Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

"Παίζοντας με τις λέξεις" Συμμετοχές 7 - 16


7. 150 shades of  Vangelis
Με κάτι πρόχειρες μετρήσεις, οι συνολικές αποχρώσεις του Βαγγέλη είναι 150. 
Κάλτσες, σώβρακα και φανέλες, από 50 χρώματα η κάθε ντάνα.
Οι 45 κατασκευαστές πλυντηρίων, σήκωσαν τα χέρια ψηλά.
Να το κάνω βιβλίο τώρα αυτό;  “150 shades of  Vangelis”.
Ότι γυρίζει απ’ τσυνεργείο ψόφιος στην κούραση κι εγώ ερεθίζομαι απ’ τη λιγδιασμένη φανέλα του και τον καλώ σε ανομολόγητα ερωτικά παιχνίδια. Στο μεταξύ έχω κάνει φασίνα, έχω μαγειρέψει, έχω φέρει τα παιδιά απ’ το σχολείο, τα έχω διαβάσει κι έχω σιδερώσει και μια στοίβα ρούχα. Αλλά η λίμπιντος ανεπηρέαστη. Κι αντί να ταβλιαστώ  να ισιώσει το κορμάκι μου απ’ την κούραση,  κοτσάρω ζαρτιέρες, σιθρού κομπινεζόν και το τιγρέ βρακάκι που μου είχε πάρει ο Βαγγέλης απ’ το τζάμπο. Αρπάζω κι ένα πλαστικό μαστίγιο απ’ τις απόκριες που είχα ντύσει τη μικρή αμαζόνα και στήνομαι στο μπάνιο, να περιμένω με λαχτάρα το κορμί του Βαγγέλη.
«Ρε πας καλά;» μου λέει για να με ξενερώσει. Τα πήρε κρανίο γιατί είχα γεμίσει την μπανιέρα αφρούς και φύλλα βιολέτας.
«150 σκάσαμε στην ΕΥΔΑΠ προχτές... και πας και χαλάς τόσο νερό; Κι η γλάστρα τι σου’φταιξε και τη μάδησες
Βγήκε έξαλλος απ’ το κόκκινο δωμάτιο (τον καμπινέ εννοώ, αλλά στο βιβλίο θα το λέω έτσι). Εγώ είχα φτάσει στην κορύφωση της έξαψης. Τον ήθελα κολασμένα. Ξαναγύρισε ανεμίζοντας τη σφουγγαρίστρα. «Μαστίγωσέ με!» τον διέταξα. «Θέλω να νιώσω τις υδρόφιλες λωρίδες της βιλέντα  στην πλάτη μου!... Να χώσεις τα κρόσσια της στον περιστρεφόμενο κουβά και να μου ραπίσεις με το κοντάρι τον πισινό...».
Ελάχιστα θυμάμαι μετά τη σφαλιάρα που έφαγα.
Όταν είδα το χέρι του να υψώνεται απειλητικά, νόμιζα πως συμμετείχε στα ερωτικά μου καλέσματα.  Έτρωγα ξύλο αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να φχαριστιέμαι ή ν’ ανησυχώ για την υγεία μου.
Παρασυρμένη απ’ την ταινία, του φώναζα το βούρλο: “Χτύπα με!... Κάνε με σκλάβα σου!”...
Και μ΄έκανε μπλε μαρέν ο Βαγγέλης, αλλά οργασμούς δεν ένιωσα. Ούτε καν μια τοσοδούλα απόχρωση ευχαρίστησης... Μη σου πω πως ντράπηκα, γιατί μέχρι χτες γκάριζα στους συλλόγους και στις παρέες, για την ενδοοικογενειακή βία.
Κι έκανα κηρύγματα στη μικρή ν’ αγαπάει το σώμα της και να μην ανεχτεί ποτέ κανέναν ν’ ασκήσει βία πάνω της.
Και κυρίως, γιατί τη χειρότερη βία την άσκησα εγώ στον Βαγγέλη. Τον υποβίβασα σε σαδιστή - επιβήτορα και την αγάπη μας σ’ ένα παρακμιακό αρχέτυπο σχέσης: ο ζάμπλουτος - πανέμορφος πρίγκιπας και η υποταγμένη παρθένα-σταχτοπούτα.
Κοιτάζω στο μπαλκόνι την ολάνθιστη βιολέτα και χαμογελάω.  Σούρουπο έξω. Τα παιδιά τιτιβίζουν στο δωμάτιό τους. Ο Βαγγέλης έρχεται σε λίγο. Ετοίμασα το αγαπημένο του φαγητό. Στρώνω τραπέζι και περιμένω να ζήσω το όνειρο. Της Ελληνίδας νοικοκυράς που ίσως και να είναι μίλια μπροστά απ’ τα μικροαστικά πρότυπα που μας σερβίρονται ως προχωρημένα μοντέλα ζωής.
Ο Βαγγέλης έρχεται καβάλα στο σαραβαλάκι του.
Δεν πιλοτάρει, δεν φοράει  μεταξωτή γραβάτα και θέλει τα χέρια μου αλυσοδεμένα στο κορμί του κι όχι σε χειροπέδες.
Οι μέρες μας  έχουν τις γήινες αποχρώσεις της καθημερινότητας.
Κι οι νύχτες μας  κατακόκκινους  παραδοσιακούς οργασμούς, δίχως βοηθήματα.
Στη δική μας φαντασίωση, η γενετήσια πράξη έχει τις αποχρώσεις του έρωτα.

8. Να γυρίσω
Τ' άφησα όλα.
Τη μικρή κερασιά στην άκρη της αυλής. Τη γλυκιά μας μηλιά στον απάνω φράχτη. Το πεζούλι με τις άσπρες βιολέτες.
Την πέτρινη βρύση στη σκιά της δάφνης.
Τον κύκλο που φύτευε η γιαγιά μόνο πανσέδες.
Και τι δεν άφησα!

Στην πόλη τα χρόνια μου γίναν δεκάξι,
η ζωή μου σε χρώμα μουντό,
της αυλής μου η μνήμη συχνά με ταράζει,
η λαχτάρα ξανά στο χωριό.

Άφησέ με κι εσύ, ποιητή με τις ρίμες, η ζωή μου πεζή.
Οι δουλειές δε μ΄αφήνουν.
Στο διαμέρισμα τοίχους. Οι αυλές, τώρα πια στις οθόνες.
Κάτι είναι κι αυτές μες στο γκρίζο.
Άφησέ με.

Αχ και να 'χα εκεί μιαν αγάπη,
σαν εκείνη την πρώτη, που άγουρα έχασα.
Θα γυρνούσα σε όλους την πλάτη,
για να σβήσω τα μαύρα, που άχαρα πέρασα.

Ποιητή, μη μ' αφήνεις! Στην πεζή μου ζωή βάλε ρίμες.
Να γυρίσω ξανά!
Κι ας είναι σαν όνειρο.
Να γυρίσω!

9. Είναι κάτι ζωές
Ψιλόβροχο! είχε αρχίσει να νυχτώνει.  Ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο εδώ και δυο μέρες είχε μουσκέψει τα πάντα και δεν έλεγε να σταματήσει με τίποτα. 
Ας τον διάολο για βροχή δεν σταματάς πια; έβριζε φτύνοντας τον βρεγμένο δρόμο η Βιολέτα, που είχε περάσει πια την πρώτη της νιότη.
Την ήξεραν όλοι. Κάποτε έτριζε η γης σαν περπατούσε και είχε όλο τον κόσμο στα πόδια της .
Όμορφη, με ένα κορμί  ντελικάτο  σαν μίσχος λουλουδιού.
Τα πράσινα μάτια της πετούσαν φλόγες και   δεν άφηναν κανένα άντρα ασυγκίνητο.
Εκείνη όμως είχε μάτια μόνο για τον Μάκη της.
Ομορφάντρας και εκείνος πως να μην τον ερωτευτεί η μικρή Βιολέτα.!!
Ήταν αυτός που την έβγαλε στο κουρμπέτι και στα σοκάκια του πληρωμένου έρωτα. και όσο πιο βαθιά χωνόταν  σ  αυτά τα σοκάκια τόσο το ποτό γινόταν  καθημερινή της παρέα. 
Τρέμοντας από το κρύο στάθηκε κάτω από την μαρκίζα του γωνιακού κτιρίου  σήκωσε το μπουκάλι που κρατούσε και το έφερε με λαχτάρα στο στόμα της . 
Η τελευταία σταγόνα από το ποτό ίσα που της έβρεξε τα χείλια.
Στο διάολο και εσύ!  είπε και πέταξε την άδεια μποτίλια στον δρόμο.
Νερά και γυαλιά σκόρπισαν γύρω και την πιτσίλισαν .το σκηνικό συμπληρώθηκε με ένα αυτοκίνητο που πέρασε με ταχύτητα και την γέμισε λάσπες από τα νερά του δρόμου.
Που να σε πάρει και να σε σηκώσει στραβούλιακα  είπε και σήκωσε και τα δυο της χέρια ανοιχτά σε μούντζα  κατά κει που χάθηκε το αυτοκίνητο.
Ναααα.!   χαμένε,  βλάκα, ηλίθιε, όλα τα επίθετα που ήξερε τα ξεστόμισε, λες και την άκουγε αυτός που οδηγούσε το αμάξι που ούτως η άλλως είχε εξαφανιστεί.. μέσα  στην νύχτα.στο βάθος του δρόμου..!!
Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Έκατσε στο πρώτο σκαλοπάτι που βρήκε μπροστά της. τα ρούχα της είχαν κολλήσει επάνω της και το ψιλό μπλουζάκι που φορούσε... άφηνε να διαγράφεται το πλούσιο ακόμα στήθος της.!  Κοίταξε τα χέρια της ..είχαν αρχίσει και εκείνα να τρέμουν..το ήξερε καλά αυτό το τρέμουλο .
Τα τελευταία της χρήματα τα είχε δώσει για το μπουκάλι που μόλις είχε πετάξει.
Ένα ποτό!  είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο μουρμούρισε .σκύβοντας να δέσει τα βρεγμένα της  παπούτσια.
Δυο αντρικά πόδια σταμάτησαν ξαφνικά μπροστά της.
Σήκωσε τα μάτια και αντίκρισε  ένα άντρα  με σκοτεινό βλέμμα.
Πόσα θέλεις; την ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση την τράβηξε στο βρόμικο σκοτεινό στενό. την έσπρωξε στον τοίχο  σηκώνοντας ταυτόχρονα την φούστα της.
Ούτε που σκέφτηκε να πει όχι η Βιολέτα, εκείνη την στιγμή στα μάτια της έβλεπε ένα γεμάτο μπουκάλι ποτό.
Τελειώνοντας αυτός της πέταξε μερικά κέρματα στις λάσπες.
Έσκυψε και τα μάζεψε από κάτω και με τρεμάμενα βήματα μπήκε στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπροστά της
Αγκάλιασε το πολύτιμο απόκτημα της ευχαριστημένη και χωρίς να περιμένει άλλο άνοιξε το μπουκάλι και άρχισε να αδειάζει το ποτό που κυλώντας  μέσα της της έκαιγε τα σωθικά.! Αυτό ήθελε.!
Η βροχή είχε επιτέλους σταματήσει. 
Σκούπισε με την ανάποδη του χεριού της τα χείλια της και έψαξε να βρει μα γωνιά να ξαπλώσει.
Κούρνιασε επάνω σε ένα σωρό σκουπιδιών,  ενώ  το μυαλό της  άρχισε να θολώνει σιγά σιγά.
Ήπιε ακόμα μια δυνατή γουλιά, πριν βυθιστεί στην ανυπαρξία του ποτού.
Αφέθηκε στο όνειρο, έβαλε χρώμα στην αγάπη και έφυγε.!


10. Στο μαγεμένο κήπο
«Τι όμορφο λουλούδι!», αναφώνησε η Λαχτάρα κι άστραψε στα μάτια της η επιθυμία, έτσι όπως το καινούριο σουγιαδάκι λαμπιρίζει κάτω από τον ήλιο. «Θα το πάρω μαζί μου!»
«Μη!», φώναξε με τόση ένταση το Όνειρο, που η Λαχτάρα λύγισε και κουλουριάστηκε στην άκρη, βαριά από μιαν άγνωστη ενοχή. «Δεν βλέπεις πως ακόμα δεν έχει ξεδιπλώσει όλη του την ομορφιά αυτό το λουλούδι;», ρώτησε αυστηρά. «Περίμενε…», ικέτευσε τη Λαχτάρα το Όνειρο κι άπλωσε νωχελικά το βλέμμα του ως τον ουρανό χαζεύοντας ένα σύννεφο, που θα ήταν τέλειο, αν…
«Κοιτάξτε γύρω!» πετάχτηκε το Χρώμα. «Τόση ομορφιά! Τόσα πολλά πράγματα για να ανακαλύψουμε!  Κι εσείς έχετε κολλήσει σ’ αυτό το λουλούδι…», παραπονέθηκε το Χρώμα κι απομακρύνθηκε σαν πεισματωμένο παιδάκι που δεν του δείχνουν ενδιαφέρον.
«Πώς σε λένε;» ρώτησε η Αγάπη το λουλούδι.
«Βιολέτα!» απάντησε εκείνο και σκίρτησαν απαλά τα πέταλα του. Λαχταρούσε μια καινούρια γνωριμία, που θα έδινε κι άλλο χρώμα στην ύπαρξή του. Ονειρευόταν έναν καινούριο φίλο, που θα του έδινε την ευκαιρία να αγαπήσει. «Εσένα;»
«Αγάπη. Έχει μέρες να βρέξει. Μήπως χρειάζεσαι λίγο νερό, Βιολέτα μου;»

11. Σπονδή στον έρωτα και την αγάπη
Ώρες τώρα καθόταν στο εργαστήρι του
και κοίταζε με βλέμμα απλανές τον άσπρο καμβά.
Απότομα σηκώνεται και βάζει μουσική στη διαπασών.
Ο ήχος των κρουστών εισβάλει στον χώρο.
Η λαχτάρα του να αποτυπώσει τον πόνο του είναι έντονη.
Βουτάει τα χέρια του στο μαύρο χρώμα
και με βίαιες κινήσεις το απλώνει πάνω στον καμβά.
Ύστερα παίρνει  ένα κόκκινο της πορφύρας
και το χύνει καταμεσής, σαν λάβα  που ξεπετιέται από ηφαίστειο.
Τα δυο χρώματα παλεύουν ανάμεσα στα δάχτυλά του ποιο θα επικρατήσει.
Ποιο θα αποτυπώσει καλύτερα την απώλεια Εκείνης.
Ποιο θα αποτυπώσει καλύτερα τον θάνατο αλλά και το πάθος.
Βρίσκεται σε έκσταση, την κατηγορεί που δόθηκε στον θάνατο,
και τον άφησε μόνο.
Η μουσική αλλάζει, το βιολί που ακούγεται τον ηρεμεί.
Σαν όνειρο έρχεται η μορφή της μπροστά του.
Τώρα βάζει και άλλα χρώματα  στα χέρια του και
πλάθει την μορφή της σαν οπτασία, αέρινη,
ενώ δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό  του. Δάκρυα λυτρωτικά.
Ένα φλάουτο μπαίνει στο ρυθμό της μουσικής
και εκείνος βουτάει τα δάχτυλά του σε ένα απαλό μοβ
και ζωγραφίζει μία ντελικάτη βιολέτα στο μέρος της καρδιάς,
της καρδιάς που σταμάτησε πρόωρα να κτυπά.
Χύνει λίγο από το άρωμά της τριγύρω
και κάνει σπονδή στον έρωτα και στην αγάπη.

12. Βαφτίζεται η δούλη του Θεού..
Η μαμά κι ο μπαμπάς παντρεύτηκαν από έρωτα. Ένα πάρτι με θέμα το ρομαντισμό, ήταν η αιτία της γνωριμίας τους. Η μαμά λέει πως, ένα τανγκό ευθυνόταν για όλα. Ο μπαμπάς ζήτησε από τη μαμά να το χορέψουν κι έτσι άρχισε μια μεγάλη ιστορία αγάπης
Ο μπαμπάς πάλι λέει πως, δεν ευθυνόταν μόνο ο χορός, αλλά και κάτι ακόμα, που ο μπαμπάς το θεώρησε ως σημάδι κι ήταν σίγουρος πως ένας γάμος ανάμεσα τους ήταν μονόδρομος: τη μαμά και το μπαμπά, με το καλησπέρα σας, τους είχε ενώσει..ένας μπαξές ολόκληρος! Κάνε λίγο υπομονή ντε και θα καταλάβεις τι εννοώ.. 
Σημαντικό επίσης ήταν πως, η μαμά κι ο μπαμπάς, όσο περνούσε ο καιρός, διαπίστωναν πως είχαν την ίδια λαχτάρα για να πραγματοποιήσουν τα κοινά τους όνειρα. Ο γάμος δεν άργησε να 'ρθει. Μετά το μυστήριο (του γάμου) το ζευγάρι, έκανε μια γιορτή και το γαμήλιο εκείνο πάρτι, δεν μπορούσε παρά να ανοίξει με ένα τανγκό! Με το τανγκό εκείνο φυσικά, που είχε φέρει το ζευγάρι κοντά.
Περνούσε ο καιρός και δεν άργησε η στιγμή, που την πόρτα της μαμάς και του μπαμπά, τη χτύπησε ο πελαργός. Περιττό να σου πω, ότι η ζωή του ευτυχισμένου ζευγαριού γέμισε με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αφού, να δεις πως το λένε;.."η εγκυμοσύνη ερχόταν να επισφραγίσει την ευτυχία τους!"
Μετά βέβαια όπως καταλαβαίνεις, η ζωή του ίδιου ζευγαριού μπήκε στο γνωστό τριπάκι: πλάκωσαν παππούδες και γιαγιάδες, να πιάσουν πόρτα για το χειμώνα, για να κατοχυρώσουν το όνομα του παιδιού! Μπα, τώρα που το καλοσκέφτομαι, πιο πολύ οι γιαγιάδες πλάκωσαν, ειδικά όταν ο υπέρηχος έδειξε κορίτσι! Η μαμά κι ο μπαμπάς δε μιλούσαν καθόλου, επειδή είχαν το σκοπό τους!
Μη στα πολυλογώ, φτάνουμε στην ημέρα της βάφτισης μου και για το όνομα, κουβέντα! Όλοι περίμεναν με αγωνία, αλλά ειδικά η αγωνία των δυο γιαγιάδων μου, είχε χτυπήσει ταβάνι! Περσεφόνη ή Γεωργία; Τα στοιχήματα -ανάμεσα στις δυο γιαγιάδες- έπεφταν βροχή, με τη γιαγιά Περσεφόνη να νομίζει ότι παίρνει κεφάλι, επειδή λέει είχε πιο ασυνήθιστο όνομα. Εγώ όλα αυτά φυσικά δεν τα καταλάβαινα τότε, αλλά τα έμαθα από τη μαμά και το μπαμπά, μερικά χρόνια μετά.
Ένας καλός λόγος για να τρέχουν οι καλεσμένοι να βρουν άρον άρον, δυο ποτήρια νερό για τις καημένες τις γιαγιάδες μου, ήταν όταν ο παπάς ανακοίνωσε το όνομα μου κι ενώ οι γιαγιάδες κόντευαν να πνιγούν (στην κυριολεξία), η μαμά κι ο μπαμπάς, κόντεψαν να πνιγούν από τα γέλια! Όχι, πες μου τώρα κι εσύ ειλικρινά. Με μια μαμά Μαργαρίτα κι έναν μπαμπά Τριαντάφυλλο, το: "βαφτίζεται η δούλη του Θεού Βιολέτα", δεν ήταν μονόδρομος; Ούτε που να το φανταστώ πως θα με είχαν βαφτίσει, αν είχα γεννηθεί αγόρι..!

13. Στον ιστό της βιολέτας
Στον κήπο με τα χρώματα
μέσα στα τόσα αρώματα
ανθίζει η λαχτάρα.
Της άνοιξης οι βιαστικοί
οι μωβ, οι κίτρινοι, οι λευκοί
στήνουν μεγάλο γλέντι.
Απλώνουν άρωμα βαθύ
και μιαν αγάπη δυνατή
στην άνοιξη μας φέρνει.

Μα μια βιολέτα μοναχή
στην άκρη της τη βορινή
παλεύει με το κρύο.
Ανθίζει κόντρα στον καιρό
και πιάνει να υφαίνει ιστό
με τη γλυκιά ευωδιά της.
Αιχμαλωτίζει τα όμορφα
κι όλα του κόσμου τα όνειρα
φωλιάζουν στην καρδιά της.

14. Μια ''Πέμπτη'' που ήταν Τρίτη
Ήταν Πέμπτη. Η πρώτη κάθε μήνα που συναντιόμασταν και οι πέντε, όπως είχαμε αποφασίσει όταν  πέρασαν τα σχολικά και φοιτητικά χρόνια.
5 φίλες, με κοινά όνειρα και πραγματική αγάπη  μιας αληθινής φιλίας.
Αυτή η Πέμπτη όμως ήταν διαφορετική. Θα βλεπόμασταν μετά από 6 μήνες που είχαμε να  ιδωθούμε. 
Μετά τη δουλειά συνηθίζαμε να τρώμε στο αγαπημένο μας εστιατόριο και μετά να πηγαίνουμε για '' ποτάκι και ωραίο άκουσμα'', όπως έλεγε η  Σοφία. 
Εκείνη την Πέμπτη όμως, η στενοχώρια  είχε κατασκηνώσει στο νου και στην καρδιά μας.
Συναντηθήκαμε στο ίδιο εστιατόριο.........4.................μόνο 4 φίλες. 4 σώματα με μια ψυχή ανταριασμένη.
Η Πόπη παντρεύτηκε...............για δεύτερη φορά. Και ήμασταν απούσες από τη χαρά της ,  επειδή  έτσι μας ζητήθηκε.
 Η Πόπη, που ήταν πάντα η πιο ευαίσθητη  απ’ όλες  μας, πέρασε τόσο πόνο με το  διαζύγιο που την οδήγησε στην κατάθλιψη, αλλά τα κατάφερε στο τέλος ''γιατί είχα εσάς πλάι μου''  έλεγε!
6 μήνες πριν, μας ζήτησε μια ''Πέμπτη '' που ήταν όμως Τρίτη, για να μας μιλήσει. Πού να φανταστούμε τι θα μας έλεγε; 
Πώς να ξέρουμε ότι ο ευγενικός μελλοντικός της σύζυγος μας αντιπαθούσε όσο δε παίρνει;;
Μα γιατί; Τι κάναμε; Τι έχουμε; έπεφταν απανωτές οι ερωτήσεις. Ο κύριος ευγενικός, της ζήτησε ''αν με αγαπάς δεν θέλω να τις ξαναδείς''! 
Το σοκ τεράστιο.............να του κάνει το χατίρι ήθελε. Είναι η αγάπη που έψαχνα μας δικαιολογήθηκε με δάκρυα στα μάτια. Δεν αντέχω άλλο χωρισμό!!! Μα αν σ' αγαπούσε, θα αγαπούσε οτιδήποτε δικό σου, είπα. Τι θέλετε, αναφώνησε όταν φωνάζαμε όλες μαζί  αυτό που σίγουρα φώναζε η ψυχή της . Κι όμως τα χείλη της είπαν ''δεν αντέχω να τον χάσω ''!
Έκλαψε πολύ.......χαμένες και 'μεις με  την πάλη που έδινε με τον εαυτό της. Και νίκησε ...............ο κ. τέλειος! Και τα χάσαμε..............έπεσαν οι αντιστάσεις, χαμήλωσαν οι φωνές, μερικά μισόλογα αντιστέκονταν ακόμη μπας και αλλάξει γνώμη.........Η Πόπη μας έφυγε σ'άλλη χώρα.
 Η λαχτάρα μας να τη δούμε, η αγωνία μας να μάθουμε τι κάνει, πώς της φέρεται εκείνος που δεν λέγαμε ούτε το όνομά του, ήταν μεγάλες.
Η Πόπη είναι ενήλικη, είπε η Ελευθερία.... αποφασίζει για τον εαυτό της. Δικός της θέμα ...
Συνεχίζουμε κορίτσια.............και που λέτε, έκανα εξετάσεις τελικά για να δούμε γιατί δεν κάνω  παιδί..........και..............το παιδί που έχασε η Πόπη με το διαζύγιο ήλθε στο μυαλό μου. Αυτό πιστέψαμε ήταν η χαριστική βολή για τη σκοτεινιά που την κάλυψε. 
Ανακατεύαμε το φαγητό στο πιάτο μας  εκείνη την Πέμπτη, με το μυαλό αλλού
Ο αναστεναγμός της Σοφίας ήταν το καμπανάκι που μας έφερε πίσω στην πραγματικότητα.  
Και αν ήθελε να την ελέγχει γι αυτό την απομάκρυνε από όλες μας; Οικογένεια δεν είχε, μόνον εμάς. Η δικαιολογία του ότι γίνεται άλλος άνθρωπος όταν είναι μαζί μας και εκείνος αγάπησε την Πόπη χωρίς τις φιλενάδες της ήταν το λιγότερο γελοία.
Η Ντόρα άνοιξε την τσάντα της.....Έβγαλε μια βιολέτα, το αγαπημένο λουλούδι της Πόπης. Το άφησε στη θέση που συνήθιζε να κάθεται και που χωρίς να  συνεννοηθούμε, την αφήσαμε κενή.
Ναι, πρέπει να μάθουμε τι κάνει. Πώς τα περνά. Μόνο να την δούμε από μακριά έστω, και θα καταλάβουμε.  Μόνον αυτό, είπαμε περπατώντας προς την έξοδο του εστιατορίου. Και αμέσως ζωντανέψαμε .
Ο  ήλιος   τραβούσε για τη δύση του και  γέμιζε τον ουρανό με χρώματα σαν μεγάλος καλλιτέχνης. Και η φωνή της ψυχής μας τρεμόπαιζε..........
Ας τη δούμε καλά! Μόνον αυτό!!  

15. Αγάπη μου
 Η μνήμη της γυρνάει πίσω όταν, κοπελίτσα αυτή τον γνώρισε ώριμο και γοητευτικό και τον ερωτεύτηκε αμέσως.
Μορφωμένος και ιδιαίτερα καλλιεργημένος, ήταν για εκείνη ο άνθρωπος που άνοιξε νέους δρόμους στη ζωή της.
Διάβαζε πολύ  κι εκείνη του παραπονιόταν με νάζι, πως είχε τη δεύτερη θέση στην καρδιά του.
Η ζωή δίπλα του ξεπερνούσε και τα πιο τρελά της όνειρα.
Τις αγαπούσε και τις λάτρευε κι εκείνη και την κόρη που απέκτησαν.
 Όμως όπως κάθε όνειρο έτσι και το δικό της πριν τέσσερα χρόνια έκλεισε αυλαία.
Ξαφνικά εκείνος απέκτησε κενά μνήμης, έπειτα  άρχισε να χάνεται   το λογικό και  σήμερα η άνοια έχει κυριέψει το είναι του.
Μαζί με την κόρη της, πάλεψε προσπαθώντας να του εξασφαλίσει όση περισσότερη αξιοπρέπεια μπορούσε μέσα στην εξελισσόμενη κατάπτωσή του.
Το φθινόπωρο η κόρη της, μετά από 2 χρόνια ανεργίας, της ανακοίνωσε πως  φεύγει στον Καναδά.
Ο αποχωρισμός ήταν τόσο οδυνηρός για τις δυο γυναίκες ,  που ένιωσε την καρδιά της να σκίζεται στα δυο.
Δεν πρόλαβε να συνέλθει και πάνω στη βδομάδα, προσπαθώντας να τον σηκώσει απ’ το κρεβάτι  για να τον βάλει να κάτσει στην καρέκλα, το σώμα της την εγκατέλειψε.
Μια σοβαρή βλάβη στη μέση της κατέστησε απαγορευτική την περιποίηση του άντρα της.
Πήρε την οδυνηρή απόφαση να τον πάει σε κλινική γερόντων.
Έκτοτε μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα στο άδειο σπίτι και στην κλινική. Κάθε μέρα, πρωί κι  απόγευμα ανελλιπώς,  επισκέπτεται τον άντρα της. Τακτοποιεί βιαστικά  τις δουλίτσες της και φεύγει παίρνοντας  πάντα τον ίδιο δρόμο.
Τα βήματά της πηγαίνουν μόνα τους. Μια λαχτάρα που δεν την ένιωσε ούτε στο πρώτο της ραντεβού μαζί του, την οδηγεί τυφλά δίπλα του.
Μπαίνει μέσα στο δωμάτιο.
Εκείνος καθισμένος πάνω στην πολυθρόνα του και δεμένος για να μην πέσει,  ακουμπάει το ένα του χέρι πάνω στο τραπεζάκι που έχει μπροστά του, σ’ ένα  παιδικό βιβλιαράκι  με σκληρά φύλλα  και με το άλλο στηρίζει το γυρτό κεφάλι του με τα κλειστά  μάτια.
-Έλα κυρία Μάρω, της λέει η νοσοκόμα γιατί απ’ την ώρα που ξύπνησε, όποια γυναίκα περνάει   στο διάδρομο τη φωνάζει  Μάρω.
Η Μάρω πάει κοντά του, τον αγκαλιάζει και τον αποκαλεί γλυκά «αγάπη μου» λες και απευθύνεται σε μικρό παιδάκι.
Εκείνος ανοίγει τα μάτια και με  βροντερή φωνή, που δεν πιστεύεις πως μπορεί να βγαίνει  μέσα απ’ το αποστεωμένο σώμα του, βρίσκει με το ζόρι τα λόγια και της λέει:
- Μάρω, θα φύγουμε;
- Θα φύγουμε αγάπη μου, αμέσως μόλις φας το φαγητό που θα μας φέρουν. Ως τότε διάβασε το βιβλίο σου.
Κάνει προσπάθεια να διαβάσει  τη μια λέξη που έχει η σελίδα και δεν μπορεί.
-Δεν μπορούμε, της λέει.
-Μπορούμε Γιώργο μου, τον καθησυχάζει, και του διαβάζει εκείνη τη λέξη «πουλί».
Ενστικτωδώς  μιλάει για τον εαυτό του στον πληθυντικό επειδή συμπεριλαμβάνει μαζί  κι εκείνη σε κάθε πράξη του, κι εκείνη το ενστερνίστηκε και του απαντάει  στον πληθυντικό μέχρι  την  ώρα που θα αποφασίσει να  την αφήσει οριστικά τελείως μόνη της.
Στο μπαλκόνι  τα χρώματα απ’ τις ανθισμένες φρέζες και τις βιολέτες περνούν εντελώς απαρατήρητα κι απ’ τους δυο τους.

16. Το Λουλιώ
 Αχ αυτό το Λουλιώ. Κοριτσάκι μια σταλιά το έστειλαν από την Κάρυστο οι δικοί του να μπει στη δούλεψη της Νόνας και εκείνη πια το ξεχώρισε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Είχαν προηγηθεί οι αδελφάδες του σε σπίτια συγγενικά, η Σοφιά και η Αννίτσα, και σαν έμαθαν οι γονείς της πως  ζητούσαμε κοπέλα γιατί η προηγούμενη  την παντρέψαμε το έστειλαν  το καημενάκι δώδεκα χρονών με τον μεταφορέα στο άψε σβήσε.
Ήταν μια σπιθαμή, αδυνατούτσικο  με μια αφάνα για μαλλιά και δυο λαμπερά μαύρα μάτια   .
«Πως σε λένε μάτια μου» την ρώτησε η Νόνα μόλις την αντίκρισε. «Λουλιώ θειά » απάντησε εκείνο « και τι θα πει μάτια μου Λουλιώ πως σε βάφτισαν» «Βιολέτα θειά»  
Και τότε η Νόνα χαμογέλασε και έγειρε στη μάνα και ψιθύρισε «Ζέστανε νερό να το πλύνουμε, να το σουλουπώσουμε και μετά να το ταΐσουμε να πιάσει και λίγο κρέας πάνω του. Τι μας το έστειλαν εδώ οι ευλογημένοι  ένα τόσο δα παιδάκι που να ξέρει από δουλειές  του σπιτιού ».  
Έτσι και έγινε και το Λουλιώ αντί για δουλικό που του όρισε η μοίρα έγινε η ψυχοκόρη της Νόνας μας. Τέτοια αγάπη η μια στην άλλη, μαζί πλάγιαζαν στην κάμαρη της γιαγιάς, η Νόνα στο κρεβάτι και εκείνη στο ντιβανάκι απέναντι, μαζί ξεκίναγαν το πρωί τις δουλειές νοικοκυριό, μαγειρική, κηπουρική. Τα βράδια σαν αποσώνανε οι δουλειές της μάθαινε γράμματα και κέντημα. Είχε μια λαχτάρα για το κέντημα το Λουλιώ, αργότερα την έγραψε η Νόνα στην  οικοκυρική σχολή και έμαθε όλες τις βελονιές και έγινε κεντήστρα ξακουστή. Κένταγε με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου,  αριστουργήματα, ήταν  άφταστη ακόμη  στο ασπροκέντημα, στη χρυσοβελονιά.  
Ένα βραδυ του φθινοπώρου, χτύπησε η πόρτα μας  και έφερε στη Νόνα ο μπακάλης προξενιά για το Λουλιώ το γιό του. Τους καλοδεχτήκαμε, τους κεράσαμε και  αφού ήθελε  και το Λουλιώ μας, η Νόνα έδωσε  την ευχή της . Σαν όνειρο τον θυμάμαι το γάμο της στο σπιτικό μας.
Μια ψυχούλα το Λουλιώ …….., θεός  σχωρέστηνε και εκείνη και την Νόνα μας !!!! 


Πατήστε εδώ για να ειστρέψετε στην πρώτη ανάρτηση και να βαθμολογήσετε