Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα το παιχνίδι της αγάπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα το παιχνίδι της αγάπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Απόγευμα στο δέντρο (Το παιχνίδι της αγάπης)


Απόγευμα στο δέντρο

Ο κόσμος ξεμακραίνει
ωραία στιγμή μου ξένη
Βαθαίνουν τα πηγάδια
ζωή μου που 'σαι άδεια

Ο κόσμος ξεμακραίνει, είναι βράδυ
ωραία στιγμή μου ξένη, στάσου λίγο
Βαθαίνουν τα πηγάδια, το φεγγάρι
ζωή μου που 'σαι άδεια, γέλα λίγο αν μ’ αγαπάς

Ο κόσμος ξεμακραίνει, είναι βράδυ, μη μιλάς
ωραία στιγμή μου ξένη, στάσου λίγο αν μ’ αγαπάς
Βαθαίνουν τα πηγάδια, το φεγγάρι όταν κοιτάς
ζωή μου που 'σαι άδεια, γέλα λίγο αν μ’ αγαπάς

Ανθίζουνε τ’ αστέρια, όνειρό μου, 
όταν περνάς
δώσ' μου τα δυο σου χέρια 
και τον κόσμο αν μ’ αγαπάς



Ένας έρωτας, μια αγάπη που γεννιέται.
Ιερή η στιγμή που χάνεσαι σε δυο μάτια.
Γίνεται ιερότερη όταν στα δικά σου μάτια χάνεται κι ο άλλος.
Κι ακόμα πιο ιερή όταν σου δίνει και του δίνεις χέρια και κόσμο.
Όλα όσα έζησα είχαν ένα νόημα.
Ακόμα και η μεγαλύτερη προδοσία που ένιωσα, ήταν ταγμένη για να με ελευθερώσει, για να μου δείξει την πραγματική αγάπη.
Όχι πως δεν αγάπησα και τότε αληθινά.
Όχι πως δεν με αγάπησαν.
Μα να, η αγάπη όταν αξίζει δεν σε πονά ποτέ.
Δεν εξευτελίζεται και δεν ευτελίζει.
Κι όταν η προδοσία είναι διπλή από κάποιον που εκτός από άνθρωπό σου θεωρούσες και καλύτερο φίλο, τότε όλα μηδενίζονται.
Μα ας τα πάρω από την αρχή!

Λένε πως η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ.
Δε λένε όμως πως η αγάπη πεθαίνει και όχι από φυσιολογικά αίτια.
Αν πεθάνει από τη φθορά του χρόνου, τότε, και μόνο τότε, δεν ήταν ποτέ αγάπη.
Πώς μπορεί να φθείρει ο χρόνος το άφθαρτο της αγάπης;
Πεθαίνει όμως όταν τη σκοτώσουν.


Κι όταν η αγάπη σε προδώσει μέσα από το πιο αγαπημένο σου πρόσωπο της κρατάς μούτρα.
Θρηνείς τούτο το θάνατο καιρό.
Νιώθεις να χάνεσαι και θέλεις να πεθάνεις κι εσύ.
Να θαφτείς μαζί της.
Να τυλιχτείς στα αποκαΐδια της και να μείνεις εκεί να μη σε βλέπει κανείς.
Θέλεις να σκίσεις τις σάρκες σου και να βγάλεις την καρδιά σου να τη δώσεις βορά στα κοράκια.
Έτσι, γα να πάψει να πονά.

Μήνες και μήνες σέρνεσαι.
Προσποιείσαι.
Να μην καταλάβει κανείς τίποτα.
Δε θες τον οίκτο, δε θες να ακούσεις τίποτα.
Μόνο με τον εαυτό σου μιλάς κι εκείνος σε στήνει στον τοίχο αλύπητα.
Μέχρι που μια μέρα πέφτεις πάνω στον τοίχο που η ίδια ύψωσες γύρω σου κρατώντας φίλους και γνωστούς απέξω και καταλαβαίνεις.
Και ξυπνάς.
Και θυμώνεις.
Επιτέλους αντιδράς.
Παίρνεις τον εαυτό σου αγκαλιά και του εξηγείς να καταλάβει ο άμοιρος, που βιάστηκε να φορτωθεί πόνους κι ενοχές, πως ποτέ δεν είμαστε εμείς υπαίτιοι για τις πράξεις των άλλων.
Πως οι πράξεις των άλλων καθορίζουν μόνο εκείνους!
Πως ποτέ, μα ποτέ δεν άξιζε τέτοια απάτη.
Πως κανείς δεν αξίζει την υποκρισία και το ψέμα, πόσο μάλλον αυτός που ποτέ δεν τα πρόσφερε δώρο σε κανέναν.
Πως κάποιοι απλά δεν είναι ανθρώπινα όντα.
Πως δεν μπορούν να αγαπήσουν.
Έρχονται από τα σκοτάδια, λούζονται στο φως, μα η φύση τους δεν αντέχει τόσο φως τελικά και αργά ή γρήγορα τρέχουν να κρυφτούν πάλι στα λαγούμια τους και να κάνουν παρέα με τα άλλα τρωκτικά.

Τι κι αν πέρασαν χρόνια ευτυχίας, αφού το τέλος ήταν σκέτη δυστυχία;
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε δε λένε; Ε, το τέλος ήρθε και τα πήρε και σήκωσε όλα!

Κι όμως, τόσες εξηγήσεις μετά κι εσύ πενθείς ακόμα.
Η άρνηση, ο πόνος, ο θυμός ένα κουβάρι γίνονται κι εσύ προσπαθείς να το ξεμπλέξεις.
Κι όσο ξεμπλέκεις, τόσο αυτό μπλέκεται και ματώνεις τα δάχτυλά σου, προσπαθώντας να κλείσεις τις πληγές.


Βλέπεις, παίρνει πολύ καιρό να περάσει η πισώπλατη μαχαιριά.
Και πώς να περάσει όταν εσύ σέρνεσαι με το μαχαίρι σημαδεμένη, για πάντα νομίζεις.
Όταν προσπαθείς να το τραβήξεις, ο πόνος δυναμώνει πάλι και θρηνείς όσα νόμιζες πως άξιζαν.
Όσα ο άλλος πούλησε  ερήμην σου στις πιο φτηνές και ανάξιες αγορές.
Μα ο θυμός που σιγόκαιγε δίπλα σου, όλο και φουντώνει.

Παύεις να σκέφτεσαι τα ωραία.
Επικεντρώνεσαι στα τελευταία.
Η τελευταία κουβέντα, η τελευταία κακία, το τελευταίο βλέμμα, ο τελευταίος που αποδείχτηκε τελικά ο "πρώτος" σου, έρχονται σαν κύματα και σβήνουν όσα όμορφα είχες μέσα σου.
Μένουν τα τελευταία του.
Και ξέρεις πως με αυτόν τον άνθρωπο που μόλις γνώρισες κι ας νόμιζες πως ήξερες καλά (τρομάρα σου), δε σε δένει τίποτα.
Ποτέ δεν αγάπησες εσύ ένα ανθρωπάκι.
Έναν προδότη!
Η δική σου αγάπη, αυτός που είχες ψηλά, εκείνος που (τι μεγαλύτερη ακόμα προδοσία) σου ψιθύριζε γλυκόλογα, την ίδια στιγμή που σε πουλούσε, δεν υπήρχε πια.
Είχε πέσει τόσο χαμηλά που δε φαίνονταν καν.
Ετούτος ο καινούριος του εαυτός, σου είναι άγνωστος.
Κι ούτε θέλεις να τον γνωρίσεις.
Έτσι απλά παύεις να θρηνείς για έναν άγνωστο που ήξερες.
Κι ο καιρός περνάει.

Και ο χρόνος αναπόφευκτα, βάζει κάποια στιγμή τέλος σε τούτη την παρωδία που σε έσυραν χωρίς τη θέλησή σου.
Η ταφόπλακα σείει τη γη ολόκληρη και σε ταρακουνάει, καθώς σκεπάζει τον πιο νεκρό έρωτα, την πιο πεθαμένη σου αγάπη!
Ανοίγεις τα δάχτυλα κι αφήνεις να γλιστρήσουν ανάμεσά τους όλα τα άσχημα, όλα τα καλά, όλα "τα μαζί" κι όλα τα "για πάντα".
Τα στέλνεις στην κόλαση να σαπίσουν.
Αν τα αφήσεις να σέρνονται γύρω σου σαν ερπετά τελείωσες.
Αν τα αφήσεις να μολύνουν την ψυχή σου, τότε την έχασες!

Και αρχίζεις πάλι να ζεις.
Μαθαίνεις από την αρχή, να ανασαίνεις ξανά χωρίς εκείνο το βάρος που σε πλάκωνε.
Ανοίγεις δειλά δειλά τα μάτια στη ζωή και ξεδιπλώνεις τις φτερούγες σου.
Τις δοκιμάζεις, τις ζυγιάζεις στον αέρα που άρχισε ούρια να φυσά.
Κοίτα να δεις που δεν είχαν σπάσει τελικά, όπως έδειχναν.



Και η ζωή, α, η ζωή το νιώθει πως σου χρωστάει. 
Και για να βγάλει το χρέος της σε ευλογεί ένα απόγευμα.
Σε ευλογεί με δυο μάτια. 
Με ένα χαμόγελο.
Κι ένα τραγούδι καρφώνεται στο μυαλό σου.
Και σιγά σιγά, μέρα τη μέρα, παύει η στιγμή να είναι ξένη και γίνεται δική σου, ολόδική σου!
Είναι η ώρα που εσύ περνάς μέσα από μια αγκαλιά στον παράδεισο!
Κι αυτό το τραγούδι είναι ο ύμνος που ακούγεται γύρω σου!
Ακούς ακόμα και τους πιο μικρούς ψιθύρους.

Τι είπατε;
Δεν πεθαίνει η αγάπη;
Μα πεθαίνει σας λέω, γιατί αλλιώς δεν αφήνει την καινούρια, να γεννηθεί.
Κι αν δεν πεθάνει η κόλαση που άλλος έφτιαξε για σένα, πώς θα ευχαριστηθείς τον παράδεισο;
Πώς θα ελευθερωθείς;
Το φάντασμα της αγάπης του χθες δεν αφήνει να γεννηθεί τίποτα άλλο.
Κι αν γεννηθεί, το πνίγει.
Το συγκρίνει, το υποβιβάζει, όχι γιατί είναι τάχα καλύτερο το παλιό, μα γιατί δεν πρέπουν συγκρίσεις στο νέο -συγκρίσεις συνήθως, κάνουν μόνο αυτοί που πρόδωσαν και είναι μια νίκη να νικάς τα ανάξια, δε λέω, αλλά χωρίς σημασία έτσι κι αλλιώς-!
Στην αγάπη λοιπόν, δεν ταιριάζουν οι συμβάσεις και οι μεσοβέζικες καταστάσεις.
Πρέπει να ξορκίζεται το παλιό!
Να ξεφεύγεις από το κακό!
Πρέπει να αερίζεται καλά η καρδιά, να φωτίζεται κάθε της σκιά πριν ανοίξει ξανά σα σάλα ολόφωτη να υποδεχτεί αυτό που της πρέπει!
Να γίνεται άγραφο χαρτί που θα γραφτούν τα ωραία.
Γιατί μόνο έτσι αξίζει να δοθείς και μόνο έτσι αξίζει το δόσιμο.
Χωρίς κατάλοιπα από αγάπες παλιές, χωρίς φαντάσματα!
Βλέπετε η αγάπη ξαναγεννιέται μόνο όταν έχει πεθάνει!

Η ερωτική αγάπη σε ένα δικό μου "ψυχογράφημα", μα πολύ δικό μου όμως, (πώς έλεγε εκείνο το παλιό σλόγκαν, πρώτα ζούμε μετά γράφουμε; Ε, έτσι) για "Το παιχνίδι της Αγάπης" που εμπνεύστηκε η Κική από το blog ΕΚΦΡΑΣΟΥ

Το δώρο μου για όσους τώρα προδόθηκαν, είναι το τραγούδι μπόνους που ακολουθεί.
Να το ακούν και να θυμώνουν, αντί να σέρνονται.
Αναπόφευκτο και το σύρσιμο, αλλά κι ο θυμός αναγκαίος.
Μην ακούτε τραγούδια τύπου "γύρνα κοντά μου κι εγώ θα κάνω ό, τι θες" (δεν ξέρω καν αν υπάρχει τέτοιο τραγούδι, αλλά νομίζω πιάσατε το υπονοούμενο).
Άλλωστε όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, θα δείτε καθαρά πως δεν τον θέλετε τον προδότη πίσω ούτε με σφαίρες!
Ακολουθεί το δώρο μου σε μια διασκευή που πολύ μου άρεσε.
Απλώστε τα χέρια να πάρετε εκείνα τα κλωνάρια λησμονιάς.
Οι ίδιοι οι άγγελοι τα μοιράζουν!
Κι ένα σιχτίρισμα, ποτέ δεν έβλαψε, εδώ που τα λέμε!

Η ζωή θα σας κάνει άλλο δώρο.
Εκείνο που πραγματικά σας αξίζει.



Θεός αν είναι στις φλόγες να καείς

κι απ' το δάκρυ μου φωτιά να πιεις

δεν μπορείς μια ζωή καρδιά να συγχωρείς
Θεός αν είναι κι αν μ' αγαπάει κανείς
Θεός αν είναι κι αν μ' αγαπάει κανείς