Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018

17ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 6 - 14)


6. Τα οράματα ενίοτε λυτρώνουν!

Εδώ και μια εβδομάδα είχε εγκατασταθεί και πάλι στην καλύβα τους, πάνω στην βραχώδη πλαγιά με τα πεύκα που έγερναν στη φορά των ανέμων που έπνεαν στην περιοχή. Από κάτω ακριβώς έσκαγαν τα κύματα με δύναμη. Δίπλα απλωνόταν η παραλία, στην οποία έπρεπε να στήσει και πάλι την καντίνα με τις ομπρέλες. Μόνος του, αυτή τη φορά.

Από ώρα καθόταν στον καναπέ που είχα φτιάξει από τα ξύλα, που ξέβρασε η θάλασσα τον προηγούμενο χειμώνα, με μια μπύρα στο χέρι. Ολόγυρα του πεταμένα άδεια, τσαλακωμένα κουτάκια και αποτσίγαρα. Ο ήλιος είχε χαθεί στον ορίζοντα της θάλασσας που απλωνόταν μπροστά του. Η πανσέληνος σιγά σιγά φώτιζε όλη τη γύρω περιοχή. Αν και η άνοιξη είχε έλθει νωρίς φέτος, τα βράδια ήταν κρύα. Έριξε πάνω του μια κουβέρτα που είχε ξεμείνει εκεί από την προηγούμενη.

Η ματιά του, χάθηκε στο βάθος εκεί που οι σκιές της νύχτας, μπορούσαν να σε κάνουν να δεις ότι κι αν έκρυβες στην άκρη του μυαλού σου. Αυτός όμως σκεφτόμουν εκείνη. Η μορφή της, τον στοίχειωνε ακόμα. Πονούσε. Που την έχασε, που προτίμησε τον άλλο με τα πολλά λεφτά και την άνετη ζωή, που τον ξεγέλασε με τα λόγια της. Κι όμως μαζί είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Μόνο που εκείνη κουράστηκε γρήγορα.

Πίστεψε ότι η διπλανή παραλία θα γινόταν ο παράδεισος τους. Τώρα καταλάβαινε ότι αποκατάσταση της σχέσης του με αυτήν δεν θα ήταν εύκολη. Στα μάτια του είχε μεταμορφωθεί σε πέτρες, χοντρή άμμο με βότσαλα και μια θάλασσα σαν τις άλλες που έβρισκες παντού στην πατρίδα μας.

Άνοιξε το ραδιόφωνο. Ένα φύσημα ακουγόταν μόνο. Γύρισε τη βελόνα μέχρι που ακούστηκε κάτι σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε. Πρέπει να ήταν μια από εκείνες τις εκπομπές που τα περίεργα τερτίπια του καιρού, κατόρθωσαν να την φτάσουν από τα παράλια της Αφρικής ως την άκρη του δικού του κόσμου. Άκουγε τους φθόγγους και τις λέξεις, που δεν του έλεγαν κάτι, αλλά παραδόξως δεν έκανε καμία κίνηση για να βρει κάτι άλλο. Άκουγε κάτι που δεν καταλάβαινε, κρύωνε και έβλεπε στο βάθος τη θάλασσα να αχνοφέγγει.

Το φως του φεγγαριού όλο και δυνάμωνε, γινόταν όλο και πιο λαμπρό, μέχρι που μια δέσμη έντονου κίτρινου χρώματος, που δεν μπορούσε να αντέξει τον τύλιξε. Έκλεισε τα μάτια. Απ' το ραδιόφωνο ακούστηκε μια γνώριμη φωνή, η φωνή εκείνης. “ Δεν σε πρόδωσα, θα έλθω πάλι κοντά σου, περίμενέ με ” .....

Οι πρώτες αχτίνες του ήλιου, τον ξύπνησαν βίαια. Κοίταξε γύρω μου, όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι, μόνο που πονούσε σε όλο το κορμί του. Άναψε τσιγάρο, μα ένας κόμπος στο λαιμό του, τον έκανε να το πετάξει προτού καν το φτάσει στο μισό του.

Μπήκε μες στην καλύβα, έβαλε στο σακβουαγιάζ του όσα πράγματα βρήκε γύρω του, το έκλεισε, το φορτώθηκε στην πλάτη και πιάστηκε να ανεβαίνει την ανηφόρα μέχρι την άσφαλτο. .Δεν θα τρελαινόταν δα για μια γυναίκα, έστω κι αν την αγαπούσε ακόμα. Ήταν τόσο νέος για να παραδοθεί!


https://tvxs.gr/news/skitsa/egklobistike-sti-dikaiosyni-poy-den-einai-dikaiosyni

7. Άριος Πάγος (*)

Οκέι, εγώ είμαι κάθετη. Τέτοια φαινόμενα να πατάσσονται στη ρίζα τους. Τη ρίζα, μπάι δε γουέι, πότε θα την περάσουμε ένα χεράκι, μιας και το έφερε η κουβέντα; Μην την αφήσουμε τελευταία στιγμή και τρέχω με τ’ αλουμινόχαρτο στο ρεβεγιόν, ε; Έτσι που λες. Πού πας μαντάμ με φέικ πτυχίο; Οκέι, σόρυ. Την αναβάθμισα. Απολυτήριο εννοούσα. Το ακούω στην πρωινή εκπομπή του σκάι και φρικάρω. Δούλευε είκοσι χρόνια καθαρίστρια και δεν είχε βγάλει το δημοτικό, η γελοία! Θεέ μου, σε τι χώρα μεγαλώνουμε τα παιδιά μας; Πόση αμορφωσιά ν’ αντέξει η κοινωνία μας; Πιο σιγά κούκλα μου με το σκαρπέλο, νύχι είναι, δεν ανοίγεις ντομάτες, έλεος δηλαδή! Ένιγουεϊ, τι λέγαμε;

Φωνάζω που λες την προκομένη τη δικιά μου και της λέω, και καλά στο άσχετο: «Ταμάρα χρυσό μου, τι δέσμη ήσουν στο σχολείο;»  «Ταμάρα ντεν πήγκε σκολείο κυρία, έχουμε πόλεμο στο πατρίντα» μου λέει. Ράγισε η κερατίνη στα νύχια μου, για τέτοιο σοκ σου μιλάω. Οκέι, έφτασε ο κόμπος στο χτένι, τα πήρα κρανίο με την Ουκρανή.  Τι χτένισμα προτείνεις για ρεβεγιόν, μπάι δε γουέι; Κάτι μίνιμαλ, γιατί θα παίξω με βινύλ και γκλίτερ φέτος, μην το παραφορτώσω, ε;

Τι έλεγα; Α ναι, για την Ταμάρα. Την σούταρα κανονικά και ψάχνω για απόφοιτη λυκείου, του-λά-χι-στον. Να μιλάει και τη γλώσσα που μου έβγαλε τον αδόξαστο, μέχρι να μάθει τα βασικά. «Ταμάρα  χρυσό μου, αυτό το λέμε στα ελληνικά: “λάτε μακιάτo”, αυτό “εσπρέσσο λούνγκο” κι αυτό “κρεπ σουζέτ”, οκέι;» Τίποτα. Ανεπίδεκτη η Τατάρα! Ας πάει από κει που ήρθε, να καθαρίζει ρέγκες στην ιχθυόσκαλα της Σεβαστούπολης. Εμείς μένουμε Ευρώπη. Άι σιχτίρ πια!

Πού είχαμε μείνει; Α ναι, για την επίορκη καθαρίστρια. Που τόλμησε να σφουγγαρίζει σκάλες και σοβατεπιά, δίχως απολυτήριο δη-μο-τι-κού! Το διανοείσαι; Καλά είχανε κάνει σ’ όλες δαύτες και τις είχανε απολύσει οι δικοί μας. Θέλουνε και θέσεις στο δημόσιο, οι αστοιχείωτες. Κάτι τέτοιες ρίξανε στα βράχια την οικονομία μας. Πιο σιγά εσύ με τη φρέζα, δεν ξεχερσώνεις χωράφι κοπέλα μου, ήμαρτον δηλαδή! Τι μαρτύρια τραβάω Θεέ μου! Κανονικά δηλαδή, πρέπει να ζητήσω αποζημίωση απ’ αυτήν την γιαλαντζί απόφοιτο, για την αποκατάσταση της κερατίνης στα νύχια μου. Μωρέ, μέχρι Άρειο Πάγο θα φτάσω, άμα χρειαστεί... Μήπως να τα βάψω ένα γκρι του πάγου για τις γιορτές;

(*) εκ της Αρίας [ενίοτε και αγρίας] φυλής


πηγή εικόνας: httpsultansema.tumblr.compost140851623779tauchner-rone

8. Πίσω από τους τοίχους

Η επιγραφή  στην πρόσοψη του παλιού αρχοντικού έγραφε:

‘’Αποκατάσταση διατηρητέου αρχοντικού

Δωρεά στον Δήμο του ….’’.

Η θωριά του ονόματος του πατέρα της έμοιαζε πύρινη στα μάτια της.

Ήξερε απέξω κι ανακατωτά κάθε σπιθαμή χώρου αυτού του σπιτιού και ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούσε να ανασύρει από το χρονοντούλαπο της μνήμης της ολόκληρη δέσμη από αναμνήσεις. Όλες κακές. Γι’ αυτό τον λόγο και μόνο στην θέα αυτού του σπιτιού στο οποίο είχε μεγαλώσει, ένοιωθε πικρή γεύση στη γλώσσα και ένα κόμπο στο στομάχι της.

Στα δεκαοκτώ της χρόνια κατόρθωσε να φύγει από εκεί και να κάνει την επανάσταση της. Κι οι γονείς της μετακόμισαν μόνιμα στο εξοχικό τους.

Γύρισε την πλάτη της αργά στο κτίριο που θα έπρεπε να της φέρνει χαρά μια και εκπροσωπούσε την παιδική της ηλικία. Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει την πλάτη και στο κύμα φόβου που την κατέκλυζε από τότε.

Ο πατέρας της χαροπάλευε στο νοσοκομείο και η μάνα της ήταν στο πλευρό του. Εκείνη δεν τον είχε επισκεφθεί ούτε μια φορά. Δεν μπορούσε να αντικρίσει αυτόν που επί χρόνια ικανοποιούσε τις άνομες και άρρωστες ορμές του στο αθώο κορμάκι του παιδιού του. Η μητέρα της δεν την ρώτησε ούτε μία φορά αν θα πήγαινε να δει τον πατέρα της και αυτό την βεβαίωνε πως τόσα χρόνια ήξερε, αλλά δεν μιλούσε. Αυτό την πλήγωνε και την γέμιζε οργή περισσότερο. Γιατί αυτή ήταν η μάνα που πόνεσε για να την γεννήσει, που την έβγαλε από τα σπλάχνα της.

Τι είναι αυτό που θα έκανε μια μάνα να ξεχάσει την μητρότητα και να καλύψει έναν αχρείο; Ο φόβος; Η ψεύτικη αίσθηση της ασφάλειας; Ή η τάση να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως όλα είναι τέλεια και υπέροχα και να χτίζεις γύρω του ένα κάλπικο κουκούλι που όμως αφήνει απροστάτευτο το σπλάχνο σου; Από τα επτά της χρόνια ζούσε σε μόνιμο εφιάλτη. Και όταν βράδιαζε σκιαζόταν σε κάθε τρίξιμο πόρτας. Κι αυτή η φωνή στο σκοτάδι ‘’Κατερίνα κοιμάσαι; Ήρθε ο μπαμπάς για να παίξουμε’’ της προκαλούσε πανικό και σιχασιά. Όσο ήταν μικρή δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε. Ένα αναπάντητο Γιατί, κυριαρχούσε στο παιδικό μυαλό και βασάνιζε την αθώα ψυχούλα.  Σαν έφηβη παρακολουθούσε όλες τις εκπομπές που μιλούσαν για περιπτώσεις ασέλγειας σε παιδιά. Ήξερε όλους τους αριθμούς που μπορούσε να ζητήσει βοήθεια. Όμως ο φόβος, της μούδιαζε ακόμα και τα δάχτυλα. Φοβόταν τον θυμό του. Είχε δοκιμάσει την τιμωρία του όταν κάποτε πήγε να αντιδράσει. Και ο πόνος μετά ήταν χειρότερος.

Το κινητό της χτύπησε. Η μητέρα της.

‘’Δεν μένουν πολλές στιγμές στον πατέρα σου. Ήρθε το τέλος. Θέλει να σε δει’’.

Σαν μπήκε στο δωμάτιο, ο πατέρας της ξεψύχησε παίρνοντας μαζί του σαν τελευταία εικόνα το μίσος που καθρέφτιζε ολόκληρο το πρόσωπο της. Όταν κοίταξε την μητέρα της κι εκείνη κατέβασε τα μάτια, της είπε:

‘’Είσαι πιο ένοχη από αυτόν. Έχεις πεθάνει κι εσύ για μένα. Επιτέλους γλύτωσα.’’

Το φως του ήλιου την ζέστανε. Θα ζητούσε βοήθεια αν χρειαζόταν αλλά θα έχτιζε την ζωή της μόνη από την αρχή.



9. Φιλοξενούμενος

Η γλώσσα του σώματος τα λέει καλύτερα, μωρό μου! Μισά, πικρά χαμόγελα, χέρια που ψάχνουν τις τσέπες στο ακριβό κοστούμι, για να κρύψουν-ει δυνατόν-την αμηχανία τους. Για να κρύψουν την κενή αγκαλιά. Βλέμμα που χαρακώνει τον λευκό, λεπτό λαιμό σου. Ζυγωματικά κόκκινα. Από το ποτό. Από την οργή. Και ο Θεός με έχει φοβηθεί.
Κορμί δήθεν στητό, έτοιμο να καταρρεύσει από το θρόισμα των μαλλιών σου.
Με πνίγει τούτη η σαχλή γραβάτα, που φόρεσα για την συνθήκη. Με πνίγουν οι συνθήκες βασικά. Κόμπος γίνονται, θηλειά.
Είναι γελοία τούτη η σκηνή, μωρό μου! Εσύ, λουσμένη σε μια δέσμη φωτός, αφοπλιστικά όμορφη. Ο άλλος, μακάριος. Και γριές σαν ξεδοντιάρικα, σαλιάρικα μωρά κρατώντας τούλια.
"Να πάτε στο διάολο!" σας εύχομαι εγώ. Εντός μου. Στο μυαλό μου βουλιάζω σε βελούδινο καναπέ. Κάμερες πάνω μου. Φιλοξενούμενος σε "κοινωνικού" περιεχομένου εκπομπή. Η ξανθιά, φυσικά, παρουσιάστρια με πρήζει με ερωτήσεις για το παρελθόν μας. Δεν της απαντάω. Περιμένω να βγεις στο τηλέφωνο. Δε βγαίνεις. Παντρεύεσαι. Ξεχάστηκα. Και αρχίζω να ουρλιάζω: "Πες στη μάνα σου πως η αποκατάσταση πληρώνεται με δυστυχία."
Οι κάμερες σβήνουν. Το μυαλό επανέρχεται στη λογική. Και εσύ εκτοξεύεις με δύναμη την ανθοδέσμη σου, μήπως καταφέρει άλλη να πιάσει την ευτυχία.



10. Έκτακτη είδηση

Ήταν 10 η ώρα το πρωί, όταν διέκοψαν την πρωινή εκπομπή, για να προβάλουν ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Κανείς δεν περίμενε τι θα ανακοινώνονταν στα επόμενα λεπτά.
Παρ' όλα αυτά, διαβάζοντας τη γλώσσα του σώματος της δημοσιογράφου, θα καταλάβαινε κανείς, ότι πρόκειται να ανακοινώσει κάτι σοβαρό. Με βλέμμα σκυθρωπό, η δημοσιογράφος, κοίταξε την κάμερα κι είπε:

"Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμα μας, για να σας ανακοινώσουμε, μια έκτακτη είδηση. Κύμα πανικού σαρώνει την χώρα, μιας και τις τελευταίες ώρες, μια βλάβη στις δέσμες οπτικών ινών, έχει προκαλέσει προβλήματα στις συνδέσεις του internet. Σύμφωνα με τα τηλεφωνήματα που λαμβάνει το τηλεφωνικό μας κέντρο, χωρίς internet βρίσκεται αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο ποσοστό της χώρας!
Ο χρόνος για την αποκατάσταση της βλάβης, είναι δύσκολο να υπολογιστεί, καθώς σύμφωνα με το ρεπορτάζ μας, το μέγεθος της ζημιάς είναι μεγαλύτερο από αυτό που ισχυρίζονται οι αρμόδιες αρχές.
Όπως θα δείτε στο βίντεο που ακολουθεί κι εξασφάλισε ο σταθμός μας αποκλειστικά, πηγές που επιθυμούν να παραμείνουν ανώνυμες, αναφέρουν, πως ίσως η ζημιά δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί τελικά, μιας και το πρόβλημα δεν είναι αυτό που αναφέρουν οι αρμόδιοι, οι οποίοι, προσπαθούν απλά να κερδίσουν χρόνο, δημιουργώντας φρούδες ελπίδες. Περισσότερα, στο ρεπορτάζ που ακολουθεί...".

Η ψυχή όλων, δέθηκε κόμπος! Αν όντως, η βλάβη δεν μπορούσε να αποκατασταθεί, ένα ήταν το βασικό ερώτημα, πια: Και τώρα;
Πως θα μπορούσε μια κοινωνία, που έμαθε να ζει με το internet, να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που δε σηκώνει ούτε φίλτρα, ούτε block!
Πώς θα ήταν η ζωή μας πια, χωρίς το internet;!



11. Ζωντανή- Νεκρή

Οι δεσμοφύλακες έτρεξαν να χωρίσουν τις δυο κρατούμενες  που πάλευαν μεταξύ τους άγρια ''δι' ασήμαντον αφορμήν '' όπως θα έλεγε Εκείνος.


Οι υπαίτιες οδηγήθηκαν στην απομόνωση και έτσι επετεύχθη η αποκατάσταση της ηρεμίας.


Καθισμένη κατάχαμα στην αυλή της φυλακής, σ'εκείνη τη γωνιά που φλέρταρε με τον ήλιο τα πρωινά, παρατηρούσα αποστασιοποιημένη.


-Πάλι κατάπιες τη γλώσσα σου; σχολίασε η συγκάτοικος στο κελί μου και ένθερμη προστάτης μου το τελευταίο διάστημα. Μείναμε αμίλητες, δυο διαφορετικές γυναίκες, με διαφορά ηλικίας,  έγκλειστες και οι δυο με μεγάλη ποινή μπροστά μας.


Σε λίγο θα πηγαίναμε στα πόστα εργασίας που μας είχαν αναθέσει. Εγώ ήμουν υπεύθυνη της βιβλιοθήκης και της γραμματείας μια και ήμουν πτυχιούχος.


Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν όλες οι φυλακισμένες στο εστιατόριο της φυλακής για φαγητό. Κι εγώ προσποιούμουν ότι μπορούσα να καταπιώ αυτά τα απαίσια παρασκευάσματα που ονομάζονταν γεύμα ανθρώπινο.


Ο συγχρωτισμός με τις άλλες κρατούμενες, είχε κανόνες. Άλλους, τους πληροφορήθηκα και εφάρμοσα αμέσως. Άλλους τους έμαθα με άσχημο τρόπο. Τα σημάδια στο σώμα μου  το μαρτυρούν.


Ούτε μια μέρα μετά το θάνατο Εκείνου δεν νοιάστηκα για τη ζωή μου.


Εκείνος! Η μοναδική μου αγάπη δεν υπάρχει πια.


Ο θησαυρός της ζωής μου έφυγε με τη δική μου βοήθεια.


Όχι δεν ήθελε να υποφέρει, δεν ήθελε να αισθανθεί την αναξιοπρέπεια της ασθένειας, όπως έλεγε, δεν ήθελε να φτάσει στο τέρμα διαλυμένος.  Το σκέφτηκε, το αποφάσισε, το συζητήσαμε και   του το υποσχέθηκα.


Του προσέφερα τη λύτρωση κι έγινα η δολοφόνος του συζύγου της.


Πόσες φορές το άκουσα αυτό στο δικαστήριο!  Πόσες φορές μετάνιωσα  για ό,τι είχα κάνει,   και άλλες τόσες ντράπηκα που λύγιζα ....


Όχι, πάλι θα το ξανάκανα. Πάλι θα τον βοηθούσα να απαλλαγεί από αυτό το ανίατο αυτοάνοσο  που τον νίκησε. Παράλυση που θα έφτανε ως τον εγκέφαλο μας εξήγησαν οι γιατροί. Πόνοι και ανημπόρια  θα  ολοκλήρωναν αυτήν την κόλαση!


Καταδικάστηκα 20 χρόνια. Στα 50 μου θα έβγαινα ελεύθερη πια, μια ζωντανή νεκρή ή ...ποιος ξέρει ;


Θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Μου μίλησε, με φίλησε για τελευταία φορά. Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας για τη ζωή που δεν μας χαρίστηκε. Για όσα μας στέρησε. Και ήπιε το θανατηφόρο κοκτέιλ που εγώ του ετοίμασα


Νεκρός ο καλός μου. Ο κόμπος που μου έσφιξε το στήθος έμεινε εκεί για καιρό. Λύθηκε μόνο από τον ήχο του κλειδιού στο κελί μου. Από τότε είμαι κενή μέσα μου. Δεν υπάρχω. Ένα ζόμπι που εκτελεί εντολές.


Αναρωτιέμαι  γιατί ζω.  Από δειλία ; Αυτοτιμωρούμαι μήπως;


 Νεκρωμένα όλα τα συναισθήματα μέσα μου καθώς και οι επιθυμίες. Δεν με νοιάζει πλέον τίποτε.


Ίσως γι αυτό οι σκληρές της φυλακής με άφησαν ήσυχη μετά από λίγο καιρό. Αδιαφορώντας για τη ζωή μου, δεν αισθανόμουν φόβο. Σίγουρα βοήθησε και η δέσμη χρημάτων που πήραν. Εντολή της προστάτιδάς μου.


Δημοσιογράφοι με πολιορκούσαν για μια επίσκεψη στη φυλακή. Δεν τους δέχτηκα ποτέ. Έγινα πρωτοσέλιδο, έγινα εκπομπή στην τηλεόραση, έγινα επερώτηση στη Βουλή για την Ευθανασία. Μετά από λίγο καιρό με ξέχασαν.


Μόνον Εκείνον κρατώ μέσα μου.


 Ίσως να ζω ακόμη για να ζει κι εκείνος μέσα από τις αναμνήσεις μου.


Ίσως...



https://pixabay.com

12. Το μαγαζάκι

Η βροχή που είχε αρχίσει διστακτικά άρχισε τώρα να πέφτει για τα καλά. Η Μίνα, είχε δεν είχε έξι μήνες στην πόλη, έτσι η απόφασή της να κόψει δρόμο, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα. Τώρα πια είχε χαθεί για τα καλά. 
Ένιωθε πως η ζωή της έβγαζε τη γλώσσα ακόμα μια φορά και την κορόιδευε.
Σα να μην της είχε φερθεί ήδη σκληρά, αποφάσισε να της κάνει ακόμα μια φάρσα.

Χώθηκε σε ένα υπόστεγο και περίμενε τουρτουρίζοντας να κοπάσει. Η παλιά, γεμάτη κόμπους ζακέτα της ήταν μούσκεμα. Κοίταξε γύρω της απελπισμένη και τότε το είδε.
Η πινακίδα του ήταν ένα απλό κομμάτι ξύλο με χαραγμένη πάνω του μια δέσμη τριαντάφυλλα. Κάτω από τα τριαντάφυλλα, γράμματα που δεν έβγαζαν νόημα. Λες κι όποιος την έφτιαξε είχε εξαντλήσει όλη του την καλή διάθεση στη σχεδίαση των λουλουδιών και μετά εγκατέλειψε την προσπάθεια.
Στη βιτρίνα του ένα συνονθύλευμα από ετερόκλητα αντικείμενα συνωστίζονταν το ένα πάνω στο άλλο και πίσω τους μια καθησυχαστική γυναικεία φιγούρα που της χαμογελούσε.
Για μια στιγμή μόνο δίστασε, και μετά έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο πιο παράξενο μαγαζάκι που έβλεπε ποτέ. 
Η γυναίκα, απροσδιόριστης ηλικίας με τα ρούχα της να έρχονται από μια ακόμα πιο απροσδιόριστη εποχή, τη ρώτησε ευγενικά τι ήθελε να αφήσει.
Η Μίνα σάστισε. Το μέρος δεν έμοιαζε με ενεχυροδανειστήριο ή κάτι ανάλογο. Κοίταξε στα ράφια και είδε μόνο παλιατζούρες. Σπασμένα παιχνίδια, ραγισμένα βάζα, παλιές ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Έκπληκτη είδε ανάμεσά τους και αντικείμενα αξίας, αδιάφορα τοποθετημένα ανάμεσα σε κούκλες ξεχεριασμένες και ξεχαρβαλωμένα αρκουδάκια.  Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι θα ήταν κάποιο μέρος που επιδιόρθωνε πράγματα, ένα είδος εργαστηρίου αποκατάστασης χαλασμένων  αντικειμένων, αλλά την αμέσως επόμενη συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι εδώ απλά ξεφορτωνόσουν πράγματα. 
Η αποκάλυψη ήρθε σαν μέσα από μυστηριώδη εκπομπή σημάτων, αποκρυπτογραφώντας τα πάντα  χωρίς να χρειαστεί καν να πει κάτι η γυναίκα. 

Άφησε το βλέμμα της να χαϊδέψει όλα εκείνα τα πράγματα που για κάποιους είχαν κάποτε σημασία, αλλά έπρεπε να τα αποχωριστούν για να συνεχίσουν. Αναρωτήθηκε τι να σήμαιναν για τους πρώην κατόχους τους εκείνο το μικρό κοχύλι, ή εκείνο το ασημένιο κηροπήγιο.
Δε θα μάθαινε ποτέ. Ήξερε όμως καλά τι έπρεπε να αποχωριστεί αυτή.
Τράβηξε την αλυσίδα που είχε στο λαιμό της εδώ και πέντε χρόνια, την ξεκούμπωσε, κι άφησε κάτι στην παλάμη που απλώθηκε εμπρός της. 

Πριν ακόμα βγει έξω ένα δαχτυλίδι αρραβώνων που δεν οδήγησε ποτέ σε γάμο έλαμπε στη βιτρίνα σαν ήλιος ανάμεσα στα παλιά σκονισμένα αντικείμενα.
Η βροχή είχε σταματήσει και σε λίγο η Μίνα θα ξεχνούσε το δρόμο, το μαγαζάκι, την περίεργη χωρίς νόημα επιγραφή του. Θα ξεχνούσε και τη γυναίκα.
Το σημαντικότερο ήταν ότι θα ξεχνούσε αυτόν που την κρατούσε δέσμια με τη σκέψη του. Η Μίνα προχωρούσε ήδη με σιγουριά σε έναν άγνωστό της δρόμο, αλλά ήξερε ότι θα έβρισκε τη σωστή κατεύθυνση. Και όχι μόνο για την επιστροφή της στο μικρό διαμέρισμα, αλλά και για τη ζωή!
Κάποιες φορές, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να αφήνουμε πίσω μας όσα πολύτιμα  έχασαν πια την αξία τους.




13. Καρδιά μου.

     Πιάνω τον εαυτό μου καμιά φορά ν΄αναστενάζει βαθιά, παρατεταμένα, μαζί με βουβό κλάμα κι αναφιλητό. Κόμπος το "είναι" μου κραυγάζει στη σιωπή και η γλώσσα στέκεται μετέωρη. Μετρώ και ξαναμετρώ. Φίλους, γνωστούς, αγαπημένους, συνοδοιπόρους... Ποιοι, ψάχνω, ποιοι? Μα, πάνω απ΄όλα, πόσοι? Πες μου!

     Με πόσους ξεκίνησες, καρδιά μου και με πόσους απέμεινες? Πόσοι σε άφησαν στη διαδρομή και πόσους επέλεξες εσύ ν΄αφήσεις? Λάθη... λάθη... σωρός ολόκληρος! Δικά σου, των άλλων. Εις γνώσιν σου, ερήμην σου. Δέσμες σωρών ολόκληρων που έχτισαν τον κόσμο σου, εκπομπές ρύπων που έπνιξαν το οξυγόνο σου. Παρουσίες που σε όρισαν, απουσίες που σε στοίχειωσαν. Ανθρώπινα τα λάθη, θα μου πεις! Μπορείς να ισχυριστείς και για τις μαχαιριές το ίδιο? Κι ας μου παίρνει όλο και λιγότερο χρόνο μεγαλώνοντας, να βγάζω το μαχαίρι και να καθαρίζω την πληγή. Μου παίρνει περισσότερο να κλείσει, πονώντας με κάθε που ο αέρας την αγγίζει. Δεν συγχωρούν οι άνθρωποι να στέκεσαι απέναντί τους και να τους κοιτάς στα μάτια. Δεν συγχωρούν να έχεις πέσει ξανά... και ξανά... και ξανά... μα, όσες φορές κι αν έχεις πέσει, άλλες τόσες να ξανασηκώνεσαι μπροστά τους. Δεν συγχωρούν να μην τους έχεις ανάγκη, να μην τους ζητάς τίποτα.

     Πόσοι οι αγαπημένοι σου, οι ξεχωριστοί σου? Πόσοι οι αληθινοί, οι σπάνιοι, οι πολύτιμοι σου? Πόσοι σ΄έχουν αποδεχτεί χωρίς όρους και όρια? Εκείνοι, που όταν η πόρτα σου κλείσει, θα επιμείνουν να είναι μαζί σου?

     Φταις, όμως! Εσύ και μόνο, φταις! Δική σου η επιλογή, δικό σου και το τίμημα, καρδιά μου. Φταις γιατί, αντίθετα σε όσα διαλαλούσες, δεν αγάπησες ποτέ πραγματικά τον εαυτό σου! Φταις γιατί δεν φυλάχτηκες και δόθηκες άνευ όρων, βορά προς αποκατάσταση φτηνών εγωισμών. Δεν έκρινες σωστά, αγνοώντας κάθε φορά τη φωνή που ούρλιαζε μέσα σου. Φταις, που γέμιζες την ασχήμια των άλλων, ανταλλάσσοντάς την με χαμόγελα, χάδια κι αγκαλιές! Γιατί συμβιβάστηκες, φοβήθηκες! Αλήθεια, τι φοβήθηκες?

     Και φτάσαμε στο σήμερα. Τώρα πια, ξέρεις! Ξέρεις να εκτιμάς τους ανθρώπους εκείνους, που ενώ εσύ έδιωχνες, αυτοί έμεναν. Εκείνους που, ενώ σηκώνει αέρας και τα παίρνει όλα, ακολουθούν. Δίπλα σου...! Ούτε πίσω σου, ούτε μπροστά σου! Εκείνους που σιγοτραγουδάτε το ίδιο τραγούδι κι ας είσαστε φάλτσοι. Που δεν σε μοιράζουν, δεν σου ξοδεύουν την ψυχή! Ξέρεις, πλέον, πως ο Λύκος είναι ο καλύτερος σου φίλος και η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν ποτέ για σένα! Πως, αν δεν είναι έρωτας, δεν είναι αγάπη, δεν είναι φιλία, δεν θέλεις τίποτα! Αν είναι "λίγο", προτιμάς το "καθόλου" και από το "περίπου", το "τίποτα"! Μη λυπάσαι που δεν έχεις άλλο χρόνο να σπαταλήσεις. Τον κατασπατάλησες και τώρα πια τον μετράς. Όχι με τσιγκουνιά, μα τον μετράς. Πάλι ανοιχτή η πόρτα της ψυχής θα είναι. Δεν αντέχουν όλοι να ζουν. Κάποιοι απλά επιβιώνουν. Μα έχεις πεθάνει τόσες φορές, που η επιβίωση δεν κάνει πια για σένα!

     Εκείνες οι καρδιές που πραγματικά αξίζουν έχουν απομείνει και χτυπούν δίπλα στη δική σου. Μετράς και ξαναμετράς! Λίγες και καλές. Ακριβές κι ανεκτίμητες! Στα καλά και στ΄ άσχημα. Στα χαμόγελα και στα σκοτάδια. Λίγες, μα ολότελα αληθινές! Δικές σου κι εσύ δική τους...




14. ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ

    Με λένε απληστία. Καμία αποκατάσταση δεν μου είναι  αρκετή γιατί απειθώ και αδιαφορώ να τη θαυμάσω.  Να τη χαρώ να μεστώνει και να καρπίζει εύφορα τα δώρα της. Κυνηγώ την επόμενη και σωρεύω  λάβαρα σε  αραχνιασμένα  ράφια στα σκοτεινά  λοφτ της ψυχής μου, τίγκα από δαύτα.
    Με λένε αχαριστία γιατί ο ήλιος  δε μου αρκεί. Όσο άπλετα και να  αναδειχτώ  στη σκηνή του θεάτρου μου, στέκομαι πάντα μπροστά   στην κόκκινη  δέσμη του λέιζερ δείκτη για να εντυπωθώ άφθαρτα,  αθάνατα  και να αναπαράγομαι από το επιλεγμένο μου κοινό . Ανικανοποίητα φτιάχνω, λέω, ενεργώ, σιωπώ  και απραγώ κατά περίσταση για να έχω το χειροκρότημα και του τελευταίου θεατή στην πλατεία της ζωής μου.
    Με λένε χαροποιό γιατί απαλύνω  λύνοντας τους γόρδιους κόμπους των ανθρώπων μου αν και το κάνω για την προσωπική μου δημοσκόπηση στη μοναδική μου υπεροχή.
    Με λένε καλοσύνη αλλά μόνο εγώ ξέρω ότι έτσι εξαγοράζω μια ακόμη πιθαμή στον παράδεισο το γήινο και τον επερχόμενο. Δε με λένε ευτυχία γιατί μόνο την ύλη έχω αυτοσκοπό. Εμπεριέχω φόβο, ταμπού και καμουφλαρισμένα συμπλέγματα.
    Με λένε εγωισμό γιατί δεν ανταγωνίζομαι παρά μόνο εμένα.
    Με λένε θλίψη, πορεύουσα, υποτροπιάζουσα  και καλπάζουσα μέσα στο  ανάκτορο του λαβύρινθού μου.
    Με λένε συνείδηση και σαν  είδηση σε εκπομπή, ασελγώ στο υποσυνείδητο των θυτών και βιαστών μου. Με λένε υποκρισία γιατί απαντώ μόνο όσα  με προωθούν  στο παιχνίδι.
    Με λένε αντίδραση για τα δόντια που σφίγγω και χαμογελώ στους φίλους που με εξαργύρωσαν, για όλα μου τα ψυχικά στριπτίζ , για όλα τα τατουάζ που με σοδόμισαν.   Απάτησα, απατήθηκα και τζόγαρα συνειδητά και ασυνείδητα με αόριστα και αμφίβολα κέρδη.
    Με λένε θυμό γιατί η γλώσσα της νιότης μου έγινε μιας πεντάρας λόγια και ολάκερη η προσφορά μου, ένοχη και αθώα, βορά για καλοταϊσμένα στομάχια, παχιά χαλιά, ρεφενέδες και ελίτ πανηγύρια ψευδοαγωνιστών.
    Με λένε άνθρωπο και ανάμεσα στις κλειδώσεις και αρθρώσεις μου κυκλοφορεί η βεβαιότητα του αναλώσιμου, της προσκαιρότητας και της νοσηρής μου ασχήμιας. Με αποστεώνει  η ζωή που, χωρίς να καταλάβω, ξεθύμανε το άρωμά μου. Παραλύω στην εξέλιξη και την πρόοδό μου , στη μεταμόρφωσή μου. Δεν έχω ευγνωμοσύνη για όσα είχα κι όσα  απομένουν γιατί δεν έχω καν γνώμονα. Τυφλά ήρθα, ψηλαφιστά βαδίζω, τοίχο τοίχο  προχωράω. Φοβάμαι που γερνάω και δεν ξέρω να ζω. Να ζω όπως θέλω. 
(πώς θέλω αλήθεια;)
Να γίνομαι ό,τι θέλω. Να αγαπάω όποιον θέλω και για όσο έχω. Δεν υπάρχει χρόνος να ξαναγεννηθώ.




Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 1 - 5, αλλά και για να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 15 - 23 πατήστε εδώ!