίνουν οι νεότεροι πότε γράφαμε οι της γενιάς μας τις πρώτες εκθέσεις στο δημοτικό.
Εγώ δε θυμάμαι, αλλά δεν το παλεύω κιόλας. Αφήνω το αλτσχάιμερ να κάνει αργά και βασανιστικά τη δουλειά του.
Ακόμα κι όταν ανοίγω το ψυγείο και ατενίζω τα βάθη του, αν αργήσω πάνω από λίγα δευτερόλεπτα να θυμηθώ γιατί το άνοιξα, το κλείνω.
Με το κλείσιμο έρχεται και η αναλαμπή, αλλά το ψυγείο όταν κλείσει δεν ανοίγει εύκολα και μέχρι να τα καταφέρω, ξεχνάω πάλι τι ήθελα.
Το θέμα μου όμως είναι η πόλη μου και η έκθεση.
Πώς κολλάνε αυτά;
Εύκολα με λίγη φαντασία.
Μια φαντασία που ποτέ δεν χρησιμοποίησα όταν μου ζητήθηκε σε εκείνη την έκθεση για την πόλη μου!
Η δασκάλα της τότε τάξης (που παραδόξως θυμάμαι ποια ήταν, άρα η τάξη πρέπει να ήταν ή η πρώτη, ή η δευτέρα) είχε συστήσει στους γονείς να μας πάρουν εκθεσολόγιο!
Όλα καλά μέχρι εδώ. Μου άρεσε πάντα το διάβασμα, οπότε το ξεπέταξα σε χρόνο ρεκόρ.
Κι έρχεται η αποφράδα μέρα που μας ζητάει η δασκάλα να γράψουμε τη συγκεκριμένη έκθεση!
Δεν έβρισκα κανένα ενδιαφέρον στην δική μου πόλη, εκτός από το πάρκο που πηγαίναμε τις Κυριακές που δεν είχαμε σχολείο, ή τις γραμμές του τρένου που κάναμε ισορροπία όταν παίζαμε, οπότε αποφάσισα να δανειστώ άλλη πόλη.
Άνοιξα το μαγικό βιβλίο με τις εκθέσεις delivery και είχε μια χαρά πόλη.
Την Αθήνα.
Αποφάσισα να μετακομίσω για τις ανάγκες της έκθεσης στην πόλη που είχε μια Ακρόπολη κι έναν Παρθενώνα, και ήταν και πρωτεύουσα, αντί να μείνω στη δική μου που είχε πάρκο και ράγες (χωρίς τρένα) και δεν ήταν πρωτεύουσα, αφού το Μεσολόγγι λόγω ιστορίας και ουχί πληθυσμού, την έφαγε στη στροφή και της πήρε τα πρωτεία.
Την αντέγραψα όλη (ούτε κόμμα δεν άλλαξα, κι αν ο συγγραφέας είχε κι όνομα, το δικό του θα είχα βάλει δεν το συζητώ), και την άλλη μέρα την έδωσα στη δασκάλα που μόλις την είδε άρχισε να βγάζει αφρούς και να γυρίζει το κεφάλι της σαν τη δαιμονισμένη στον εξορκιστή.
Τα χρειάστηκα και προσπάθησα, μάταια, να υπερασπιστώ την επιλογή της πόλης.
Τιμωρήθηκα, έκθεση για την πόλη μου ποτέ δεν έγραψα, και η μάνα μου όταν της το είπε η δασκάλα έσκασε στα γέλια.
Ακόμα γελάνε όταν το θυμούνται με τον πατέρα μου κι αυτό είναι, ή μάλλον ήταν μέχρι σήμερα, το πιο σκοτεινό μου μυστικό.
Ο πατέρας μου, που είναι γνωστός για το χιούμορ του, ακόμα και τώρα αν ρωτήσει κάποιος κάτι για την πόλη, ή με οποιαδήποτε ευκαιρία εδώ που τα λέμε, λέει:
-Α, μην τη ρωτάτε αυτή είναι Αθηναία, δεν ξέρει!
Κι άλλα τέτοια κρύα που δε με αφήνουν να ξεχάσω εκείνη τη μετακόμιση.
Ήρθε η ώρα λοιπόν να γράψω την έκθεση που χρωστάω.
Θα τη γράψω σαν παιδάκι των πρώτων τάξεων του δημοτικού, μια και δεν έχω πρόχειρο εκείνο το εκθεσολόγιο να τη γράψω σαν μεγάλος που κατοικεί στην Αθήνα.
Η πόλη μου.
Η πόλη μου είναι μεγάλη. (Μη φωνάζετε, τα παιδάκια όλα μεγάλα τα βλέπουν).
Έχει ένα μεγάλο πάρκο με πολλά μεγάλα δέντρα και στα μεγάλα δέντρα έχει μικρά (εντάξει δεν τα βλέπουν όλα μεγάλα) σκιουράκια που τρέχουν όλη μέρα και παίζουν με μεγάλη (ήρθαμε στα ίσια μας) χαρά.
Έχει πολλά μεγάλα σπίτια και μεγάλους δρόμους, που περνάνε μεγάλα αυτοκίνητα και φοβάμαι να κάνω ποδήλατο.
Το ποδήλατό μου είναι πορτοκαλί...(!!)... (Από δω και κάτω η κόκκινη μολυβιά θα ειδοποιούσε πως πέρασα σε άλλο θέμα και θα συνέχιζε αμείλικτη για να σβήσει και όλα τα υπόλοιπα, μια και αφού έπιασα το θέμα ποδήλατο πιστεύω πως με αυτό θα συνέχιζα).
Και με τούτα και με κείνα, είχατε την τιμή να διαβάσετε σε αποκλειστική πρώτη κάτι που έπρεπε να είχε γραφτεί τον περασμένο αιώνα, μη σας πω και την περασμένη χιλιετία.
Αυτό κι αν είναι πρωτοτυπία!
Για να σοβαρευτώ όμως, η πόλη μου έχει κι αυτή πολλά ωραία και ίσως σιγά σιγά τα δούμε και μαζί!
Στις φωτογραφίες η πόλη μου από ψηλά κι από την "καλή" κι από την "ανάποδη" και φυσικά ο Μπρίκι! (γιατί ο Μπρίκι είναι παντού).






.jpg)
