Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Τα πιο όμορφα σκουλαρίκια είναι "Φούξια"!


Έχω μια γλάστρα που στα μάτια μου μοιάζει πολύτιμη.
Και πώς να μην είναι, αφού ανθοφορεί θησαυρούς;
Την έχω εδώ κι ένα μήνα περίπου και με έχει γεμίσει αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια. 
Πώς κάτι νέο, μπορεί να φέρει μνήμες από τα παλιά;
Πολύ εύκολα, αφού τότε οι αυλές των σπιτιών που αντηχούσαν από τα παιχνίδια μας και μας πρόσφεραν χώρο, ομορφιά, μα προπάντων σιγουριά,  ήταν γεμάτες από τέτοιες πολύτιμες γλάστρες.
Και δεν ήταν σπάνιες οι φορές που στα κλεφτά κόβαμε ένα δυο σκουλαρίκια από τις γλάστρες, που κάποιες μπορεί να ήταν αυτοσχέδια φτιαγμένες ακόμα κι από τενεκέδες ασπρισμένους με ασβέστη, ή βαμμένους στο χρώμα που προτιμούσε κάθε νοικοκυρά, όμως έκρυβαν, ή μάλλον φανέρωναν με καμάρι τους θησαυρούς που περιείχαν!


Γεμάτη σκουλαρίκια η γλάστρα μου και κάθε μέρα λάμπει στο φως θυμίζοντάς μου πολλά.
Και μπορεί το χρώμα των τωρινών μου σκουλαρικιών να διαφέρει από εκείνο το πιο έντονο λιλά των παιδικών μου χρόνων, αλλά δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει πως μόλις αντίκρισα εκείνο το μικρό γλαστράκι με τα τόσο ιδιαίτερα άνθη, γέμισε το μυαλό μου με εικόνες του χθες.
Και ήταν αναπόφευκτο να το αποκτήσω! 
Όταν το αγόρασα είχε μόνο μπουμπούκια, μα όταν τακτοποιήθηκε στη μεγαλύτερη πήλινη γλάστρα, που μόλις είχε μείνει ορφανή από τη γαρδένια που φιλοξενούσε, σαν πολύ να του άρεσε, απλώθηκε με άνεση και άρχισε να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.
Τα μπουμπούκια έγιναν περισσότερα, μετά άρχισαν να ανοίγουν και από τότε είναι γεμάτο άνθη και θα είναι για πολύ καιρό. 
Κάθε τόσο κάποια λουλούδια πέφτουν νικημένα από τη φθορά, νέα μπουμπούκια όμως ανατέλλουν συνεχώς και παίρνουν τη θέση τους σε έναν κύκλο που θα κρατήσει όλο το καλοκαίρι, ελπίζω και λίγο παραπάνω!


Φούξια, ή κοινώς σκουλαρικιά λέγεται το φυτό μου κι ευτυχώς είναι πολυετές και θα το χαίρομαι για χρόνια!
Δε χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να καταλάβουμε γιατί ονομάστηκε σκουλαρικιά, μια και τα άνθη του που γέρνουν προς τα κάτω θυμίζουν έντονα τα συγκεκριμένα κοσμήματα!


Η περιποίησή του δεν απαιτεί πολλά! 
Ζητάει μόνο "γη και ύδωρ", άντε και κάποια στήριξη γιατί βαραίνει πολύ.
Και πώς να μη βαραίνει δηλαδή, που συνεχώς κυοφορεί την ομορφιά;
Αγαπά το φως, αλλά αν το βλέπει ο μεσημεριανός ήλιος, μπορεί να γίνει δύστροπο και αυτό καλό είναι να το αποφύγουμε, όπως και τον μεσημεριανό ήλιο δηλαδή!
Βλέπετε, δεν του αρέσουν καθόλου οι υπερβολές, κι ας υπερβάλλει αυτό συνεχώς με την ομορφιά του!
Κι αν θέλουμε να υπερβάλλει κάθε άνοιξη και καλοκαίρι, φροντίζουμε να το προφυλάξουμε το χειμώνα από τον δυνατό άνεμο!


Σε αυτό που δεν υπερβάλλει καθόλου, είναι η τιμή του, που ξαφνιάζει ευχάριστα!
Το όνομά του το πήρε από τον Γερμανό βοτανολόγο Leonhard Fuchs κι όχι από το χρώμα του.
Άλλωστε το συναντάμε σε αποχρώσεις και άλλων χρωμάτων, ροζ, λευκό και φυσικά το λιλά που πρωταγωνιστεί πιο έντονα απ' όλα στις δικές μου αναμνήσεις!
Η σκουλαρικιά μου θύμισε πολλά κι έτσι βρήκε εύκολα τη θέση της στο μπαλκόνι μου και μπήκε μετά από χρόνια πάλι στη ζωή μου!
Εσείς έχετε πάθει κάτι παρόμοιο με ένα απλό λουλούδι;

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, Έλενα Φερράντε


Φτάνοντας στο τέλος του τρίτου βιβλίου της τετραλογίας της Νάπολης που υπογράφει η Έλενα Φερράντε, έμεινα να αιωρούμαι στον αέρα κι εκεί μετέωρη άφησα με δυσκολία και με βαριά καρδιά το νήμα να κοπεί, που κόπηκε για άλλη μια φορά πάνω στο πιο κρίσιμο σημείο, με την προσμονή να το ξαναπιάσω σε λίγους μήνες με την κυκλοφορία του τέταρτου βιβλίου!

Η Έλενα και η Λίλα θα περνάνε από τη σκέψη μου μια στο τόσο, το παράξενο δέσιμό τους, η αδιαμφισβήτητη, όσο και ιδιαίτερη αγάπη τους, οι μεγάλες τους ομοιότητες και οι ακόμα μεγαλύτερες διαφορές τους, αλλά κυρίως όσα σκέφτονται η μια για την άλλη και τα λένε, μα κυρίως εκείνα που κρατούν ανομολόγητα.
Το πως σπρώχνει η μία την άλλη να προχωρήσει μπροστά, να επιδιώξει πολλά, ή τίποτα, η επιθυμία της Λίλας να ζήσει η Έλενα έτσι όπως αυτή δε θα ζήσει ποτέ, η εμμονή της Έλενας, που γίνεται ένας επίπονος αγώνας διαρκείας, να ξεπεράσει σε όλα την ευφυέστατη  Λίλα, παλεύοντας ταυτόχρονα διαρκώς με το αίσθημα κατωτερότητας που νιώθει απέναντι της, αλλά και τη βεβαιότητα ότι η Λίλα είναι εκείνη που την ωθεί να κάνει όσα κάνει και πως αν είχε τη δυνατότητα να κάνει ανάλογα πράγματα θα τα έκανε καλύτερα!

Όλα αυτά κι άλλα περισσότερα, αλλά και το πως η σχέση τους μοιάζει να παρασύρεται στο χρόνο ξεθωριάζοντας, χωρίς ωστόσο να σβήνει ποτέ πραγματικά, παρά να ξαναζωντανεύει με ορμή, θα γυρεύουν με αγωνία να ξαναβρούν υπόσταση στη συνέχεια που θα δώσει το επόμενο βιβλίο.
..."Όσο περισσότερο αναζητούσα εγώ τα εργαλεία για να προσπαθήσω να εξηγήσω στον εαυτό μου τον ίδιο μου τον εαυτό, τόσο περισσότερο εκείνη κρυβόταν. Όσο περισσότερο προσπαθούσα να την παρακινήσω να ξεδιπλώσει τον δικό της εαυτό και να την παρασύρω στη λαχτάρα μου να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, τόσο εκείνη κρυβόταν στο μισοσκόταδο. Έμοιαζε με το ολόγιομο φεγγάρι όταν λουφάζει πίσω από το δάσος και τα κλαδιά του μαυρίζουν το πρόσωπο"...
 Η Έλενα επιθυμεί να κατανοήσει, η Λίλα από την άλλη, δείχνει να έχει καταλάβει μιαν άλλη αλήθεια και προσπαθεί να κάνει την Έλενα να τη δει κι αυτή:
..." Τα βλέπεις; Στα παραμύθια κάνουμε ό, τι θέλουμε, στην πραγματικότητα κάνουμε Ό, τι μπορούμε"...

..."Ήταν λες και μες στα σπλάχνα της η πόλη επώαζε ένα μένος που δεν μπορούσε να αναδυθεί, κι έτσι την κατέτρωγε ή έσκαγε σε επιφανειακές φλύκταινες, γεμάτες δηλητήριο εναντίον όλων, παιδιών, ενηλίκων, ηλικιωμένων, ανθρώπων από άλλες πόλεις, Αμερικάνων του ΝΑΤΟ, τουριστών κάθε εθνικότητας, των ίδιων των Ναπολιτάνων. Πώς να αντέξεις σε αυτό τον τόπο της ασυδοσίας και του κινδύνου, στην περιφέρεια, στο κέντρο, στους λόφους, κάτω από τον Βεζούβιο;"...
Η Έλενα πάσχισε σκληρά να αφήσει πίσω την πόλη της. Σπούδασε για να φύγει από εκεί, για να διαπιστώσει τελικά πως όλα όσα νιώθει για την πόλη της, όσα την τρομάζουν στην ίδια και στους ανθρώπους της θα τα βρίσκει όπου κι αν πάει, σε όσους συναντά. 
Ανακαλύπτει πως η χοντροκοπιά των ανθρώπων, που ένιωθε να τη συνθλίβει στη γενέτειρά της, είναι εξαπλωμένη παντού. Κρύβεται ακόμα και μέσα σε ανθρώπους καλλιεργημένους κι εκλεπτυσμένους. Η περίφημη καλλιέργειά τους, δεν είναι παρά ένα επιφανειακό λούστρο που αποκτούν με τη μόρφωση και συντηρούν με τον πλούτο τους, αλλά λίγο ξύσιμο του λούστρου αρκεί για να φανερώσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που εκείνη απεχθάνεται.

Ο κόσμος όλος μοιάζει να κινείται στην ίδια τροχιά. Οι άνθρωποι κρύβονται, ή φανερώνονται, αγαπούν, ή μισούν, διαμαρτύρονται, ή ανέχονται, μα την ακολουθούν.
Σε μια περίοδο αναταραχών στην Ιταλία, αλλά και αλλού, οι δυο φίλες μοιάζουν να έχουν σπάσει η καθεμιά τα δικά της δεσμά για να αναζητήσουν τις ευκαιρίες τους.
Η Λίνα έχει φύγει από τον βάναυσο άνδρα της, και δουλεύει σκληρά σε ένα εργοστάσιο, όπου ο εργοδότης της γρήγορα ανακαλύπτει ότι η ανάγκη της για δουλειά δε συμπίπτει με την ανάγκη της ταπείνωσης, κι αυτό σηματοδοτεί πολλά.  

Η Έλενα έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της, έχει γράψει ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα κι ετοιμάζεται να παντρευτεί. Όλα δείχνουν να παίρνουν το δρόμο τους, κι ο δρόμος πότε γίνεται ανηφορικός και πότε κατηφορικός, πότε βατός και πότε όχι, με τις πορείες των δυο φιλενάδων να απομακρύνονται μια στο τόσο, μόνο και μόνο για να ξανασυναντηθούν. Κάποιες φορές μάλιστα μοιάζουν να περιφέρονται γύρω από τη σκιά ενός άντρα που η Έλενα ερωτεύτηκε από μικρή, η Λίλα ξελογιάστηκε μαζί του όσο ήταν παντρεμένη και όλα δείχνουν ότι τον άφησε πια πίσω της, αντίθετα με την Έλενα, που μοιάζει να τον βρίσκει διαρκώς μπροστά της.
Η γειτονιά τους και οι κάτοικοί της δε φεύγουν ποτέ από τη ζωή τους, έστω κι αν δε μένουν πια εκεί.


 Το σκηνικό γύρω τους όλο κι αγριεύει. Οι φασίστες γίνονται όλα και πιο απροκάλυπτοι και οι αντιδράσεις δεν αργούν.
Βρισκόμαστε πια στη δεκαετία του 70, την εποχή που κουβαλά τους δικούς της εφιάλτες με τη ρίζα τους να χάνεται στο παρελθόν και τα κλαδιά τους να απλώνονται στο μέλλον. Ταυτόχρονα είναι και η εποχή που νέες δυνατότητες  εμφανίζονται χάρη στην τεχνολογία.
Αυτή την εποχή μας μεταφέρει με πιστότητα η Φερράντε κάνοντας αναπόφευκτα αναφορά σε πολλά σημαντικά γεγονότα της και υφαίνοντας την ιστορία της με κλωστές βαμμένες ακόμα και στο αίμα.

Η αφηγηματική της δεινότητα μεταφέρει με φυσικότητα τον αναγνώστη σε χρόνους, τόπους, ζωές και συναισθήματα.
Θεωρώ αυτονόητο πως όσοι άρχισαν το πρώτο βιβλίο διάβασαν ήδη το δεύτερο και θα διαβάσουν κι αυτό εδώ, ενώ θα ανυπομονούν για το τέταρτο και το τελευταίο της τετραλογίας.
Αν ακόμα δεν ξεκινήσατε το πρώτο, να μια καλή ευκαιρία να διαβάσετε και τις τρεις συνέχειες αναπόσπαστα.

Όσοι αποφασίσουν να μην τα διαβάσουν, δε θα μπουν ποτέ στον κόσμο που με δεξιοτεχνία δημιουργεί η Φερράντε και  σίγουρα θα χάσουν πολλά!



Το βιβλίο "αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Δήμητρας Δότση και είναι το τρίτο βιβλίο της τετραλογίας της Νάπολης.
"Η υπέροχη φίλη μου" και "Το νέο όνομα" ήταν τα δύο που προηγήθηκαν.