Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες του καφενέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες του καφενέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Αμόλα καλούμπα (Ιστορίες του καφενέ # 3)

Οι φωνές φτάνουν κύματα κύματα μέχρι το καφενεδάκι στην άκρη της λίμνης. Λίγο πιο κει, μια παρέα παιδιών συναγωνίζεται στο πέταγμα του χαρταετού.


Οι χαρταετοί τους ανεβαίνουν όλο και πιο ψηλά. Κάθε τόσο, όλο και κάποιος αφήνεται να τον παρασύρει μια τυχαία ριπή ανέμου και αφήνοντας τα ουράνια, στροβιλίζεται ριψοκίνδυνα, βουτώντας προς τα κάτω. Φαίνεται σα να προσπαθεί να φιλήσει τη γη, αλλά λίγο πριν την πλησιάσει, το μετανιώνει και παίρνει πάλι ύψος. Τότε είναι που οι φωνές δυναμώνουν και τα γέλια των παιδιών δείχνουν την ανακούφισή τους. Ουφ!  Δεν έπεσε!
Σαν τη ζωή κι εκείνοι, πότε πετάνε ψηλά, πότε βουτάνε αλόγιστα, μα επιμένουν να προσπαθούν μέχρι να διαλυθούν.
Μέχρι το τέλος.

Η λίμνη, ένας μεγάλος υδάτινος παράδεισος. Το γαλάζιο της καλοδέχεται τις αχτίδες του ήλιου, διαθλώντας αρμονικά το φως του και ο ήρεμος παφλασμός των κυμάτων της, μουρμουρίζει συνέχεια αρχέγονα μυστικά στις πέτρες της όχθης. Εκείνες αδιάφορες, ίσα που σαλεύουν στην πνοή που τους δίνει το νερό.
Ο αέρας μυρίζει άνοιξη κι ας κουβαλάει τούτο το αεράκι την ανάμνηση του τελευταίου χιονιά.


Αφήνουμε την παρέα μας, στη ζεστασιά του καφενέ και κατηφορίζουμε σιγά σιγά ως την όχθη. Διαλέγουμε ένα τραπέζι εκεί, δίπλα στο κύμα και καθόμαστε σιωπηλοί. Αφηνόμαστε στη σιωπή και στον ήλιο. Έχει μια ανάσα ελευθερίας αυτή η στιγμή κι ας κρατιόμαστε σφιχτά.

"Αμόλα καλούμπα" μουρμουρίζω και γελάς. 
Οι χαρταετοί τραβάνε τα βλέμματά μας συνεχώς και οι σκέψεις μας για λίγο φτερουγίζουν γύρω τους. Μπλέκονται με τις πολύχρωμες ουρές τους, βουτάνε κι αυτές να βρουν γη, πριν ανηφορίσουν ξανά στον ουρανό.

Τα βήματα του σερβιτόρου στα χαλίκια μας προσγειώνουν στην πραγματικότητα. Και είναι η πραγματικότητα που όλη αυτή την ώρα αποφεύγουμε να σκεφτούμε. Ίσως αυτό να είναι το τελευταίο ξέγνοιαστο διάλειμμα για μας. Ο ήλιος, οι στιγμές, η λουσμένη στο φως λίμνη, οι χαρταετοί, οι αγαπημένοι που μας περιμένουν μέσα, ακόμα και οι καφέδες, μοιάζουν πολύτιμα. Πάντα πολύτιμα ήταν, μα όταν σκέφτεσαι πως ίσως δεν τα ξαναζήσεις, γίνονται ακόμα πιο σημαντικά.
"Ως πότε θα μπορούμε να αμολάμε καλούμπα", αναλογίζομαι και βιάζομαι να πνίξω τον φόβο που γεννήθηκε μέσα μου, στην πρώτη γουλιά του καφέ.
"Ως που μπορείς να προχωρήσεις, πριν τα βήματά σου σε οδηγήσουν στο τέλος";
Από τη μια μεριά τα παιδιά που παίζουν και από την άλλη εμείς που πάψαμε να παίζουμε, περιμένοντας απλά να τελειώσει η διαδρομή.
Δίπλα μου το μπαστούνι μοιάζει να με περιγελάει. Πώς πέρασαν τα χρόνια!
Κι όμως νιώθω σα να άφησα πριν λίγο το σπάγκο που σήκωνε τα όνειρά μας ψηλά για να πιάσω την κρύα του λαβή.
Αυτό θα σηκώνει σε λίγες μέρες το βάρος μου, την ανημπόρια μου, την αγωνία μου, όσο θα περιμένω να βγεις από το χειρουργείο.
"Θα βγεις από το χειρουργείο"; η σκέψη αμείλικτη σα γροθιά καρφώνεται στο μυαλό μου και κάτι μέσα μου σπάει. Σχεδόν το ακούω. Η απελπισία ζωγραφίζεται καθαρά στο βλέμμα μου. Τη βλέπεις. Τη νιώθεις. Τόση ώρα αυτή μας συντρόφευε κι ας κρύβονταν καλά.
Δε μιλάς, μα γνέφεις. Σηκώνεις το φλιτζάνι σου και βυθίζομαι στο δικό σου βλέμμα. Κρατιέμαι όσο μπορώ από την αγάπη σου, στηρίζομαι στη σιγουριά σου, καθώς ρουφάς την τελευταία γουλιά από τον καφέ σου.
Σηκώνεσαι και μου απλώνεις το χέρι.
"Έλα" μου λες. Δείχνεις τα παιδιά που συνεχίζουν να παίζουν. "Πάμε να πετάξουμε ψηλά, άλλη μια φορά."


Η ιστορία σερβιρίστηκε για τις  Ιστορίες του καφενέ #3 που συντονίζει η Αριστέα.


Σας εύχομαι ο δικός σας χαρταετός να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα.

Καλή Καθαρά Δευτέρα και καλή Σαρακοστή!

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Στον καφενέ του χωριού - Ιστορίες του καφενέ #2


Στον καφενέ του χωριού

Ο Αύγουστος ανυπόμονος μαζεύει τις μέρες του όπως όπως για να φύγει.
Τις αναμνήσεις όμως, τις τυλίγει προσεκτικά με όλες του τις αγαπημένες μυρωδιές και τις στολίζει με δυο φεγγάρια και μια ευχή, για να τις αφήσει δώρο στους ανθρώπους.
Και όταν φύγουν και οι τελευταίοι παραθεριστές από τούτο το ορεινό χωριουδάκι, αυτές θα είναι στις αποσκευές τους και θα ταξιδεύουν μαζί τους.

Η μυρωδιά του καφέ και του αγιοκλήματος που πάλευε γενναία με την κληματαριά, εκεί στο καφενεδάκι στη μέση του χωριού, τοποθετήθηκε ήδη στη μνήμη του κυρ-Γιάννη κι ας μην έχει φύγει ακόμα. 
Συνταξιούχος του δημοσίου βλέπετε κι έχει ρίξει σχεδόν όλο του το εφάπαξ στο πατρικό.
Από την αρχή το ανάστησε, αφού ο χρόνος αδυσώπητα σκληρός είχε βαλθεί να το γκρεμίσει.
Παλατάκι το έκανε όμως. Σε τέτοια παλατάκια γεμάτα γλάστρες με βασιλικό και γιασεμιά που μπλέκουν τα κλαδιά τους ίσαμε τα κεραμίδια, ζουν οι πραγματικοί βασιλιάδες.

Με βαριά καρδιά θα το αποχωριστεί και φέτος.
Προσπαθεί να κερδίσει άλλον ένα μήνα διακοπών, μα η κυρά-Γιάννενα, όπως τη φωνάζουν στο χωριό κι αυτή εξοργίζεται, είναι ανένδοτη.
Όσο βάζει αυτός μπροστά τις δικαιολογίες για τάχα επισκευές και δουλειές που πρέπει να γίνουν, τόσο αυτή προτάσσει μαζί με τα στήθη της και το ακλόνητο επιχείρημα πως τα σχολεία ανοίγουν όπου να 'ναι και πρέπει να γυρίσουν να βοηθήσουν με τα εγγόνια.

Σήμερα ήρθε σκασμένος από το καφενείο και όλο ξεφυσάει.
Τα ξαναθυμάται όλα καθώς τα περιγράφει στη γυναίκα του.

"Ήμασταν που λες ο Λάμπρος, ο Ανδρέας κι εγώ και τα λέγαμε. 
Κουτρουβαλούσε άτσαλα από το βουνό κι εκείνο το ωραίο αεράκι που μου αρέσει και μας έφερνε τα νέα του δάσους. 
Ο κόσμος όλος μια ευλογία!
Μαζί με τον καφέ μας ο Απόστολος μας είχε φέρει και λουκουμάκια με φρέσκο νερό από την πηγή.
Κοίταξα γύρω μου αναπαμένος κι έκλεισα στην καρδιά μου, με όλες της τις ευωδιές, εκείνη τη στιγμή, πριν ακόμα πιω την πρώτη γουλιά. 
"Στον παράδεισο είμαι", συλλογίστηκα. Πού να φανταστώ ο έρμος πως την κόλαση από τον παράδεισο μια πόρτα τη χωρίζει.

Κι έλαχε η πόρτα αυτή να ανήκει στην αυτοκινητάρα του βουλευτή μας, (ειρωνικό εκείνο το μας, σαν φτύσιμο βγήκε από τα χείλη του) που κάνει ολιγοήμερες διακοπές, όπως αρέσκονται να λένε όλοι αυτοί του σιναφιού τους. 
Λες κι ο κόσμος που δεν μπορεί να πάρει ανάσα από τα βάσανα που τους φόρτωσαν, θα παρεξηγηθεί περισσότερο αν ακούσει πολυήμερες. Φτου τους!...(να και η φτυσιά).
Ξεφορτώθηκαν από μέσα κάθε λογής κουστουμάτοι και παρατρεχάμενοι.
Ανάμεσά τους κι ένας παπάς. 
Και μην με ρωτήσεις πόσοι χώραγαν σε ένα αυτοκίνητο, γιατί είναι αποδεδειγμένο πως χίλιοι κακοί χωράνε, κι όσοι περισσεύουν έρχονται αργότερα με τα πόδια.

"Πιάσε τα..." ξεκίνησα να λέω στα παιδιά για πλάκα, μα μας τα έπιασαν αυτοί.
"Τι είναι τούτοι ρε γυναίκα"; γουρλώνει τα μάτια μα συνεχίζει.
" Κάθισαν που λες στο διπλανό τραπέζι αφού μουρμούρισαν μια καλησπέρα του διαόλου, και άρχισαν να μιλάνε και να καμαρώνουν για εκείνη την επιστολή, ξέρεις δα, για το αντιρατσιστικό, που έστειλε ο άλλος ο αρχι...αρχι...αρχιδικός τους", συμπληρώνει γρήγορα γρήγορα, μετά το αυστηρό βλέμμα που εισέπραξε από τη Γιάννενα.

"Σε λίγο έφτασε συνάμενος κουνάμενος και ο άλλος, ο δικός μας ντε, που τις Κυριακές κηρύττει τάχα δήθεν την αγάπη και τις άλλες μέρες αγκαλιάζει το μίσος του για όλα και για όλους και το περιφέρει ολούθε, σκέτο λάβαρο μόλυνσης.
 -Κι αναρωτιέται μετά, ο παλιοφασίστας, κάθε φορά που μας συναντά γιατί δε μας βλέπει στην εκκλησία.
Η εκκλησία πως τον αντέχει είναι το ερώτημα!-
Κάθε τους λέξη οπλισμένη με ένα μαχαίρι ήταν. Έσκιζε τον αέρα και καρφώνονταν στις ψυχές μας. Δεν μπορείς να φανταστείς τι έλεγαν. Μίσος, οργή και κακία σκίασαν τον αέρα.

Πάνε οι όμορφες μυρωδιές, γέμισε μπόχα ο αέρας. Ο καφές ξεθύμανε, έχασε τη γλύκα του και το λουκουμάκι. Δεν άντεχα να βλέπω και να ακούω.
Σταμάτησε κι εκείνο το αεράκι να φυσά σα να ήθελε να τους αποφύγει κι αυτό. 
Ο Λάμπρος κι ο Αντρέας να κοιτιούνται και να μου κάνουν νοήματα, με ξέρουν δα καλά, για να ηρεμήσω.

Τους άφησα αυτούς να κοιτιούνται, σηκώθηκα, στάθηκα μπροστά στο τραπέζι της "εξουσίας",  και τους τα είπα από την καλή κι από την ανάποδη...και λέω βρε γυναίκα...να, λέω, αύριο να μαζευτούμε σπίτι μας, να τακτοποιηθούμε κι εμείς πριν αρχίσουν τα σχολεία.
Σα να βάρυνε πολύ ο αέρας εδώ και μου σώνεται η ανάσα."




Η ιστορία σερβιρίστηκε για τις  Ιστορίες του καφενέ #2 που συντονίζει η Αριστέα.
Βασίζονται σε ιδέα της Μαρίας Κανελλάκη.

Συμμετέχουν οι:
Δημήτρης Ασλάνογλου , Coffee time
Christina Andromeda, Καφεναί
Μαρία Κανελλάκη , Το αυγό του Προέδρου
Γιώργος-Hengeo, το Παζλ των Ψυχών
Κατερίνα Βαλσαμίδη, Ο Τελευταίος καφές !
Χριστίνα (Butterfly) Το χρέος 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Ιστορίες του καφενέ...Ακυβέρνητοι στο χρόνο


Τακ τακ.
Οι χάντρες του κομπολογιού, πέφτουν η μια πάνω στην άλλη μετρώντας τις σκέψεις του.
Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τον γέρο στο διπλανό τραπέζι να τον χαιρετά.
Ο Αντρέας όμως δεν έχει όρεξη για κουβέντες.
Κλείνεται πάλι στον εαυτό του και αφήνει τις σκέψεις του να τον παρασύρουν για άλλη μια φορά, καθώς οι χάντρες συνεχίζουν τον μονότονο ρυθμό τους..
«Κι αν δεν έρθει; Όπως δεν ήρθε τότε;»
Ο καφές του έχει ήδη κρυώσει και το ραντεβού, το υποτιθέμενο ραντεβού, είναι σε μια ώρα.
Ήρθε νωρίτερα, αλλά δεν μπορούσε να περιμένει άλλο.
Περίμενε ήδη πέντε χρόνια.
Το μυαλό του πάει πίσω, πολύ πίσω, σε έναν άλλο καφενέ, που περίμενε μάταια εκείνη να φανεί.
Και τότε όλα ήταν πιθανά. Τώρα όλα φαίνονται τόσο…μακρινά. Τόσο απελπισμένα.
Όσο απελπισμένος έγινε κι αυτός από τότε.
Του φαίνεται απίστευτο το ότι έψαξε να τον βρει μετά από όλα αυτά τα χρόνια.
Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκεφτεί το γιατί. Του επιτρέπει όμως να πάει πίσω σε εκείνη τη βραδιά που σημάδεψε τη ζωή του.
Τη βραδιά που νόμιζε πως όλα είναι δυνατά. Κλείνει τα μάτια του και ο ήχος του κομπολογιού γίνεται μουσική που έρχεται να ανταμώσει τον ήρεμο παφλασμό των κυμάτων μπροστά τους.
Η καλοκαιρινή βραδιά απλώνει τα δίχτυα της και τους φέρνει κοντά με έναν τρόπο που δείχνει πως η μοίρα είχε πάρει την απόφαση που αυτοί δεν τολμούσαν να πάρουν.

Είναι μήνες τώρα που συναντιούνται τυχαία εδώ κι εκεί.
Δυο άγνωστοι που τους συνεπαίρνει η ίδια μαγεία κάθε φορά, αλλά μένουν  άγνωστοι λες και φοβούνται ο ένας τον άλλον, λες και φοβούνται τη δύναμη που τους ξεσηκώνει.
Εκείνο το βράδυ όλα πήραν το δρόμο τους.
Δυο μοναχικοί άνθρωποι που τα βήματά τους τους οδήγησαν τον έναν στον άλλον για άλλη μια φορά.
Μια μοιραία φορά!
Ούτε που θυμάται πια πως ακριβώς βρέθηκαν να κάθονται αγκαλιά στην αμμουδιά και να μιλάνε όλο το βράδυ.
Εκεί τους βρήκε το ξημέρωμα. Στην έρημη ακρογιαλιά να μοιράζονται όνειρα.
Να γελάνε ευτυχισμένοι και να αποχωρίζονται την ανατολή με ένα φιλί και μια υπόσχεση να αιωρείται.
Κανείς τους δεν υποψιάστηκε πως τα κύματα την είχαν ήδη αρπάξει και την τραβούσαν στα ανοιχτά σαν καράβι χωρίς πανιά, ακυβέρνητη στο χρόνο!

Και βρέθηκε ο Αντρέας να κάθεται στον καφενέ της παραλίας το απόγευμα, να περιμένει.
Να νυχτώνει και να περιμένει ακόμα.
Εκείνη δε φάνηκε.
Πέντε χρόνια τα βάζει με τον εαυτό του που δεν έμαθε παρά μόνο το μικρό της όνομα εκείνο το βράδυ, που δεν αντάλλαξαν τηλέφωνα.
Δεν ήξερε που να την ψάξει. Παρόλα αυτά την έψαξε.
Όλες του οι αναζητήσεις αποδείχτηκαν μάταιες, αλλά η ελπίδα πως κάπου θα την ξαναδεί δεν τον άφηνε.
Δεν πίστευε στα μάτια του όταν βρήκε το σημείωμα που του έλεγε να βρεθούν εδώ..
Χαραγμένη πάνω του η συγνώμη με κάθε γράμμα. 

Τακ τακ οι χάντρες του κομπολογιού, σαν περίεργα σήματα του δείχνουν πάλι το τώρα.
Ανασηκώνεται στην καρέκλα και κουνάει το κεφάλι σαν να ξυπνάει από βαθύ ύπνο.
Κοιτάζει γύρω του σαν χαμένος και αρχίζει να τρομάζει από τη βεβαιότητα που τον χτυπάει ξαφνικά αδυσώπητη.
"Ούτε σήμερα θα φανεί"...μονολογεί.
Σηκώνεται να φύγει, αλλά ένας άλλος ήχος αποσπά την προσοχή του.
Τακ τακ…βήματα που σταματούν και μια καρέκλα που σέρνεται στο ασπρόμαυρο πάτωμα.
Κοντοστέκεται και γυρνάει αργά σαν υπνωτισμένος. Τη βλέπει να κάθεται εκεί, απέναντί του, χαμογελώντας του ντροπαλά, σαν τότε.  Σαν να μην πέρασε ούτε μια ώρα από τότε που χώρισαν με ένα φιλί.
Βλέπει στα μάτια της αυτό που έβλεπε κι εκείνο το βράδυ κι αυτό τον ταράζει ακόμα περισσότερο.
«Μέχρι τα ίδια ρούχα φοράει», σκέφτεται και μεμιάς καταλαβαίνει.
Μένει να την κοιτάει αποσβολωμένος, προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται, να ακούσει τι του λέει, μα σκόρπιες λέξεις φτάνουν στα αυτιά του…συγνώμη, ατύχημα, ραντεβού…να συνεχίσεις….και τότε ο πόνος τον ξεσκίζει κι ο λυγμός που στέκεται στο λαιμό του τον πνίγει.
"Χάθηκαν όλα", μοιρολογά και τα δάκρυα θολώνουν το βλέμμα του.

Ο γέρος στο διπλανό τραπέζι σταματάει να παίζει με το κομπολόι και φωνάζει στον κυρ Μιχάλη…
- Οικονομία στο ρεύμα κάνεις βρε Μιχάλη;
Πουντιάσαμε εδώ μέσα.
Ο Μιχάλης δεν απαντά. Είχε δει την καρέκλα να μετακινείται και από το βλέμμα του άντρα απέναντί της, καταλαβαίνει πως η επίσκεψη που δέχτηκε είναι γι΄αυτόν σημαντική.
Πιο σημαντική από την ίδια τη ζωή..πιο σημαντική κι από τον θάνατο ακόμα.
Γυρνάει την πλάτη του στο περίεργο ζευγάρι και σταυροκοπιέται καθώς κάνει πως κοιτάζει τον θερμοστάτη.



Οι ιστορίες του καφενέ είναι μια ιδέα της Μαρίας Κανελλάκη και συντονίζει η  Αριστέα.
Συμμετέχουν οι:
Δημήτρης Ασλάνογλου, θα φιλοξενηθεί από Αριστέα
Αγριμιώ, http://agrimio.wordpress.com/
Έλενα, http://miakalimera.blogspot.gr/ 
Xris Kat, http://neraidodimiourgies37.blogspot.gr/
Κική, http://ekfrastite.blogspot.gr/
Sofia Sofaki, http://happiness-bonheur.blogspot.gr
Μαρία Νι, http://mia-matia-ston-ilio.blogspot.gr/
Γεωργία, http://armoniaart.blogspot.gr/
Κάτια, http://katitimou.blogspot.gr/
Lysippe, http://on-the-up-and-up.blogspot.gr/
Γλαύκη, θα φιλοξενηθεί από http://pistos-petra.blogspot.gr/
Κατερίνα Βερίγκα, http://positive-thinking-greece.blogspot.gr
Λεβίνα, http://levina-imagination.blogspot.gr
Δέσποινα, http://www.mamadesekrisi.blogspot.gr/
Katerina Koko, http://followkoko.blogspot.gr
Κλαυδία, θα φιλοξενηθεί από http://pistos-petra.blogspot.gr/
Έλλη, http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr/
Κατερίνα Βαλσαμίδη, http://apopsitexnis.blogspot.gr
Μαριλένα, http://marilenaspotofart.wordpress.com/
Μαρία(me maria),  http://mytripssonblog.blogspot.gr/
Μαρία Κανελλάκη, http://toapagio.blogspot.gr/
Μαρία Έλενα, http://maria-elena-jewellery.blogspot.gr/
Φλώρα, http://texnistories.blogspot.gr/
Πέτρος (Ακυβέρνητος) http://akivernitos.blogspot.gr/
@ριστέα, http://princess-airis.blogspot.gr/