Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

12ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 15 - 23)



15. Το κόκκινο φόρεμα 

Ήταν μια μέρα πιο ξένη από τις άλλες Μια μέρα που μύριζε φορμόλη Έδειχνε σαν να προβάρεις το παλιό σου φόρεμα κι αυτό να σου μοιάζει ξένο Δεν το γνωρίζει πια το σώμα σου Σου πέφτει μικρό και φτωχικό Όπως μικρά και φτωχικά είναι τα μάτια των πεσμένων φύλλων του Οκτώβρη
Κλείνεις τη ντουλάπα Συνομιλείς με τα γύρω αντικείμενα Ξεσκονίζεις το καρδάκι με τη θάλασσα Σε πάει κάπου μακριά Σε εκείνο το καλοκαίρι με τις λευκές νύχτες Μια καλύβα από ψαθί Ένας έρωτας από αστέρια Ένας πλέριος ουρανός ασυννέφιαστος Το κόκκινο φόρεμα με το λευκό φιόγκο Τα πράσινα μάτια του κορυδαλλού Και μια σχεδία να μην μένουν άνυδρα τα όνειρα
Γι αυτό το κόκκινο φόρεμα σας μιλώ που ξένο κι άγνωστο σ' αντικρίζει τώρα Απλησίαστο Λερωμένο Τσαλακωμένο και ξεθωριασμένο απ' τις πολλές πλύσεις Χωρίς κουμπιά και με άδετους τους φιόγκους Το αφήνεις να πέσει στα πόδια σου Και μοιάζει σαν το πληγωμένο ζώο πριν πάρει την τελευταία του ανάσα και χαθεί
Ανοίγεις τα παραθυρόφυλλα Είναι καλοκαίρι μα εσύ αναπνέεις Νοέμβριο Σκέφτεσαι το σενάριο που στοιχειώνει τη ζωή σου Σκέφτεσαι τα βότσαλα που δεν πρόλαβες να ζωγραφίσεις Ψηλαφίζεις το στήθος σου Κάτι πονάει βαθιά μέσα σου Αύριο πρέπει να πας στο ραντεβού με το νυστέρι
Εσύ κι οι διογκωμένοι σου ιστοί Εσύ και οι σκληρές λέξεις Μια ξένη ουσία σκοτεινή Ένα αμαρτωλό πρόσκομμα Ένας επιβλαβής επισκέπτης Ένας αδιάλυτος φόβος που παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του πόνου Που αναποδογυρίζει τα είδωλα Που συνθλίβει το αεικίνητο όχι και το ψυχραίνει
Ανοίγεις το συρτάρι σου Ένα πακέτο τσιγάρα Ένα βιβλίο που δεν διάβασες Ένα ταμπόν και μια χτένα που ανώφελη σου είναι πια Πόσα λίγα και πόσα πολλά απομειώνει ο χρόνος Πόσα φέρνει στην επιφάνεια και πόσα σου παρακρατάει
Τρέχεις στο σαλόνι Σβηστό το τζάκι Στάχτες παντού Δεν ήρθε η σταχτομαζώχτρα λήθη να τις μαζέψει Πλησιάζεις στην πόρτα Θέλεις να βγεις στον κόσμο Θέλεις να απλωθείς στο πύρινο άρμα της πόλης Να δώσεις ένα λουλούδι σ' έναν ανύποπτο μετανάστη Να περιμαζέψεις μέσα από το πλήθος χιλιάδες νεανικά χαμόγελα Να ακουμπήσεις τη πλάτη στη ψυχρή επιφάνεια των φιλιών που άργησαν να δοθούν
Μπαίνεις στο ασανσέρ Κίτρινα τα φώτα Ξεφυλλίζεις το χάρτη της μορφής σου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα Ήρθε η ώρα να πάρεις το σώμα σου αγκαλιά Να το κανακέψεις Να του πεις να μην λυπάται Στα χέρια κρατάς μια σακούλα νάιλον Μέσα το φόρεμα Εκείνο που σε πήγε πίσω Εκείνο που προστατευτικά σε ταξίδεψε Εκείνο που ζωντάνεψε το κοιμισμένο σου αίμα
Σ' αυτό θα απαγκιάσεις Με αυτό θα αρχίσεις να ξαναγελάς Από εκεί θα αντλήσεις δύναμη Να ξεχάσεις τα σκοτωμένα παιδιά της ψυχής σου Να χαϊδέψεις την άσπρη γατούλα από πον πον που κρατάς στη τσέπη σου Να αναμετρηθείς με το τώρα Το κόκκινο φόρεμα μαύρη μη γίνει πέτρα Το κόκκινο φόρεμα να βγει απ' τα βάθη της μνήμης Να καλοσιδερωθεί για να ' ναι πάλι οι μέρες γιορτινές κι όχι ξένες και μαραμένες
.........................................................................................................................
-Γεια σου κυρία Ανθούλα
-Έφερα αυτό το φόρεμα για καθάρισμα
-Μαντάρισε το λίγο στο μέρος του στήθους τραβήχτηκε μια κλωστή
-Ράψε κι αυτά τα κουμπιά με πασχαλίτσες δεν μοιάζουν;
-Έχω γάμο αύριο
-Προλαβαίνεις;




16. Οι Ακρίτες φυλάνε Θερμοπύλες..

Δύο σπιθαμές γης στη μέση της θάλασσας, κατσίκια, κότες και τρία σκυλιά η μόνη παρέα του γέρο Φώτη. Ο βράχος του,... την έλεγε αυτή την γη και την πατούσε από τότε που γεννήθηκε.
Μια καλύβα με τα απαραίτητα, που το πρωί, φωτιζόταν   από τον ήλιο, και το βράδυ από τον έναστρο ουρανό, δυο λάμπες πετρελαίου και ένα μικρό χτιστό από τα χέρια του τζάκι.
 Κι απέξω από την καλύβα του, σε ένα ψηλό ξύλο ανέμιζε η Ελληνική σημαία περήφανα. Τη λάτρευε αυτήν την σημαία. Ήταν οι ρίζες του, η πατρίδα του, το σύμβολο του και η ψυχή του.  
Έτσι για να μη ξεχαστεί κανείς και πάει να του διεκδικήσει τον χώρο. Καμιά φορά, έβλεπε καμιά βάρκα να φεύγει από απέναντι για να περάσει μετανάστες στη ζούλα. Τότε κουνούσε το κεφάλι του, μονολογώντας…

-Πού πάτε έρμοι; Σας ξεσπίτωσαν και πάτε στο άγνωστο κουβαλώντας στις ψυχές σας, ποιος ξέρει τι;

Ήταν γερό σκαρί. Άλλων η αλμύρα της θάλασσας τρώει τα σωθικά, μα του γέρου τούτου, του είχε ατσαλώσει τις κλειδώσεις και τις είχε κάνει σαν χάλυβα ενισχυμένο.
  
 Μια μικρή βάρκα του εξασφάλιζε συχνά τα ψάρια του και την επαφή του με τον υπόλοιπο κόσμο, ή έστω με ένα μέρος του.
Στο κοντινό νησί, πουλούσε το γάλα του, τα ψάρια του και τα αβγά του και προμηθευόταν νερό και ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Κανείς ποτέ δεν τον φρόντισε, κι εκείνος αυτάρκης δεν ζήτησε ποτέ τίποτα. Το σενάριο της ζωής του απλό χωρίς σασπένς.

 Ένα βράδυ, τέλη φθινοπώρου που ο χειμώνας ήταν προ των πυλών, καθόταν και χάζευε στο καλύβι του τις φλόγες που τρεμόπαιζαν και χάριζαν ζεστασιά στο χώρο  και σιγοτραγουδούσε ένα τραγούδι που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο πατέρας του.   
Ο ουρανός μαβής και τα σκυλιά του ανήσυχα. Ο Αψύς άρχισε να γαβγίζει και γρήγορα τον ακολούθησαν και τα άλλα.
Ο γέρο-Φώτης σηκώθηκε  πήρε μια λάμπα, και άνοιξε την πόρτα, αφήνοντας έτσι τον βραδινό αγέρα να αναζητήσει στις φλόγες μια ντάμα για χορό.
Βγήκε έξω, μα δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Ένα χτύπημα στο γέρικο κορμί του, φερμένο από τη σκοτεινιά τον έκανε να γονατίσει. Μια φωνή του είπε κάτι σε άγνωστη γλώσσα, που εκείνος μόνο από ένστικτο μπορούσε να καταλάβει το νόημα της. Δεν ήταν ένας, ήταν πάνω από δύο. Οι φωνές μπερδεύονταν, οι άγνωστες λέξεις έπεφταν κούφιες και κοφτές, ανάκατες με τα γαβγίσματα των σκύλων που όρμησαν να υπερασπιστούν το αφεντικό τους.
 Ο κρότος πυροβολισμών και τα αλυχτίσματα των πληγωμένων σκυλιών του, βίασαν   τους ήρεμους ήχους της νύχτας.
 Όλα εκτυλίχθηκαν γρήγορα, η Ελληνική Σημαία έγινε κομμάτια και έπεσε καταγής. Ο γέρος μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και όρμησε να παλέψει για τη βεβήλωση της ψυχής του.
 Μάταιος αγώνας όταν έχεις να κάνεις με ύπουλο εχθρό που ποθεί να χαρίσει αντάξιες  εικόνες στο φθόνο του.
Η ησυχία ήρθε να αντικαταστήσει την πρότερη φασαρία.
 Το πρωινό φώτισε ένα κορμί, που κρατούσε σφιχτά  μια κουρελιασμένη σημαία.  Ατένισε τα άψυχα κορμιά των τετράποδων συντρόφων του, κοίταξε τον ουρανό και άφησε την τελευταία του πνοή σε δύο σπιθαμές λεηλατημένο Ελληνικό τόπο.





17. Το υπογάκι 

Η μνήμη έχει φτερά. Η μνήμη βγάζει ρίζες. Νοερά στέκω έξω από το έρημο σπίτι σου. Φοβάμαι μην χτυπήσω και δεν ανοίξει κανείς. Φοβάμαι μην χτυπήσω κι ανοίξει. Κι είσαι εσύ, αλλά πια δεν είσαι εκείνη. Και δεν είσαι εσύ και κάπου έχεις ξεχαστεί. Κι ας σκούζουν ακόμα βογγητά και ψίθυροι από τις νύχτες που με τάιζες την άχνη σου κι εγώ τις πληγές σου. 

Πρώτη φορά που σε είδα, το υπογάκι σου υγρό, σκοτεινό κι εγώ παιδί αμούστακο ακόμα. Κι ύστερα, θριαμβικά όλα μεγαλώσαν. Το σώμα, τα δάχτυλα, η φωνή. Το υπογάκι πια, σωστή καλύβα με τα όλα της. Οι γκρίζοι τοίχοι του άνθισαν, το τρίξιμο στο πάτωμα έγινε μελωδία, κι η ανυπόφορη ζέχνα από τους σωλήνες μοσχοβόλαγε άχνη και βανίλια. 

Όσο κι αν σε ρωτούσα, γιατί έφτιαχνες κουραμπιέδες, δεν απαντούσες μόνο φιλούσες πεταχτά την ζύμη, την σταύρωνες με τα λεπτά σου δάχτυλα και γέμιζες το ταψί καρδιές αφράτες, έτοιμες να ψηθούν και να πασπαλιστούν. Μια φορά την βδομάδα. Λες κι ήσουν από μεγάλο τζάκι και σου περίσσευαν για υλικά! Μα δεν έχουμε ακόμα Χριστούγεννα σου λεγα κι εσύ πότιζες τη διψασμένη τραγανή ζύμη άχνη λευκή που ακόμα μου τυραννά τα ρουθούνια. 

Κι έβγαινες στις αυλές, και γύριζες στους δρόμους, στο σχολείο, χτυπούσες πόρτες, η άσωτη εσύ, και πρόσφερες κουραμπιέδες. Στα γόνατα σχεδόν, άοπλη κερνούσες κι όμως τα θεριά δεν σε αφήναν σε ησυχία. Κυνήγι ανελέητο από ανθρώπους και θύμισες. Στόματα ελάχιστα γεύτηκαν τις νόστιμες καρδιές σου. Τα περισσότερα δάγκωναν, πλήγωναν, κι έφτυναν. 

 Κι ας ήσουν για τους άλλους μια θάλασσα ολόκληρη που βούλιαζαν μέσα της κορμιά, κι ας ήσουν ολόκληρη χώμα που πάταγαν και φύτευαν αγκάθια. 

Ακόμα θυμάμαι τα θεριά. Μερόνυχτα να σε κυνηγάνε, στον ύπνο και στον ξύπνιο. Κι εσύ γυμνή, με τα μαλλιά ξέπλεκα να πνίγεις αναφιλητά και σπασμούς στο κρεβάτι. Τι συμβαίνει, σε ρωτούσα, τι έχεις. Και δεν απάνταγες. Έκλεινες τα μάτια και κρυβόσουν εκεί, μόνη, να παραμιλάς, το παιδί, το παιδί, μέχρι να σε ξαναπάρει αχάραγα ο ύπνος. Μόνο εκείνο το απόγευμα που, δεν θα το ξεχάσω, ξύπνησες με ουρλιαχτά και κλάμματα κι άθελά σου είχες βρέξει το κρεβάτι. Σε πήρα αγκαλιά, τι φοβάσαι σε ρώτησα, τι φοβάσαι, μα μόνο έκλαιγες κι είχες κλειστά τα μάτια. Κι όταν σου τραγούδησα για πρώτη φορά την Αμερσούδα με κοίταξες και λύθηκες στα γέλια! Κι έλαμψαν τα μάτια σου και σηκώθηκες γυμνή και κατουρημένη να χοροπηδάς στο κρεβάτι και να τραγουδάμε μαζί: 

 «Η θεία μου η Αμερσούδα τρία βρακιά φορεί μέχρι να βγάλει το ένα τα δυο τα κατουρεί» 

Από τότε με τάιζες τους κουραμπιέδες δυο δυο κι εγώ ποτέ δεν σε ξαναρώτησα γιατί τους φτιάχνεις. Κάποτε, έφυγα μετανάστης, χαθήκαμε μα δεν σε ξέχασα. Κι ας μην έμαθα τι απέγινες, κι ας μην έμαθα ποτέ για κείνο το παιδί που έδωσες ή που σου πήραν. Μόνο, καμιά φορά, κάνω σενάρια, λέω, εξαιτίας του φίλευες εχθρούς και φίλους, τους πολύτιμους σου κουραμπιέδες σε σχήμα καρδιάς. Μην έτσι βαλσάμωνες τις θαμπές αναμνήσεις από τα βαφτίσια του που δεν πήγες. Από τα γενέθλια που μαζί του δεν γιόρτασες.



18.  Όνειρα σε σακίδιο…
- Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;… ρώτησε ξέροντας μέσα της την απάντηση - Δεν μπορώ να κοιμηθώ, όλα γυρίζουν στο κεφάλι μου! Συχνοί οι διάλογοι αυτοί, σχεδόν καθημερινοί επαναλαμβάνονταν λες και διάβαζαν κάποιο σενάριο. Τόσο ίδιοι, τόσο απελπιστικά ίδιοι! Εκείνη, άνεργη περισσότερο από δύο χρόνια και κείνος, με μειωμένο κάθε λίγο μισθό, έβλεπαν τη ζωή τους να χάνει κάθε προοπτική. Όλα τους τα όνειρα κλείστηκαν σ’ ένα άδειο βιβλιάριο Τραπέζης κι ας ήταν τόσο νέοι! - Θα φτιάξω καφέ, μη σηκωθείς!... την καθησύχασε φιλώντας τη τρυφερά στο μέτωπο Δυο δόσεις καφέ έχει ακόμα, σκέφτηκε όπως έπινε την πρώτη γουλιά… δεν πάει άλλο, πρέπει να βρω μια λύση… Παιδί ελλήνων μεταναστών γεννημένο σε μια πλούσια χώρα, ήρθε στην Ελλάδα πριν ακόμα πάει σχολείο, αφού οι γονείς του νοστάλγησαν την πατρίδα! Λίγα χρόνια αργότερα σκοτώθηκαν πιασμένοι χέρι - χέρι σ’ένα φοβερό ατύχημα αφήνοντάς τον -παρηγοριά και ευθύνη - στον παππού και τη γιαγιά. Η πατρίδα των γονιών του έγινε πατρίδα του και το πονεμένο από το θάνατο ηλικιωμένο ζευγάρι, η μοναδική οικογένειά του, αφού άλλοι συγγενείς δεν υπήρχαν. Ένας ιδιότυπος μετανάστης στην ίδια του τη χώρα, αυτό ήταν! Και πάνω που νόμιζε πως είχε βάλει τη ζωή του σε τάξη, όλα γύρω του να καταρρέουν λίγο-λίγο. Η ανεργία πληγή της καθημερινότητας όλων, δεν άφηνε περιθώρια βοήθειας σε κανένα. Έπρεπε να βρει μια λύση, όσο δύσκολο κι αν φάνταζε αυτό. Μοναδική του περιουσία ένα καλύβι στο χωριό κοντά στη θάλασσα ξεχασμένο από το Θεό και τους ανθρώπους κι ένα σαραβαλάκι που τον πήγαινε στη δουλειά. Έτσι σκέφτηκε να στραφεί στη χώρα που γεννήθηκε. Στο κάτω-κάτω είχε διπλή υπηκοότητα, τη γλώσσα τη διδάχτηκε, μπορούσε να δοκιμάσει εκεί… και πήρε την απόφαση. Πούλησε όσο-όσο το αυτοκίνητο και την καλύβα για τα ναύλα, φόρτωσε χαρτιά και όνειρα σ’ ένα σακίδιο, πήρε από το χέρι τη γυναίκα του και ξεκίνησε για το υπερατλαντικό ταξίδι. Σαν αποδημητικό πουλί κι αυτός, άνοιξε τις φτερούγες του στα 30 του χρόνια για τόπους που μπορούσαν να τον θρέψουν, να του δώσουν ελπίδα, αφήνοντας πίσω τους φίλους του και κρατώντας στην ψυχή του τη μια λαβωμένη πατρίδα να του κουνά το μαντήλι και να του λέει «μη μείνεις εκεί»… Πέντε χρόνια είχαν περάσει από κείνη τη γλυκόπικρη μέρα που πάτησε το πόδι του στη νέα γη. Κι όμως αυτό το «μη μείνεις εκεί» αντί να ξεθωριάσει γινόταν ολοένα και πιο έντονο. Ο τόπος που γεννήθηκε δεν μπόρεσε να γίνει πραγματική του πατρίδα. Δεν μπόρεσε να τον νιώσει δικό του. Ακόμα και οι έλληνες που ζούσαν εκεί, ξένο τον θεωρούσαν. Άλλη νοοτροπία, άλλος τρόπος ζωής… δεν κούμπωσαν τα κομμάτια. Είχε δουλειά, είχε οικονομική άνεση, ζούσε σε μια χώρα με υποδομές που έδινε χώρο στα όνειρά του κι όμως, πατρίδα δεν ήταν! Σαν ένα τζάκι που σε ζεσταίνει όσο καίνε τα ξύλα… μόλις σβήσει αφήνει μόνο στάχτες και παγωνιά… έτσι ένιωθε! Κοίταξε το σακίδιο που φόρτωσε τη ζωή του μερικά χρόνια πριν. «Μήπως ήρθε η ώρα;» αναρωτήθηκε…



19. ​Ζωής μονοπάτια Το σενάριο της ζωής του γραμμένο πριν γεννηθεί Ο ρόλος του δόθηκε χωρίς να ρωτηθεί. Μετανάστης! Τι κι αν ονειρευόταν μια καλύβα κι ένα τζάκι να καίει… Στη θάλασσα βρέθηκε να αναζητά τον ήλιο παλεύοντας με τα κύματα. Κι αυτή, τον κράτησε κοντά της κι έκανε την υγρή αγκαλιά της αιώνια φυλακή όσων ζήτησε, όσων λαχτάρησε, όσων πόθησε…



20. Η φθαρμένη βαλίτσα
Η Κατερίνα χάιδεψε τρυφερά την φθαρμένη βαλίτσα που βρήκε καθώς τακτοποιούσε τη σοφίτα και τα ανεκπλήρωτα όνειρά της ήρθαν σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα στο μυαλό της. Θυμάται σαν χθες τα γεγονότα που χάραξαν το σενάριο της ζωής της πενήντα χρόνια πριν.

Μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο και ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, ήθελε πολύ να γίνει δικηγόρος. Την πρόλαβε όμως το προξενιό. Με συνοπτικές διαδικασίες την πάντρεψαν με τον Στέλιο έναν άντρα δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της που είχε έρθει στην Ελλάδα για να παντρευτεί «κορίτσι από τον τόπο του», όπως έλεγε. Μετανάστης και αυτός από δεκαεφτά χρονών παιδάκι στην Αμερική, δούλευε στα εστιατόρια του θείου του που μετά από χρόνια έγιναν δικά του και που πέρα από δουλειά δεν ήξερε τίποτε άλλο.

Τα παρακάλια της Κατερίνας να μην δεχτούν το προξενιό, αλλά να την αφήσουν να σπουδάσει δεν εισακούστηκαν ούτε από τον πατέρα της ούτε από τους τέσσερις αδελφούς της που θεώρησαν τούτο τον γάμο μοναδική ευκαιρία. Μόνο η μάνα κρυφόκλαιγε τα βράδια που θα έχανε τη μοναχοκόρη της. «Ποιος άλλος θα την έπαιρνε χωρίς προίκα» της έλεγαν και ενδόμυχα σκέφτονταν ας την «κουκουλώσουμε» τώρα που είναι νωρίς μην πάει και παραστρατήσει, γιατί είχαν δει τους νεαρούς που την τριγύριζαν. Ίσως ο Γιώργος ο πρωτοετής της Νομικής, σκεφτόταν η ίδια που εκείνο το καλοκαίρι της είχε εξομολογηθεί τον έρωτά του και σαν προίκα θα είχε τις σπουδές της.

Η φτώχεια τους βέβαια δεν είχε προηγούμενο. Έμεναν σε ένα σπίτι, τι σπίτι δηλαδή μια πλινθόκτιστη καλύβα ήταν, χωρίς δωμάτια, με μόνα έπιπλα τα κρεβάτια τους και ένα ξεχαρβαλωμένο τραπέζι. Σε μια γωνιά η μάνα είχε φτιάξει κουζίνα με τα τεντζερέδια να κρέμονται στον τοίχο και ένα τζάκι που όταν το άναβαν για να ζεσταθούν έτσουζαν τα μάτια τους από τον καπνό.

Έτσι τον Ιανουάριο του 1964 βρέθηκε μόνη στο αεροδρόμιο της Ν. Υόρκης να περιμένει τον Στέλιο να την παραλάβει. Εκείνος είχε φύγει αμέσως μετά το γάμο, ενώ εκείνη παρέμεινε μέχρι να βγει το διαβατήριο της. Στα χέρια της κρατούσε τούτη τη φθαρμένη βαλίτσα με λίγα φορέματα μέσα που τα είχε αγοράσει με τα δολάρια που άφησε ο Στέλιος, ξοδεύοντας όσο το δυνατόν πιο λίγα αφήνοντας τα υπόλοιπα στη μάνα για να περάσουν τον χειμώνα. Στο άλλο χέρι κρατούσε ένα δέμα με δύο μαξιλαροθήκες γεμάτες χυλοπίτες η μία και τραχανά η άλλη, «μην πας με άδεια χέρια» είχε πει η μάνα και κείνη ντρεπόταν και ήθελε να το πετάξει.

Ο αποχαιρετισμός έγινε με μερικές αφιερώσεις στο τοπικό ραδιόφωνο με τα σουξέ της εποχής. Στην πολυαγαπημένη μας κόρη που φεύγει για τα ξένα αφιερώνουμε με αγάπη «τα τραίνα που φύγαν αγάπες μου πήρανε», ή στην αγαπημένη μας αδελφή αφιερώνουμε «το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα».

Άνοιξε την βαλίτσα. Μέσα βρήκε διπλωμένες τις δύο μαξιλαροθήκες και ένα τεύχος του «Ρομάντζο» με την φωτογραφία της Ζωής Λάσκαρη στο εξώφυλλο να της εύχεται «Ευτυχισμένο το 1964». Το είχε αγοράσει στο αεροδρόμιο της Αθήνας λίγο πριν μπει στο αεροπλάνο και το κράτησε για να της θυμίζει το ρομάντζο που δεν έζησε.



21. Η καλύβα της κυρά-Μαριώς
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο Αϊλάν έφθασε στον προορισμό του. Ήταν παιδί, τριών ετών, αλλά τόλμησε να απαιτήσει την ευτυχία. Το σενάριο προέβλεπε την απαρχή μιας καλύτερης ζωής, όχι το τέλος. Ένας ακόμη μετανάστης, ένας πρόσφυγας από τη Συρία, ένας απλός αριθμός ανάμεσα σε τόσους. Η κυρά-Μαριώ είδε απ’ το παραθύρι το παιδί σαν να κοιμάται πλάι στο κύμα. Έβαλε ένα ξύλο στο τζάκι και βγήκε απ’ την φτωχική της καλύβα. Πήγε στη θάλασσα να πάρει το παιδί, να το ζεστάνει, να ρωτήσει πώς βρέθηκε εκεί. Ήταν όμως αργά. Απόμεινε να το κοιτάζει. Άφωνη, παγωμένη, αποκαμωμένη, όπως το σώμα του μικρού της φίλου. Ο Αϊλάν είχε βρει επιτέλους μια πατρίδα.



22. Δάκρυα – ουράνια τόξα Μεγάλωσα στα υπόγεια της Αθήνας. Η βροχή έφερνε στο σπίτι τα σκουπίδια, ο αέρας το καυσαέριο, τα βλέμματα τον οίκτο και την αηδία. Την αηδία πιο πολύ εγώ την προκαλούσα. Έτσι έλεγε ο πατέρας. Τα αδέλφια και η μάνα σώπαιναν. Μα, το ‘ξερα πως συμφωνούσαν, στις αγκαλιές και στα παιχνίδια τους ποτέ δεν είχα θέση. Σαν το μετανάστη στο δικό μου σπίτι. Τα βράδια έγραφα στα όνειρά μου τα δικά μου σενάρια ζωής. Με σκηνοθετούσα, με φώτιζα, με αγκάλιαζα με όμορφες μουσικές. Δεν ήταν δύσκολο. Γιατί όσο διαφορετική, αλλιώτικη, παράταιρη κι αν ήμουν… με είχα συνηθίσει. Πρωταγωνιστούσα. Γιατί όσο κι αν δεν ταίριαζα με τον κόσμο, ένιωθα πως άξιζα μια ζωή. Εκείνο το βράδυ ανυπομονούσα να ξαπλώσω και να ονειρευτώ το αγαπημένο μου σενάριο. Είχα, λέει, ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα κι έπαιζα ατέλειωτα με το κύμα. Αλλά ο πατέρας μ΄ έστειλε να του πάρω τσιγάρα κι ανέβηκα στον πάνω κόσμο με τα χαχανητά και τις βρισιές. Καμιά φορά μ’ έσπρωχναν ή μ’ έφτυναν. Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν! Μου έριξαν μια μπουνιά στο πρόσωπο, ζαλίστηκα… Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν γυμνή μπροστά σ’ ένα τζάκι. Αμέσως έπεσαν πάνω μου τρεις τεράστιοι άντρες. Με κορόιδευαν. Με χτυπούσαν. Με βίαζαν. Δίπλα μου οι φλόγες προσπαθούσαν να βγουν από το τζάκι και να κάψουν τα τέρατα. Ή εγώ έγραφα ένα ακόμα σενάριο ζωής… Κλάματα, φωνές και σειρήνες τούς έκαναν να φύγουν τρέχοντας. Κι όμως! Παρακάλεσα να με πάρουν μαζί τους. Για να μη με αντικρύσουν άλλοι έτσι… Η πόρτα άνοιξε κι ένα τσούρμο βρεγμένοι άνθρωποι μπήκαν μέσα. Μόλις με είδαν, ακινητοποιήθηκαν. Ένα μωράκι μπουσούλησε ως εμένα κι άρχισε να παίζει με τα μαλλιά μου. Ύστερα μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά με τύλιξε με ένα τραπεζόμαντηλο κι έσφιξε στο χέρι της το δικό μου. Κι ένας άντρας με παρακάλεσε να μη φοβάμαι, ήταν γιατρός. Εκείνο το βράδυ ένα σενάριο ζωής έγινε πραγματικότητα. Δίπλα στη μετανάστρια που μετρούσε τους πνιγμένους της, όμως δεν άφηνε το χέρι μου, δίπλα στο γιατρό που προσπαθούσε να ζεσταθεί, γιατί είχε δώσει όλα τα ρούχα του, όμως μου χαμογελούσε, δίπλα στο μωράκι που όλο ζητούσε παιχνίδια μαζί μου… Μες στην καλύβα που στέγασε ερείπια, μετανάστες σε ξένη γη κι εγώ, «σαν το μετανάστη στη δική του γη», βρήκαμε ένα σπίτι. Κι έκλαψα ουράνια τόξα…



23. Χέρια υψωμένα Χέρια ροζιασμένα, σκληρά ρίχνουν σωρεία ξύλου στο τζάκι κι η κάπνα μαύρη, φκιάνει ανυπόμονα σύγνεφα. Χοντρές στάλες, πύρινες κυλούν απ’ τους κρουνούς τ’ ουρανού. Καταλήγουν με δύναμη σ’ ανθρώπινα καλύβια, ξεδιψώντας τής ζωής τον μετανάστη· ανακουφίζοντάς τον σε μια θάλασσα λυτρωτική. Σ’ αυτό το σενάριο δίνεις ή παίρνεις, φτιάχνεις ή χαλάς.



Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 7 - 14 πατήστε εδώ!
Για τις συμμετοχές 1 - 6, αλλά και για να βαθμολογήσετε, πατήστε εδώ!