Οι φωνές φτάνουν κύματα κύματα μέχρι το καφενεδάκι στην άκρη της λίμνης. Λίγο πιο κει, μια παρέα παιδιών συναγωνίζεται στο πέταγμα του χαρταετού.
Οι χαρταετοί τους ανεβαίνουν όλο και πιο ψηλά. Κάθε τόσο, όλο και κάποιος αφήνεται να τον παρασύρει μια τυχαία ριπή ανέμου και αφήνοντας τα ουράνια, στροβιλίζεται ριψοκίνδυνα, βουτώντας προς τα κάτω. Φαίνεται σα να προσπαθεί να φιλήσει τη γη, αλλά λίγο πριν την πλησιάσει, το μετανιώνει και παίρνει πάλι ύψος. Τότε είναι που οι φωνές δυναμώνουν και τα γέλια των παιδιών δείχνουν την ανακούφισή τους. Ουφ! Δεν έπεσε!
Σαν τη ζωή κι εκείνοι, πότε πετάνε ψηλά, πότε βουτάνε αλόγιστα, μα επιμένουν να προσπαθούν μέχρι να διαλυθούν.
Μέχρι το τέλος.
Η λίμνη, ένας μεγάλος υδάτινος παράδεισος. Το γαλάζιο της καλοδέχεται τις αχτίδες του ήλιου, διαθλώντας αρμονικά το φως του και ο ήρεμος παφλασμός των κυμάτων της, μουρμουρίζει συνέχεια αρχέγονα μυστικά στις πέτρες της όχθης. Εκείνες αδιάφορες, ίσα που σαλεύουν στην πνοή που τους δίνει το νερό.
Αφήνουμε την παρέα μας, στη ζεστασιά του καφενέ και κατηφορίζουμε σιγά σιγά ως την όχθη. Διαλέγουμε ένα τραπέζι εκεί, δίπλα στο κύμα και καθόμαστε σιωπηλοί. Αφηνόμαστε στη σιωπή και στον ήλιο. Έχει μια ανάσα ελευθερίας αυτή η στιγμή κι ας κρατιόμαστε σφιχτά.
"Αμόλα καλούμπα" μουρμουρίζω και γελάς.
Οι χαρταετοί τραβάνε τα βλέμματά μας συνεχώς και οι σκέψεις μας για λίγο φτερουγίζουν γύρω τους. Μπλέκονται με τις πολύχρωμες ουρές τους, βουτάνε κι αυτές να βρουν γη, πριν ανηφορίσουν ξανά στον ουρανό.
Τα βήματα του σερβιτόρου στα χαλίκια μας προσγειώνουν στην πραγματικότητα. Και είναι η πραγματικότητα που όλη αυτή την ώρα αποφεύγουμε να σκεφτούμε. Ίσως αυτό να είναι το τελευταίο ξέγνοιαστο διάλειμμα για μας. Ο ήλιος, οι στιγμές, η λουσμένη στο φως λίμνη, οι χαρταετοί, οι αγαπημένοι που μας περιμένουν μέσα, ακόμα και οι καφέδες, μοιάζουν πολύτιμα. Πάντα πολύτιμα ήταν, μα όταν σκέφτεσαι πως ίσως δεν τα ξαναζήσεις, γίνονται ακόμα πιο σημαντικά.
"Ως πότε θα μπορούμε να αμολάμε καλούμπα", αναλογίζομαι και βιάζομαι να πνίξω τον φόβο που γεννήθηκε μέσα μου, στην πρώτη γουλιά του καφέ.
"Ως που μπορείς να προχωρήσεις, πριν τα βήματά σου σε οδηγήσουν στο τέλος";
Από τη μια μεριά τα παιδιά που παίζουν και από την άλλη εμείς που πάψαμε να παίζουμε, περιμένοντας απλά να τελειώσει η διαδρομή.
Δίπλα μου το μπαστούνι μοιάζει να με περιγελάει. Πώς πέρασαν τα χρόνια!
Κι όμως νιώθω σα να άφησα πριν λίγο το σπάγκο που σήκωνε τα όνειρά μας ψηλά για να πιάσω την κρύα του λαβή.
Αυτό θα σηκώνει σε λίγες μέρες το βάρος μου, την ανημπόρια μου, την αγωνία μου, όσο θα περιμένω να βγεις από το χειρουργείο.
"Θα βγεις από το χειρουργείο"; η σκέψη αμείλικτη σα γροθιά καρφώνεται στο μυαλό μου και κάτι μέσα μου σπάει. Σχεδόν το ακούω. Η απελπισία ζωγραφίζεται καθαρά στο βλέμμα μου. Τη βλέπεις. Τη νιώθεις. Τόση ώρα αυτή μας συντρόφευε κι ας κρύβονταν καλά.
Δε μιλάς, μα γνέφεις. Σηκώνεις το φλιτζάνι σου και βυθίζομαι στο δικό σου βλέμμα. Κρατιέμαι όσο μπορώ από την αγάπη σου, στηρίζομαι στη σιγουριά σου, καθώς ρουφάς την τελευταία γουλιά από τον καφέ σου.
Σηκώνεσαι και μου απλώνεις το χέρι.
"Έλα" μου λες. Δείχνεις τα παιδιά που συνεχίζουν να παίζουν. "Πάμε να πετάξουμε ψηλά, άλλη μια φορά."
Η ιστορία σερβιρίστηκε για τις Ιστορίες του καφενέ #3 που συντονίζει η Αριστέα.
Σας εύχομαι ο δικός σας χαρταετός να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα.
Καλή Καθαρά Δευτέρα και καλή Σαρακοστή!







