Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

3η ανάρτηση ιστοριών 9ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"


Ιστορίες 22 - 29

22. Όλα πάνε καλά στο τέλος

Βρίσκεται ώρες τώρα σε αναταραχή. Δεν έχει όρεξη ούτε να πάει να πιάσει γευστικότατα έντομα με το ράμφος του, ούτε να σκίσει τον αέρα με διπλά και τριπλά λουπ, όπως άλλες φορές. Ο χελιδόνος είναι απέξω από τη φωλιά και περιμένει με αγωνία. Εκείνη τη φωλιά που έφτιαξε πριν λίγο καιρό με τόση μαεστρία μαζί της, βάζοντας ούτε λίγο, ούτε πολύ 1.200 σβώλους λάσπης. Είχε μετρήσει τις μέρες. Σχεδόν χτυπούσε κόκκινο. Είχε ήδη περάσει τις δεκαπέντε. Ήταν σχεδόν βέβαιος. Ξαφνικά από τη φωλιά ξεπροβάλλει ένα γνώριμο κεφαλάκι: Η ομορφιά της ζωής του! Τι συγκινητική φωτογραφία αποτυπώνεται στο μυαλό του. Κι ας είναι κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Θα τη θυμάται για πάντα εκείνη τη στιγμή, καθώς και τα λόγια της (τραγουδιστά έφτασαν στα αυτιά του): "Έσκασαν! Και τα πέντε. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά! Είσαι μπαμπάς αγαπημένε μου. Έχουμε πέντε χελιδόνια! Τώρα είναι η δική σου η σειρά καλέ μου. Πάω να ζεστάνω τα μικρά μου".

Τι επόμενες μέρες, ο περήφανος χελιδόνος ακούραστα κουβαλούσε κάμπιες, αράχνες, κουνουπάκια και νερό για την καλή του και τα πέντε του παιδιά. Σιγά σιγά άρχισε να πετάει μαζί του και η αγαπημένη του. Τα στόματα περίμεναν ορθάνοιχτα την επιστροφή των γονιών τους. Πωπω τι φωνούλες πεινασμένες ήταν αυτές. Ξεσήκωναν τη γειτονιά!

Οι στοργικοί γονείς επιτελούσαν με ευλάβεια το έργο τους κάθε μέρα. Πετούσαν με μια απίστευτη χαρά, δίπλα δίπλα, όπως είχαν μάθει πάντα να κάνουν και γυρνούσαν έπειτα κατάκοποι να ταΐσουν τα μικρά και να παίξουν μαζί τους. 

Κόντευαν πια τις είκοσι μέρες. Η καρδιά της μάνας είχε αρχίσει να σφίγγεται. Ο καλός της το πρόσεξε. Την κάλεσε να πάνε να καθίσουν απόμερα σε μια αχλαδιά με πυκνό φύλλωμα. 

-Τι σε απασχολεί γλυκιά μου; Μίλα μου, είπε τρυφερά ο αγαπημένος της.

-Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου! κατάφερε με δυσκολία να ψελλίσει εκείνη.

-Το ξέραμε πώς θα γινόταν κάποια στιγμή, δεν το ξέραμε; της είπε προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή τη φωνή του.

-Μα είναι τόσο μικρά. Φοβάμαι! 

-Θα δεις γλυκιά μου, όλα θα πάνε καλά. Θα είμαστε δίπλα τους. Θα τους μάθουμε με ηρεμία και υπομονή όλα όσα μας έμαθαν κάποτε κι εμάς, οι δικοί μας. Θυμάσαι; Κάποτε έκανες κι εσύ δειλά δειλά το ντεπούτο σου! 

Της χαμογέλασε. Αυτή έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε την πρώτη της φορά. Άπειρη, διστακτική, μα με μια απίστευτη λαχτάρα να πετάξει μακριά, να νιώσει την ελευθερία. Όλα τα μικρά έχουν την ίδια λαχτάρα. Κι όλα τα καταφέρνουν! 

Ναι έτσι ήταν. Όλα πάνε καλά στο τέλος. Πόσο την έκανε να αισθάνεται ασφάλεια και σιγουριά κάθε που της μιλούσε. Ήταν ο καλύτερος πατέρας, μα κι ο καλύτερος σύντροφος. Ήταν ευλογημένη!

-Όσο έχω εσένα δεν φοβάμαι γλυκέ μου. Θα σε αφήσω να τα διδάξεις εσύ.

-Όχι εγώ! Μαζί! Υπόσχεση ε;

-Μαζί !, του είπε και έγειρε δίπλα του ευτυχισμένη......


23. Άλλη μια μέρα νίκης

"Έλα αγαπούλα μου, έλα! Μπορείς"!

Δεν ήξερε αν την άκουγε, αφού ο θόρυβος από τις απλωτές, καθώς έσκιζε το νερό, κάλυπτε όλα τα άλλα! Εξάλλου κι άλλα παιδιά που εκείνη την ώρα γδύνονταν να πέσουν στην πισίνα κι αυτά για τις καθιερωμένες τους προπονήσεις δημιουργούσαν θόρυβο με τις φωνούλες τους και τα γέλια τους.

Με τον απόλυτο ενθουσιασμό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της ακολουθούσε από το πλάι της πισίνας το μικρό της χελιδόνι. Συνέχιζε να το ενθαρρύνει με λόγια, με παλαμάκια, με λόγια από καρδιάς. Με τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια απαθανάτιζε τις στιγμές τραβώντας διαρκώς φωτογραφίες.. Δυο γυναίκες από μακριά, μητέρες των άλλων παιδιών κατά πάσα πιθανότητα, την κοίταζαν παράξενα!

-Κάτι μανάδες που υπάρχουν! Κοίτα τη πώς κάνει! Φαντάσου να ήταν και κανένας σούπερ κολυμβητής ο μικρός! είπε η μία κοιτάζοντας με αποστροφή την ξιπασμένη για αυτή μάνα.

-Σιγά το κολύμπι! Κοίτα τη δική μου, πώς κολυμπάει. Έλεος με την κάθε φαντασμένη...Κοίτα τη μικρή μου, κοίτα...τον πέρασ.... 

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της καθώς το μάτι της έπεσε στα πόδια του μικρού αγοριού. Σε αυτά που δεν υπήρχαν! 

-Ωχ θεούλη μου! Δες Λίζα! Δεν έχει!

Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν αμέσως. Ο οίκτος κρεμάστηκε στην όψη τους!

Η μάνα του μικρού αγοριού έπιασε στον αέρα την αλλαγή στα πρόσωπα. Δεν την ένοιαζε! Είχε καιρό δώσει υπόσχεση στον εαυτό της πως δεν θα την πειράξει ποτέ η αντίδραση των άλλων! Είχε δώσει υπόσχεση πως δεν θα άφηνε τίποτα να τη λυγίσει! Ούτε το παιδί  έπρεπε να καταλάβει. 

Συνέχισε να καμαρώνει το μικρό της ήρωα!

Μόλις τελείωσε πήγε κοντά του με την πετσέτα και τα προσθετικά μέλη. Τον βοήθησε να βγει από το νερό, να ετοιμαστεί και τα μάζεψαν να φύγουν. 

"Είδες μαμά; Τα κατάφερα! Έβγαλα όλη την απόσταση! Είχες δίκιο που έλεγες ότι μπορώ"!

Του χάιδεψε το κεφαλάκι και τον έκλεισε στην αγκαλιά της στοργικά.

Ήταν υπερήφανη. Άλλη μια μέρα νίκης και για τους δύο μόλις είχε περάσει.

24. Τα ντέρτια της γιαγιάς

« Έλα βρε Παναγούλα, καλημέρα ! Πριν πέντε λεπτά τους ξεπροβόδισα, καλό δρόμο να΄χουνε, και σε παίρνω να σου πω τα καθέκαστα να ξαλαφρώσω….άγρυπνη είμαι απόψε, μάτι δεν έκλεισα…..περίμενα δυο χρόνια τώρα να έρθουνε οικογενειακώς να τους δώ, να χαρώ τα παιδιά, όλο επισκέψεις αστραπή μου κάνανε, τα ξέρεις εσύ, λες κι είμαστε στην ξενητιά, τι είναι 115 χιλιόμετρα απόσταση, επιτρέπεται τη σήμερον ημέρα, με  τις αμαξάρες τα εγγόνια  να βλέπουνε τη γιαγιά τους, τόσο αραιά; Μπορώ να πηγαίνω όλο εγώ, φιλοξενούμενη στη νύφη, που ξέρεις εσύ, δεν είναι και η κοπέλα η καταδεχτικιά και η ανοιχτόκαρδη…. Τι σου λέω τώρα  βρε Παναγούλα μου, εσένα  μπορεί να είναι στο εξωτερικό τα παιδιά σου ,αλλά περνάνε δεκαπέντε μέρες το χρόνο μαζί σου και στο τηλέφωνο μιλάτε κάθε βδομάδα, εμένα με ξεπετάνε με καμιά τρίωρη επίσκεψη στη χάση και στη φέξη κι ένα τηλέφωνο αραιά και πού, έχουνε δουλειές λέει, δεν περισσεύουνε τα Σαββατοκύριακα, ας είναι…..Πρώτη φορά ήρθανε για ολόκληρο τριήμερο…ο γιός μου, ας είναι καλά, κράτησε την υπόσχεσή του. Τα παιδάκια, φτου μη τα βασκάνω, αγγελούδια στην όψη, αλλά από τρόπους και συμπεριφορά άστα να πάνε, τι φταίνε τα πουλάκια μου, άμα μεγαλώνουνε με ξένους ανθρώπους ποιος θα τα νοιαστεί; Τους μαγείρεψα να τους περιποιηθώ ,κομμάτια έγινα,  μου έφερε η Βαλασία, καλή της ώρα, φρέσκα αυγά και έναν κόκορα καλοθρεμμένο, τους  τον έκανα κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια και μπόλικη μυζήθρα, τα μικρά πέσανε με τα μούτρα, σαν λιμασμένα, ο γιος μου  έτρωγε και ξερογλειφότανε και η νύφη μου, ξέρεις ψιλοτσίμπαγε και μου είπε στυφά  ότι μαγειρεύω πολύ παχυντικά φαγητά…την πίεση μου ανέβασε βρε Παναγούλα, και ντολμαδάκια τους έφτιαξα  και σουτζουκάκια και πατατούλες τηγανητές φρέσκες κομμένες ροδέλες, σπανακόπιτα, τυρόψωμο, τηγανίτες, λουκουμάδες, ξετρελαθήκανε τα μικρά,  στο σπίτι τους το φρέσκο φαγητό δεν το ξέρουνε, κάτι ετοιματζήδικα κατεψυγμένα τα ταΐζουνε, τοστ και αηδίες και η μάνα τους το δικό μου το φρεσκοψημένο, σπιτικό φαί, το θεωρεί ανθυγιεινό και παχυντικό, κατάλαβες Παναγούλα μου; Ο γιος μου την σεργιάνισε την κυρά του σε όλα τα αξιοθέατα της περιοχής και για καφέ την πήγαινε καθημερινά στο πεντάστερο ξενοδοχείο παρακαλώ, στην παραλία, εκείνο  που χρεώνει τον καφέ όσο κάνει όλο το σερβίτσιο, αλλά τι να πεις, χάρηκα τα εγγόνια, τα πήγα στο μποστάνι του Θωμά, κόψανε ντομάτες  και αγγουράκια, ο μεσαίος ήθελε να δει τα βατράχια και κόντεψε να πέσει μέσα στη στέρνα που ήτανε ξέχειλη με νερό, τη μικρή την Αγγελικούλα που τη φωνάζανε Άνζελα και τώρα της το κάνανε Τζέλα, γιατί ….Άντζελα λένε τη Μέρκελ, την τσίμπησε μέλισσα και είχαμε κλάματα και κακό…ο μεγάλος άστα, πανέξυπνος αλλά σωστό θηρίο, σκαρφάλωσε να πιάσει τα χελιδόνια στη φωλιά  κάτω από το χαγιάτι κι επειδή δεν έφθανε κρεμασμένος στη σκάλα, άρχισε να τα πετροβολάει τα δύστυχα, ίσα που τον πρόλαβα… ξέρεις στην αρχή μου γυρεύανε ΠΛΕΙ ΣΤΕΙΣΙΟΝ, κι εγώ τους έδεσα κούνια στη μεγάλη μουριά και το καταχαρήκανε, βγάλανε ένα σωρό φωτογραφίες, άντε βρε Παναγούλα, καλό να ΄χεις, βάζω το μπρίκι στη φωτιά, έλα να τα πούμε από κοντά…»

25. Τα τρία θαύματα !!!

Τι μέρα κι αυτή! Αμέσως μετά την ανατολή του ήλιου άρχισε το πήγαινε-έλα των γονιών μου, που δεν σταματάνε να τριγυρίζουνε ολημερίς, αναζητώντας κατάλληλη τροφή.

Εμείς οι νεοσσοί, αδύναμοι ακόμη, κουρνιασμένοι μέσα στην ασφάλεια της  φωλιάς, με μόνιμα διάπλατο το  στόμα, τιτιβίζουμε όλη μέρα  περιμένοντας την τροφή, που οι γονείς μας θα εναποθέσουνε μέσα στο ανοικτό μας ράμφος, μέχρι τη στιγμή που θα είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε τη φωλιά και να  πετάξουμε ψηλά στο γαλανό ουρανό!!!

Εγώ είμαι το μικρότερο χελιδόνι και μόλις σουρουπώσει μαζί με τα  αδέλφια μου, κουρνιάζουμε  κάτω από τις φτερούγες των γονιών μας για να κοιμηθούμε, όμως απόψε είμαι τόσο αναστατωμένο από τα σημερινά γεγονότα…πρώτη φορά ο πατέρας καθυστέρησε να έρθει στη φωλιά, ανησυχήσαμε όλοι και όταν επιτέλους επέστρεψε, οι άκρες από τα φτερά της ουράς του, ήτανε καψαλισμένες από σκάγια που παρά λίγο, σαν από θαύμα, δε βρήκανε το στόχο τους! Σαν από θαύμα!!!

Αν και είμαι μικροσκοπικός με αδύναμο σώμα και λιγοστά φτερά ακόμη, ίσως γιατί  καθυστέρησα να βγω από το αυγό του,  είμαι ο πιο φλύαρος, ο πιο ζωηρός, ο πιο περίεργος και ο πιο ανήσυχος νεοσσός της φωλιάς.

Είναι μερικές ημέρες τώρα, που από το στενό στρογγυλό άνοιγμα της φωλιάς, κατάφερα να δω το παιδί, που κάθεται σε μια παράξενη καρέκλα με ρόδες, στην ολάνθιστη βεράντα.

Μου έκανε εντύπωση το κουτάκι που κρατούσε και  κάθε τόσο το έστρεφε προς το μέρος μας, βάζοντάς το μπροστά στα μάτια του και έκανε ένα ΚΛΙΚ !  έπειτα το έδειχνε στους γονείς του και τη δασκάλα του λέγοντας με καμάρι και χαρά: «κοιτάξτε πόσες φωτογραφίες έβγαλα σήμερα !!»

Και δεν έφθανε αυτό, σήμερα το πρωί, ήμουνα τόσο απορροφημένος από το μικρό αγόρι, που ξέχασα τελείως την υπόσχεση που έχω δώσει στη μαμά και τεντώθηκα τόσο πολύ για να κοιτάξω, που έχασα την ισορροπία μου και προσγειώθηκα στο πέτρινο δάπεδο της βεράντας δίπλα σε ένα ποτιστήρι γεμάτο νερό, λίγο μακρύτερα από την καρέκλα του μικρού αγοριού….

Εκείνο ξαφνιασμένο, προσπάθησε να με πλησιάσει με την καρέκλα του, αλλά παρ΄όλο που  τεντώθηκε όσο μπορούσε προς το μέρος μου και  άπλωσε τα χέρια,  δεν μπόρεσε να με φτάσει.

Πονούσα, η καρδιά μου σπαρταρούσε σαν τρελή, είχα πανικοβληθεί και ο φόβος με είχε παραλύσει.

Το αγόρι προσπάθησε και πάλι να βρεθεί κοντά μου μετακινώντας την καρέκλα του, αλλά  εγώ  βρισκόμουνα, μόλις λίγες πιθαμές μακριά από το απλωμένο χέρι του και τότε….πιάστηκε γερά από την άκρη του τραπεζιού και ακούμπησε τα πόδια του στο πάτωμα, σηκώθηκε και ύστερα έσκυψε προσεκτικά και με έπιασε απαλά στις χούφτες του: «μη φοβάσαι, μου ψιθύρισε θα σε βάλουμε πάλι στη φωλιά σου!» έπειτα, φώναξε τη μητέρα του, που έφθασε τρέχοντας στη βεράντα και βλέποντας όρθιο το μικρό αγόρι να με κρατάει  προσεκτικά, είπε σιγανά «Ω! Αυτό είναι θαύμα! Σε ευχαριστώ Θεέ μου!!!» και τα δάκρυα αρχίσανε να κυλάνε στα μάγουλά της….

Αποκοιμήθηκα τελικά με όλες αυτές τις σκέψεις να στροβιλίζονται στο μυαλό μου, δεν είναι και λίγα τρία θαύματα σε μία ημέρα !!!


26. Το Αύριο ας Αργήσει

Θλιμμένη μου η Άνοιξη ετούτη

σαν μια παλιά φωτογραφία μοιάζει

στης σέπιας το χρώμα το θολό και

μ’ άκριες τσακισμένες απ τον χρόνο

Σκοτάδι σταλάζουν  οι φονικές σου λέξεις
και μαραμένα λουλούδια άλικα

σαπίζουν μέσα σ’ ένα νερό βουρκίσιο

σαν τις  ξεχασμένες υποσχέσεις χάνονται

μέσα σε τρικυμίες άναρχες  π’ εκδίκηση ζητάνε

Μα και πάλι σαν άμυαλο  παιδί σ’ ακολουθώ
παζαρεύοντας ένα κατακερματισμένο μέλλον

γεμίζω  τον λόγο μου μ’ αποσιωπητικά

μη και οι κρουνοί της θλίψης μου ανοίξουν

και ξεχειλίσουν τ’ αλμυρά ποτάμια των ματιών

Δεν διστάζω πια το βήμα κι ας πνίγομαι
βυθιζόμενη στα  πορφυρά Αυγουστιάτικα φεγγάρια

Τις φτερούγες του νεκρού χελιδονιού

στην πλάτη φόρεσα μια νύχτα θανατερή

απεγνωσμένα γυρεύοντας λίγο ουρανό να καταπιώ

προτού οι ρυτίδες μιας μονότονης ζωής
βορά στις ερινύες της ψυχής μου γίνουν_


27.Ο πέτρινος πύργος
 Την αγαπούσε με όλο του το είναι. Όταν την έβλεπε να γελά ο νους του σταματούσε, μικρές αχτίδες φωτός τρύπωναν στην ψυχή του, μελωδίες ηχούσαν στ’ αυτιά του σταλμένες από τόπους τρυφερούς.
Και ξαφνικά, της παρουσιάστηκε εκείνη η ευκαιρία. Του είπε πως έπρεπε να φύγει για κάποιους μήνες, θα πήγαινε στην άλλη πλευρά του ωκεανού για μετεκπαίδευση. Ωκεανούς δάκρυα συγκράτησε μπροστά της, έμεινε φαινομενικά ψύχραιμος. Μα εκείνη τον κατάλαβε.

«Μη», του είπε. «Μέχρι να δεις το πρώτο χελιδόνι της Άνοιξης, θα είμαι ήδη πίσω».

Στην αρχή, επικοινωνούσαν διαρκώς. Κάθε μέσο επιστρατεύτηκε, τηλέφωνα, e-mail, βιντεοκλήσεις, ακόμη και γράμματα. Σιγά-σιγά, η επικοινωνία μειώθηκε. Την έψαχνε, μια δεν απαντούσε, μια έλεγε πως ήταν απασχολημένη… Της έδινε χρόνο, δεν ήθελε να φαίνεται πιεστικός. Μα, σύντομα, η επικοινωνία χάθηκε.

Κι ύστερα έλαβε ένα απρόσωπο e-mail από κείνη. Του δήλωνε πως όλα είχαν τελειώσει, είχε αποφασίσει να μείνει εκεί, κάτι έγραφε για ένα παιδί, κάτι για έναν άλλο. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι διάβαζε, είχε θολώσει. Η φωτογραφία της επάνω στο γραφείο έμοιαζε ξέθωρη ξαφνικά.  Έξω, στα σύρματα, καθόταν ένα χελιδόνι. Το κοίταξε για ώρα επίμονα, ώσπου το μικρό, ασπρόμαυρο πουλί πέταξε μακριά, παίρνοντας μαζί του για πάντα την υπόσχεσή της.

Μόνος. Τι ηχηρή λέξη, μέσα στη σιωπή της. Κοιμόταν, ξυπνούσε, ζούσε αυτόματα. Η καρδιά του, μην μπορώντας πια να πληγώνεται επάνω στα σπασμένα γυαλιά της αγάπης τους, έχτισε ένα ψηλό, πέτρινο πύργο, βαθιά μέσα στο στήθος του. Και κλείστηκε εκεί.

Καιρός πέρασε. Ο πέτρινος πύργος έκανε καλά τη δουλειά για την οποία είχε φτιαχτεί και η μόνη παρέα του ήταν το σκυλί του. Ένα απόγευμα, τον πήγε βόλτα στο πάρκο κι αφού περπάτησαν αρκετά,  σταμάτησε σε ένα παγκάκι. Ήπιε νερό, έδωσε και σ’ εκείνον.

«Γεια σου, με θυμάσαι;»

Μια χαμογελαστή κοπέλα στεκόταν όρθια μπροστά του. Δεν τη θυμόταν.

«Είμαι η βοηθός του κτηνίατρου, πριν μια εβδομάδα δεν ήταν που ήρθες με το σκύλο σου;»

Μίλησαν για λίγο. Η κοπέλα τον παρατηρούσε.

«Ω, έλα» του είπε κάποια στιγμή. «Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτά τα θλιμμένα σου μάτια. Ο σκύλος σου θέλει να τρέξει, παραβγαίνουμε ως εκείνο το δέντρο; Κι όποιος φτάσει πρώτος, θα πρέπει να μοιραστεί ένα αστείο περιστατικό – κι έχω πολλά να σου πω!»

Του έτεινε το χέρι της. Στον πέτρινο πύργο μέσα του, σχηματίστηκε μια ρωγμή. Άρχισε να τρέχει διστακτικά πίσω από εκείνη, ώσπου αφέθηκε στην αίσθηση. Και συνειδητοποίησε πως πια, έτρεχε με όλη του τη δύναμη πίσω από την ελπίδα. 

Η κοπέλα έφτασε στο δέντρο και κοντοστάθηκε λαχανιασμένη.

«Λοιπόν, άκου τι αστείο μου συνέβη στο ιατρείο αυτή τη βδομάδα…», ξεκίνησε να λέει.

Η ρωγμή στον πέτρινο πύργο διακλαδίστηκε. Κι όσο εκείνη μιλούσε, με κάθε αστεία της φράση, άνοιγαν ρωγμές κι άλλες, κι άλλες… μέχρι τη στιγμή που αποκολλήθηκε η πρώτη πέτρα του τοίχου.

Ο κόσμος αποκτούσε ξανά φως.

28. Όσκαρ που συγκινεί

Όποτε φυσάει βοριάς

και το κρύο

δεν μπορώ να υποφέρω

ο νους με οδηγεί

σ’ εκείνη την ιστορία

- πάνε χρόνια

που την έχω διαβάσει

ήμουν ακόμα παιδί -

για έναν φίλο

φτερωτό

που όλο έλεγε

να φύγει

για την Αίγυπτο.


Αχ, στα ταξίδια του

και τι δεν είδε…

Έτσι όπως τρύπωνε

στα θερμά τα ρεύματα

και απ’ τον αέρα

τραβούσε θαρρείς φωτογραφία

στου νερού τους γαλάζιους τους δρόμους.


«Όσα δε φέρνει ο χρόνος

τα φέρνει η στιγμή»…

και το ‘φερε

- πάνω στο Άγαλμα,

που δέσποζε στην Πολιτεία-

να καθίσει, και

-  παράξενο!

επάνω στα φτερά του

να νιώσει δάκρυα.

Κι ύστερα

ούτε που σκέφτηκε

να τ’ αρνηθεί,

χωρίς αντάλλαγμα

δέθηκε μαζί Του

με κείνη την υπόσχεση.


Με το δικό Του το χρυσάφι

και τα πολύτιμα πετράδια

είχε βαλθεί της πόλης

να γιατρέψει τις πληγές

Δε γύρισε στην Αίγυπτο

Το χελιδόνι.

Δεν γύρισε την πλάτη του στον πόνο.

Τον έκανε στ’ αλήθεια ευτυχισμένο

Τον Πρίγκιπα.


Γιατί ποιος

είναι

πιο γεμάτος

από κείνον που αδειάζει

απ’ αγάπη;

 * Πρόκειται για το διήγημα του Όσκαρ Ουάιλντ: «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας»

29. Παρακλητικός κανόνας

Το έχουμε τραγουδήσει το χελιδόνι!

-το έχουμε αγαπήσει αυτό το αίνιγμα:

…σαν τηγάνι, σαν μπαμπάκι, σαν ψαλίδι;-

την υπόσχεση πως η Άνοιξη θα ξανάρθει…


Αλίμονο, πως το φοβάμαι, στο παιδί

- που δε θα χαρεί έναν τέτοιο ερχομό:

τους ήχους του, το πέταγμά του -

… που άδεια θα αντικρίσει τη φωλιά.


Χελιδόνι μου, μαύρο μου πουλί

- πίνω νερό στ’ όνομά σου,

γύρνα, να σε τραγουδήσω ξανά-

μη μείνεις μοναχά φωτογραφία.

Η συνέχεια στην αμέσως παρακάτω ανάρτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου