Στην Αστυπάλαια είδα τον ήλιο να βγαίνει μόνο για την αφεντιά μου.
Είδα απέραντο λευκό και αστραφτερό γαλάζιο.
Ή μήπως αστραφτερό λευκό και απέραντο γαλάζιο;
Τι σημασία έχει, τα είδα όλα έτσι κι αλλιώς!
Είδα το κάστρο, περιπλανήθηκα στα ερειπωμένα του σπίτια κι ένιωσα πως ταξίδεψα στο χρόνο.
Ένιωσα πως είμαι κομμάτι του χρόνου.
Έγινα κομμάτι του χώρου.
Μεταξύ μας, χίλια κομμάτια έγινα, γιατί ήθελα να τα απολαύσω όλα!
Είδα πόσο αγάπησε το νησί η λατρεμένη μου.
Και την άκουσα με τα μεγάλα και χαριτωμένα μου αυτάκια να λέει στη μαμά της, πως τα βράδια περπατώντας στα σοκάκια, ένιωθε πως δεν ήταν μόνη, ακόμα κι αν ήταν.
Όχι, δεν τρόμαζε, ήταν μια όμορφη αίσθηση.
Καθησυχαστική.
Νόμιζε πάντα πως κάποιος περπατούσε δίπλα της, μα ίσως ήταν ο αέρας λέω εγώ, που φυσούσε κι ανακάτευε μαγικά τις σκιές, όπως μόνο εκείνος ξέρει.
Ελπίζω να σας άρεσαν οι φωτογραφίες που έβγαλα.
Ε, καλά, δεν τις έβγαλα εγώ, αλλά η αγαπημένη μου και η παρέα της.
Ε, καλά, δεν τις έβγαλα εγώ, αλλά η αγαπημένη μου και η παρέα της.
Εγώ έβλεπα, άκουγα, διάβαζα, κολυμπούσα (πατήστε εδώ για να θυμηθείτε οι παλιότεροι και να μάθετε οι νεότεροι) και ανέβαινα σε κανέναν βράχο για να με καμαρώσουν όλοι!
Κυρίως ο ήλιος που έβγαινε μόνο για μένα!
Μπρίκι





















