
Το 19ο "Παίζοντας με τις λέξεις" σηκώνει αυλαία και παρουσιάζει 23 υπέροχες συμμετοχές.
Οι πέντε λέξεις: στάχτη, στάλα, άφεση, εξουσία, χάρισμα, χρησιμοποιήθηκαν με φαντασία και οδήγησαν τις πένες μας μέσα από διαφορετικά μονοπάτια στη δημιουργία!
Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους για τη στήριξη και την αγάπη στο παιχνίδι μας.
Η σειρά των συμμετοχών βγήκε με κλήρωση.
Προσπάθησα να είμαι όσο πιο προσεκτική γίνεται, αλλά αν παρόλα αυτά δείτε κάποιο λάθος, σας παρακαλώ να μου το επισημάνετε!
Αν αφορά συμμετοχή καλό θα είναι να γίνει στο μέιλ μου almikr@gmail.com
Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές!
3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο,
2 η επόμενη και από
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!
Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.
Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 29 Μαρτίου.
Το Σάββατο 30 Μαρτίου θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, θα λάβει ένα συμβολικό δώρο.
Καλή ανάγνωση!

1. Ευ θνήσκειν
-Να᾽ρθεις να με ζητήσεις απ’ τον μπαμπά. Τι θα λένε στη γειτονιά που μ’ έχεις ακόμα αστεφάνωτη; Να βάλεις το καλό σου κουστούμι και να᾽ρθεις, Αργύρη μου… να παντρευτούμε με το καλό και να φύγουμε αμέσως για το ταξίδι μας στη Βενετία… αύριο πρωί να᾽ρθεις σπίτι μου…
«Δεν έχει επιστροφή κύριε Αργύρη. Μονάχα αυτή η προσμονή που έχει επινοήσει, την κρατάει στη ζωή. Ό,τι σας φωτίσει ο Θεός από δω και πέρα. Υπομονή και φροντίστε να παίρνει την αγωγή της για να μην υποτροπιάσει».
-Το γαμπριάτικο κουστούμι; Έλα Παναγία μου! Χάζεψες κι εσύ, ρε πατέρα, τώρα; Στην αποθήκη θα ᾽ναι, τράβα βρες το. Ευκαιρία να κάνεις κι ένα ξεκαθάρισμα εκεί μέσα, κι ό,τι βρεις, χάρισμά σου. Ρε, τι πάθαμε με τα γερόντια!... Να ᾽χω τόσα βάσανα, κι αυτοί στην κοσμάρα τους!...
~ // ~
-Άργησες Αργύρη.
-Το χάπι σου Ευανθία… Δώδεκα πήγε…. Πιες το να πάμε στην εκκλησία.
-Τι όμορφος γαμπρός που είσαι! Αχ, κι αυτή η μοδίστρα δεν φάνηκε ακόμα να φέρει το νυφικό. Να ᾽ρθεις πάλι αύριο Αργύρη μου. Δεν προλαβαίνουμε να στεφανωθούμε απόψε. Έχω να ετοιμάσω και τις βαλίτσες για το ταξίδι… Τι καιρό κάνει άραγε εκεί πέρα;
-Ξεκουράσου Ευανθίτσα μου. Θα φροντίσω εγώ τις βαλίτσες. Να, κοίτα, σου έφερα και φωτογραφίες απ’ τη Βενετία. Μ’ αυτό το βαπορέτο θα διασχίσουμε το μεγάλο κανάλι…
-Αύριο Αργύρη μου. Να φορέσεις το γαμπριάτικό σου και να ᾽ρθεις να με ζητήσεις. Ο μπαμπάς περιμένει…
Συγύρισε σχολαστικά το κομοδίνο της, όσο εκείνη παραδιδόταν σ’ έναν βαθύ ύπνο. Πάνω στα διαφημιστικά φυλλάδια με τις ρομαντικές εξορμήσεις στα βενετσιάνικα κανάλια, τακτοποίησε τα υγρά χαρτομάντηλα και το παλιό κουρδιστό ρολόι. Απ’ την προβλήτα μιας λαγκούνας πετάχτηκαν στάλες νερού, πάνω στην καρτέλα με τα χάπια. Το ποτήρι της λικνιζόταν με χάρη μπροστά στο παλάτι των Δόγηδων. Ο ψηλόλιγνος γονδολιέρης με το λευκό ψαθάκι, χαμογελούσε στο γυάλινο πυθμένα της κανάτας. Το πιεσόμετρο σκαρφάλωσε στη Γέφυρα των Στεναγμών, κι ο Αργύρης νόμισε προς στιγμή, πως διασχίζει μαζί με τους φυλακισμένους, το ύστατο μονοπάτι της ζωής∙ απ’ το δουκικό ανάκτορο, στην κόλαση των βασανιστηρίων και την εκτέλεση, εκεί που τους έστελνε η ανελέητη εξουσία των ιεροεξεταστών.
Πριν φύγει από κοντά της, ακούμπησε το ξύλινο εικόνισμα της Παναγίας πάνω στις αλαβάστρινες καμάρες του Αγίου Μάρκου∙ η άφεση των αμαρτιών θα ερχόταν με τα ορμητικά νερά της παλίρροιας, που ολοένα ένιωθε να πλησιάζουν απειλητικά.
Τακτοποίησε το κουστούμι του στην κρεμάστρα. Αύριο πάλι…
~ // ~
Κάθε πρωί ο Αργύρης φορούσε το γαμπριάτικο κουστούμι του, έσερνε τα βήματά του ως το κρεββάτι της και ζητούσε το χέρι της. Τα μοναχικά του βράδια τα ζέσταιναν οι μνήμες και οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες του γάμου τους. Το ταξίδι που δεν πήγαν ποτέ, ναυάγησε στην επιφάνεια του κομοδίνου της.
Και κάθε μέρα η Ευανθία ξαναγεννιόταν απ’ τις στάχτες της. Λες και περίμενε υπομονετικά τους δύο Μαυριτανούς να χτυπήσουν την καμπάνα του Αγίου Μάρκου για να φύγει παρέα με τον σύντροφό της∙ καβάλα στο φτερωτό λιοντάρι, πέρασαν ένα βράδυ την αψιδωτή έξοδο προς τ’ αστέρια.
2. «Ο Βιβλιοσκώληκας»
Φιλαράκια τέρμα τα ψέματα! Απόψε θα σας αποκαλύψω τη μαύρη μου αλήθεια. Θα πω τα πράγματα με τ’ όνομά τους. «Τα σύκα – σύκα και τη σκάφη- σκάφη…». Λοιπόν, ακούστε με προσεκτικά και μη με διακόψετε με ανούσιες ρητορείες…
Στην αρχή ήμουν βολεμένος σε μια ηλιοφώτιστη σάλα ώσπου μια μέρα με πήραν άρον άρον και με οδήγησαν σε ένα ανήλιαγο υπόγειο μακριά από την φροντίδα των δικών μου. Με έκλεισαν σε ένα κλουβί 4Χ4 όπου αναδυόταν από παντού άρωμα παλαιωμένων βιβλίων. Μου ερχόταν να τα κλωτσήσω όλα στον αέρα και να δραπετεύσω μα ακόμη δεν είχα σκάσει από τ’ αυγό… Ήθελαν, λέει, να με μπολιάσουν με καινούργια δαιμόνια για να μπορώ να ελίσσομαι επιτυχώς και να μην πέφτω στην παγίδα της άθλιας παλιοζωής μας. Δεν χρειαζόταν καν να μου κάνουν πλύση εγκεφάλου. Καθώς ήμουν τρυφερούδι, μισό χιλιοστό σκώληκας, έσπειραν μέσα μου το μικρόβιο της βιβλιοφαγίας χωρίς καμία αντίσταση. Έτσι, μου δόθηκε το χάρισμα της ευρυμάθειας ωριμάζοντας πρόωρα πάνω στη ρουτίνα της δουλειάς. Συχνά πυκνά δεν μου άφηναν περιθώριο να ησυχάσω. Πνιγόμουν μέσα σε χιλιάδες τόμους σοφιστών. Ασφυκτιούσα αναπνέοντας την ξεραμένη τους μελάνη αλλά είχα αποκτήσει τη νόμιμη εξουσία της μονιμότητας... Σιγά σιγά άρχισα να παχαίνω απ’ το ροκάνισμα των χαρτιών και με τον καιρό έγινα δυσκίνητο παχύσαρκο σκουλήκι. Τα αφεντικά δεν έπαιρναν χαμπάρι το τι γινόταν γύρω τους! Γέρασα μαζί τους χωρίς να αστράψει επάνω τους μια στάλα φως. Μοναδική τους ευτυχία ήταν οι μακροσκελείς συζητήσεις για τα επιστημονικά τους επιτεύγματα, οι χοροί και τα καλλιτεχνικά δρώμενα υπό την αισθητική του πενταγράμμου.
«Πρέπει να ανακαινίσουμε το χώρο. Να κάνουμε μεταφορά υλικού» ακούστηκε ένα πρωινό η φωνή του φύλακα. Άρχισα να φοβάμαι. Ο πιο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας αποκτούσε δύναμη και αυτό για μένα ήταν μεγάλη απειλή! Το μυαλό μου είχε αρπάξει φωτιά μα τα πόδια μου ήταν παράλυτα από τη χρόνια ακινησία. Όλα όσα είχα αγαπήσει είχαν πλέξει ιστό και με κρατούσαν δέσμιο. Δεν μπορούσα να δραπετεύσω…
Είχε πλησιάσει η μέρα της εκκαθάρισης… Όλα ήταν έτοιμα για το πάτημα του κουμπιού και να τα κάνουν όλα στάχτη κι αποκαΐδια. Μια καθαρίστρια θα αναλάμβανε να αποτελειώσει τη ζωή μου στα χέρια της. Θα έδινε άφεση αμαρτιών σε όλους εκείνους που προσπερνούσαν τόσα χρόνια την παρουσία μου. Κι ας είχα καταβροχθίσει ολόκληρα αλφαβητάρια κι ας είχα μνημονεύσει ολόκληρες περιουσίες καταχωρημένες και σφραγισμένες, δεν σεβάστηκαν καθόλου τον κόπο και τον ιδρώτα μου.
Η αίθουσα καταλήφθηκε από ολόκληρο στράτευμα. Αφού με ξεκούφαναν με τη μεγάλη φασαρία τους, με άρπαξαν βίαια και με καταχώνιασαν σε κάτι θεόρατα κιβώτια. «Ψεκάστε! Αυτά τα δαιμόνια πρέπει να εξολοθρευτούν. Αν σφαλιστεί ο χώρος: θα χάσουμε τη δουλειά μας!» ακούστηκαν αγριεμένες φωνές κι άρχισαν να μας ραντίζουν με ισχυρό εντομοκτόνο. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Αποχαιρέτησα τα συντρόφια μου και το ένδοξο παρελθόν μας. Έπειτα έκλεισα τα ρουθούνια μου κι απέμεινα κολλημένος σα μύγα στο χαρτί…. Όλα εκείνα τα βαθυστόχαστα χαρτιά δεν κατάφεραν να με σώσουν‧ έγιναν τάφος και μ’ αφάνισαν!....
2. «Ο Βιβλιοσκώληκας»
Φιλαράκια τέρμα τα ψέματα! Απόψε θα σας αποκαλύψω τη μαύρη μου αλήθεια. Θα πω τα πράγματα με τ’ όνομά τους. «Τα σύκα – σύκα και τη σκάφη- σκάφη…». Λοιπόν, ακούστε με προσεκτικά και μη με διακόψετε με ανούσιες ρητορείες…
Στην αρχή ήμουν βολεμένος σε μια ηλιοφώτιστη σάλα ώσπου μια μέρα με πήραν άρον άρον και με οδήγησαν σε ένα ανήλιαγο υπόγειο μακριά από την φροντίδα των δικών μου. Με έκλεισαν σε ένα κλουβί 4Χ4 όπου αναδυόταν από παντού άρωμα παλαιωμένων βιβλίων. Μου ερχόταν να τα κλωτσήσω όλα στον αέρα και να δραπετεύσω μα ακόμη δεν είχα σκάσει από τ’ αυγό… Ήθελαν, λέει, να με μπολιάσουν με καινούργια δαιμόνια για να μπορώ να ελίσσομαι επιτυχώς και να μην πέφτω στην παγίδα της άθλιας παλιοζωής μας. Δεν χρειαζόταν καν να μου κάνουν πλύση εγκεφάλου. Καθώς ήμουν τρυφερούδι, μισό χιλιοστό σκώληκας, έσπειραν μέσα μου το μικρόβιο της βιβλιοφαγίας χωρίς καμία αντίσταση. Έτσι, μου δόθηκε το χάρισμα της ευρυμάθειας ωριμάζοντας πρόωρα πάνω στη ρουτίνα της δουλειάς. Συχνά πυκνά δεν μου άφηναν περιθώριο να ησυχάσω. Πνιγόμουν μέσα σε χιλιάδες τόμους σοφιστών. Ασφυκτιούσα αναπνέοντας την ξεραμένη τους μελάνη αλλά είχα αποκτήσει τη νόμιμη εξουσία της μονιμότητας... Σιγά σιγά άρχισα να παχαίνω απ’ το ροκάνισμα των χαρτιών και με τον καιρό έγινα δυσκίνητο παχύσαρκο σκουλήκι. Τα αφεντικά δεν έπαιρναν χαμπάρι το τι γινόταν γύρω τους! Γέρασα μαζί τους χωρίς να αστράψει επάνω τους μια στάλα φως. Μοναδική τους ευτυχία ήταν οι μακροσκελείς συζητήσεις για τα επιστημονικά τους επιτεύγματα, οι χοροί και τα καλλιτεχνικά δρώμενα υπό την αισθητική του πενταγράμμου.
«Πρέπει να ανακαινίσουμε το χώρο. Να κάνουμε μεταφορά υλικού» ακούστηκε ένα πρωινό η φωνή του φύλακα. Άρχισα να φοβάμαι. Ο πιο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας αποκτούσε δύναμη και αυτό για μένα ήταν μεγάλη απειλή! Το μυαλό μου είχε αρπάξει φωτιά μα τα πόδια μου ήταν παράλυτα από τη χρόνια ακινησία. Όλα όσα είχα αγαπήσει είχαν πλέξει ιστό και με κρατούσαν δέσμιο. Δεν μπορούσα να δραπετεύσω…
Είχε πλησιάσει η μέρα της εκκαθάρισης… Όλα ήταν έτοιμα για το πάτημα του κουμπιού και να τα κάνουν όλα στάχτη κι αποκαΐδια. Μια καθαρίστρια θα αναλάμβανε να αποτελειώσει τη ζωή μου στα χέρια της. Θα έδινε άφεση αμαρτιών σε όλους εκείνους που προσπερνούσαν τόσα χρόνια την παρουσία μου. Κι ας είχα καταβροχθίσει ολόκληρα αλφαβητάρια κι ας είχα μνημονεύσει ολόκληρες περιουσίες καταχωρημένες και σφραγισμένες, δεν σεβάστηκαν καθόλου τον κόπο και τον ιδρώτα μου.
Η αίθουσα καταλήφθηκε από ολόκληρο στράτευμα. Αφού με ξεκούφαναν με τη μεγάλη φασαρία τους, με άρπαξαν βίαια και με καταχώνιασαν σε κάτι θεόρατα κιβώτια. «Ψεκάστε! Αυτά τα δαιμόνια πρέπει να εξολοθρευτούν. Αν σφαλιστεί ο χώρος: θα χάσουμε τη δουλειά μας!» ακούστηκαν αγριεμένες φωνές κι άρχισαν να μας ραντίζουν με ισχυρό εντομοκτόνο. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Αποχαιρέτησα τα συντρόφια μου και το ένδοξο παρελθόν μας. Έπειτα έκλεισα τα ρουθούνια μου κι απέμεινα κολλημένος σα μύγα στο χαρτί…. Όλα εκείνα τα βαθυστόχαστα χαρτιά δεν κατάφεραν να με σώσουν‧ έγιναν τάφος και μ’ αφάνισαν!....
3. Φωτεινό μονοπάτι
Πέρασα από εκεί που ήταν σκοτεινά
Ήμουν χαρούμενη τότε .
Ήμουν στα σύννεφα ψηλά, με μια εξουσία
περίεργη στα χέρια μου, κρατώντας, προχωρούσα
εκεί που ήταν λουλούδια την αυγή ,το φως το μεσημέρι,
την νύχτα γλυκά με νανούριζαν στο κήπο τα ζουζούνια.
Ήταν ο παράδεισος της λησμονιάς, του πόνου η λιακάδα,
η φουρτούνα της θάλασσας ,
τα κύματα ξεσπούσαν στα βράχια
της θλίψης.
Το χάρισμα που ήρθε ξαφνικά χτύπησε την πόρτα της ζωής μου.
Μου έδωσε την συνέχεια της ψυχής,
μια στάλα δόξα ήθελα, μια χαρά στη ματαιότητα του δρόμου.
Ήμουν χαρούμενη τότε, που σε είδα στη ζωή της πόλης.
Που τραβήξαμε τον δρόμο της αναμονής.
Όλα έγιναν ένα θαύμα, μια πομπή συναισθημάτων.
Ήμουν χαρούμενη τότε.
Ένιωθα και ήμουν χαρούμενη .
Γνώρισα ανθρώπους, γνώρισα εσένα, τη φύση. τον ουράνιο θόλο.
Η βροχή έπεφτε, έδινε ζωή , ο ήλιος έδινε νιότη
Τα πουλιά έδιναν δύναμη να πετάξουμε να δούμε άλλους κόσμους .
άλλες θάλασσες, άλλες σκέψεις.
Δεν ήταν για πολύ…..
Σε μια ώρα έγιναν στάχτη μαύρισαν στη φωτιά των δακρύων.
Στην παλίρροια, στη ριπή του ανέμου, έγιναν καπνός.
Έφυγα για το μακρύ ταξίδι χωρίς έλεος, χωρίς μετάνοια
Δεν υπάρχει άφεση, ούτε συναίσθημα
Όχι δεν είμαι πια χαρούμενη
Δεν υπάρχω για να είμαι χαρούμενη
4. Αρμονία αντιθέσεων
Μπουμπούκιασε η φύση.
Βγήκαν ρωμαλέα τα πρώτα ζουμπούλια,
οι φρέζες κι οι λιλά βιολέτες.
Μοσχοβόλησε άνοιξη το σώμα κι ηδονικά
μαζεύει χυμούς από τις ολάνθιστες ζαρντινιέρες.
Μαζεύτηκε η στάχτη από τη γωνιά.
Στραβοπατώντας σαν μεθυσμένος γέροντας ο χειμώνας
μας εγκαταλείπει αγριεμένος, κουνώντας απειλητικά το ραβδί του.
Στάλα - στάλα πίνει ρούμι, σκοντάφτει σε μια ρίζα.
Κρύα έχει τα χέρια, φοβάται να στραφεί στους ανθόκηπους.
Φοβάται τις μέλισσες, τις πεταλούδες, το χνούδι της αγκινάρας
Καταπίνει το σάλιο του και φεύγει βλαστημώντας.
Έχασε την εξουσία του, έχασε τους έμπιστους φίλους του,
τον βοριά, τους κρυστάλλους, τα σκοτεινά απογεύματα
κι εκείνα τα μουντά δειλινά που με της λήθης παίζουν την τράπουλα
Στους αγρούς βγήκαν τα πρώτα αγριολούλουδα
Στο χωνάκι της παπαρούνας μεταλαμβάνουν οι κορασίδες
και ζητούν άφεση αμαρτιών, λες κι έχουν παραστρατήσει ποτέ.
Περιμένουν να βγουν τα λεμονάνθια, τα ανθογυάλια τους να στολίσουν.
Τους αγαπημένους τους να πάρουν, να ανεβάσουν με σκοινί διπλό
τους κουβάδες με το ανθόνερο.
Εκεί να λουστούν μετάξια.
Εκεί να ξανασμίξουν με τα γαλάζια όνειρα.
Εκεί να φιληθούν με την απαλή σάρκα των βλαστών.
Σφριγηλοί κι ωραίοι να να περάσουν πορφυρή κλωστή
στο νιόβγαλτο λουλούδι της ροδακινιάς, να καρπίσει αρώματα.
Χάρισμα να δώσουν, το χρυσό δακτυλίδι τους, στους κορυδαλλούς
που κατοικούν στις λαγκαδιές μαζί με τις μούσες.
Αφοσιωμένοι και δυνατοί να γεμίσουν με σχέδια τα μπράτσα τους
με το αίμα του αγριάγκαθου και μαζί να διαβούν τα πάθη της σταύρωσης.
Πάντα η ομορφιά θα κρύβει λίγο μαύρο στον πυρήνα της.
Πάντα η αγάπη θα συμπλέει με το όχι της μαργαρίτας.
Πάντα το ωραίο θα το σκάβει ο πανδαμάτωρ με το υνί του.
Αντιθέσεων αρμονία, βάρκα που βγήκε στη ακτή ξεχνώντας το κύμα.
Κόρη που ξέμπλεξε τις κοτσίδες της και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε.
Μάζεψε τα κομμάτια, άφοβος να βγεις στου έρωτα το λημέρι
Το κοπίδι του να πάρεις της λύπης να αφαιρέσεις το σκληρό νύχι.
Οργιαστικά να χορέψουν οι ντερβίσηδες στα παλάτια του ήλιου
κι αυτός να τους κεράσει χρυσά κουμπιά και εσπερινά φιλιά.
Φιλιώνουμε με το ξύλινο ξόανο του άγριου δαίμονα.
Διεκδικούμε το άπιαστο στις απόχες των σύννεφων.
Μαζεύουμε τετράφυλλα τριφύλλια τύχη να έχουν τα αποδημητικά.
Χαμογελάμε και λύνονται οι αλυσίδες των κρατουμένων.
Εμείς θα γεμίσουμε τα μπαλόνια με του πουνέντε τα ξυράφια.
Στα κιούπια μας πάντα θα έχουμε μια σταξιά λάδι, λίγο κρασί
και μια κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι μην και πεινάσει η άνοιξη
και τα παιδιά της τα πουλήσει μισοτιμής στους γυρολόγους.
Αρκεί να βρούμε τους τρόπους να πληρώσουμε το τίμημα ακριβώς.
5. Αέναη απορία
Είτε γίνω στάχτες
είτε χώμα
Η ψυχή, αργά ή γρήγορα,
θα ταξιδέψει
Δεν έχω το χάρισμα να βλέπω τα μελλούμενα,
ούτε τα περασμένα
Κάτι όμως μέσα μου, βαθιά, φωνάζει
Άκου όσους πριν από σένα μίλησαν
Για πνεύμα
Και για ύλη
Για αέναες ιδέες
Στον κόσμο τούτο πρόσκαιρα
ευρέθης
Μια στάλα ύπαρξη
Μια κουκιδίτσα
Μα η ψυχή σου, κομμάτι δομικό
στο χτίσιμο του Σύμπαντος
'Εζησες τίμια;
Μην έσπειρες διχόνοιες;
Έδωσες χαρά;
Ή μήπως πόνο;
Έμαθες;
Ή έμεινες για πάντα στα σκοτάδια σου;
Έσωσες;
Ή εχάθης;
Εσύ θα δώσεις άφεση
Εσύ και τιμωρία
Κανείς άλλος δεν έχει την εξουσία
.......................................................
Κάτω στη γη, στο μεταξύ,
Κάντο εικόνα
Σαν βρέφη που είναι κατά βάθος οι περισσότεροι,
θα κλαίνε
και θα μαλώνουν για τα παιχνίδια τους
Λίγο πιο πέρα, στο ίδιο κάδρο
Κάποια λουλούδια θα στολίζουνε την πλάση
Κάποια αγρίως θα τα κόβουν
Πολλοί θα τα στολίζουν στις σάλες τους
Λίγοι θα τα μυρίζουν
Και κάποιοι μοναδικοί θα ψάχνουν
ποιος τα φύτεψε
Γιατί;

Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 6 - 14 πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 15 - 23 πατήστε εδώ!











