Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Δρυόδασος Φολόης


Ένα δάσος που οι ρίζες του χάνονται βαθιά μέσα στο χρόνο.
Ένα οδοιπορικό στην καρδιά της φύσης, αλλά και στη μυθολογία μας. 



Μια ονειρική αναζήτηση των νυμφών και των Κενταύρων στα μονοπάτια του αρχαίου δάσους.
Οι Δρυάδες ξέρουν να κρύβονται καλά και οι Κένταυροι καλπάζουν μόνο στη φαντασία μας έτσι όπως αφηνόμαστε στη μαγεία των υπέργηρων βελανιδιών.


Ιερό δέντρο η βελανιδιά, ιερές και οι στιγμές που αφήνεις το δάσος να σε πλανέψει.
Όπου κι αν κοιτάξεις θαύματα βλέπεις.



Στους κορμούς των δέντρων που υψώνονται αγέρωχοι, σκεπασμένοι με βρύα.
Στα κλαδιά τους που δημιουργούν σκιές για να παίξουν μετά μαζί τους. 


Κάτω ένα ατέλειωτο χαλί με φύλλα. 
Τα πόδια βουλιάζουν σε κάθε βήμα.
Και φτέρες. 



Πολλές φτέρες που προσπαθούν να κρύψουν τα μανιτάρια που γεννιούνται σκίζοντας κι ανασηκώνοντας γη και φύλλα.


Ένας αγώνας επιβίωσης ολόγυρα.
Ένα στοίχημα ζωής που πρέπει να κερδηθεί.




Το μοναχικό κυκλάμινο το κερδίζει και σηκώνει μπαϊράκι. Με γενναιότητα ξεπροβάλλει εκεί  που η ματιά με δυσκολία θα το ανακαλύψει, αφού στρέφεται συνέχεια ψηλά.



Πάνω μας, ο ουρανός κυνηγιέται συνεχώς με τις κορυφές των δέντρων. Με ένα ατέλειωτο κρυφτό προσπαθεί να δηλώσει παρουσία, μα αυτό που θέλει στα αλήθεια, είναι να ρίχνει κλεφτές ματιές στον επίγειο παράδεισο.



Ο ήλιος πασχίζει κι αυτός να γίνει μέρος του παιχνιδιού και στέλνει τις αχτίδες του να κρεμαστούν ανέμελες στα κλαδιά. 



Χωμένοι και χαμένοι μέσα στο δάσος, ακούμε μόνο τα συνθηματικά σφυρίγματα των πουλιών.




Ίσως ανησυχούν για τους εισβολείς που διέκοψαν την ησυχία τους, ίσως απλά μας καλωσορίζουν.




Ένας αλλόκοτος θόρυβος όμως έρχεται να διακόψει την ησυχία. Ένας θόρυβος που πλησιάζει και δυναμώνει καθώς μοιάζει να αντιλαλεί σε κάθε κορμό. Στο δρόμο που διασχίζει το δάσος, περνάει ένα μηχανάκι ταράζοντας για λίγο τις ισορροπίες της φύσης. 


Απομακρύνεται και το δάσος βυθίζεται πάλι στην απόκοσμη σιγαλιά.
Όλα συνεχίζουν να κάνουν αυτό που έκαναν και πριν.




Αυτό θα κάνουν κι όταν φύγουμε εμείς.
Θα συνεχίσουν να ανασαίνουν και να ζουν στο σήμερα. Θα αγωνίζονται για το αύριο, αλλά θα σπρώχνουν τις ρίζες τους όλο και πιο βαθιά στο χτες, για να ανταμώσουν ξανά τον Ηρακλή, το φίλο του το Φόλο και τους άλλους Κενταύρους. 
Και στις αιώνιες μνήμες τους θα ανασταίνονται συνεχώς οι νύμφες.


Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι τραβηγμένες κοντά στο φαράγγι των Κενταύρων. 
Μια πεζοπορία, μια διαδρομή, μια υπόσχεση για την επόμενη φορά που θα βρεθούμε εκεί.


Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Αντίο μαμά

Κι είναι κι αυτό το κρυολόγημα που δε λέει να φύγει. Με βρήκε ευάλωτη και με γονάτισε. 
Και δεν με παίρνεις πια τηλέφωνο να μου λες να τρώω καλά και να πίνω τσαγάκι...
"Πιες ένα τσαγάκι και κάνε εντριβές. Μην πας στη δουλειά. Να πας στο γιατρό." Με μια ανάσα τα έλεγες κι ας ήξερες πως δε θα κάνω ούτε τα μισά. Και μετά να ρωτάς όλο αγωνία αν έκανα πυρετό, αν πονάει ακόμα ο λαιμός, αν έχω βήχα.

Και δεν μπορώ να μην πάω στα παλιά. Τότε που παιδάκι, όταν αρρώσταινα, είχα κάθε
δικαίωμα να κοιμηθώ με σένα και τον μπαμπά. Ένα δικαίωμα που διεκδικούσα πολλές φορές ακόμα κι όταν δεν ήμουν άρρωστη με χιλιάδες δικαιολογίες.

Από τότε πέρασαν χρόνια. Και ο χειρότερος εφιάλτης των παιδικών μου χρόνων έγινε πραγματικότητα. Δεν είμαι πια παιδί, μα θέλω όσο τίποτα τώρα να μπορούσα να κρυφτώ στο κρεβάτι σας. Στο απόλυτο καταφύγιο. Να νιώσω έστω και λίγο όπως τότε. Ασφαλής μέσα στην αγάπη σας. Εσύ όμως δε θα είσαι εκεί πια. 
Κι αυτό με κάνει να νιώθω χαμένη και μουδιασμένη.


Στην εντατική μου είπες πως ήρθε η μανούλα σου να σε πάρει. Σου απάντησα, "να μείνεις για τα παιδάκια σου", και γέλασες. Με δυσκολία που μου προκάλεσε ενοχές που σε κούραζα, μα γέλασες!
"Να με περιμένεις την επόμενη φορά στο μπαλκόνι, όπως πάντα", σου είπα. 
Και το έκανες.
Σε κράτησε ο μπαμπάς και βγήκατε. Σας είδα και πίστεψα πως νίκησες.

Νίκησες, μα για λίγο. Την επόμενη φορά σε διεκδίκησε και σε κέρδισε η μανούλα σου.
Και είσαι πια σε άλλες γειτονιές. Κάνεις άλλες παρέες. Βρήκες σίγουρα όλους τους αγαπημένους σου. 
Βρήκες και την φιλενάδα των νεανικών σου χρόνων. Πόσα θα είχατε να πείτε!

Αλλά...
Αλλά εγώ έχασα τη μαμά μου. Και νιώθω πιο παιδί από ποτέ. Ένα παιδί χαμένο.
Μια χάρη μόνο σου ζητώ. Όσο δύσκολο κι αν σου είναι, μείνε χωρίς τον μπαμπά, όσο περισσότερο γίνεται. Μη σου λείψει. 
Κι αν σου λείψει, θυμήσου εμάς, τα παιδιά σου, και βάλε μας άλλη μια φορά πρώτα από όλα κι από όλους, όπως έκανες πάντα άλλωστε.

Σε αγαπώ και μου λείπεις. Και στο άλλο σου παιδί λείπεις πολύ. Ίσως και περισσότερο γιατί ζούσατε μαζί.
Σε όλους λείπεις!
Ξέρω πως θα ξεχνιέμαι κάθε φορά που θα έρχομαι. 
Θα κοιτάζω στο μπαλκόνι και θα βλέπω μόνο τον μπαμπά να με περιμένει και τότε θα θυμάμαι.
Και θα σε ψάχνω ασυναίσθητα με το βλέμμα να σε φιλήσω όταν φεύγω, όπως έκανα και την τελευταία φορά.

Στα αλήθεια έφυγες;