Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Social media-κά ακοινώνητη και για όλα φταίει το pokemon


Δεν το έχω καθόλου με τα σόσιαλ μήντια. Δεν με βοηθάνε ούτε οι γνώσεις μου, ούτε τα μέσα που δε διαθέτω εν αφθονία.
Το κινητό μου είναι ένα από εκείνα που στοιχίζουν γύρω  στα 20 και κάτι ευρώ, δεν έχει κάμερα, δεν έχει φακό και ίσως το ότι δεν έχει φακό να μου έχει στοιχίσει περισσότερο από όλα τα άλλα. Ξέρετε πόσο χρειάζεται ένας φακός μέσα στη μαύρη νύχτα; 
Πάρα πολύ!

Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα, αλλά το τηλέφωνο που μετά βίας είναι και τηλέφωνο, αφού κάρτα βάζω μια φορά στο τρίμηνο για να μη λήξει η σύνδεση και χάσω τον αριθμό.
Το χρησιμοποιώ δηλαδή, μόνο για ώρα ανάγκης, αλλά και για να έχουν οι δικοί μου τρόπο να με βρίσκουν, όταν με χρειάζονται.
Θα μου πείτε, μα δε μιλάς στο τηλέφωνο;
Με το σταθερό πολύ, με το κινητό αν με καλέσουν οι άλλοι.
Το ότι δεν έχω ένα από αυτά τα έξυπνα τηλέφωνα, δεν οφείλεται φυσικά στο ότι τα σνομπάρω!
Μάλλον αυτά με σνομπάρουν!

Εδώ μια καλή φωτογραφική μηχανή που ονειρεύομαι μπαίνει διαρκώς στο πενταετές, μια και άλλες ανάγκες ξεφυτρώνουν συνεχώς.
Η τσέπη αδυνατεί, μα και η μηχανή που ονειρεύομαι κοστίζει περίπου όσο μια γκαρσονιέρα.
Εντάξει, γίνομαι ίσως υπερβολική με την γκαρσονιέρα, αλλά πιάσατε το νόημα.

Τι έλεγα;
Α, για την τεχνολογία και τα μέσα της που δε διαθέτω και για τα σόσιαλ μήντια που χρησιμοποιώ μάλλον λάθος, κατά λάθος, ή και καθόλου!
Τουίτερ ας πούμε έχω εδώ και δυο χρόνια αν θυμάμαι καλά, αλλά αν περίμενε από μένα το μπλε πουλί να ζήσει, θα το κλαίγαμε σήμερις.
Φέις μπουκ έχω και το αυτό επιθυμώ και δι υμάς, αλλά κι εκεί σπάνια ανεβάζω κάτι, αν και τις αναρτήσεις του μπλογκ τις ανεβάζω ανελλιπώς στη σελίδα μου...παρεμπιπτόντως, όσοι έχετε λογαριασμό στο φέις, κάντε κι ένα λάικ στη σελίδα που θα βρείτε κάπου πάνω δεξιά σας. Δε χρεώνω τίποτα και είμαι εχέμυθη!

Κι έρχομαι η γυναίκα των σπηλαίων με το παντοφλοκινητό που άνετα χρησιμοποιώ και για ρόπαλο, και το οποίο μου έπεσε χίλιες φορές και το συναρμολόγησα, μου βράχηκε άλλες τόσες και το στέγνωσα και γενικώς διάγει βίο αβίωτο, να σας πω για την τεχνολογία.
Τι να μας πεις κι εσύ καημένη, σας ακούω να γελάτε με τα χάλια μου, αλλά κάτι θα πω κι εγώ.
Δε θα σας πω όμως όσα κάποιος σκέφτηκε μια μέρα εκεί που κυνήγαγε μύγες, ψάχνοντας ταυτόχρονα στο άιφον για τσιτάτα!

Ούτε θα βάλω λόγια δικά μου στο στόμα του Αϊνστάιν, όπως συνηθίζεται, για να αποκτήσουν άλλη βαρύτητα!
Γιατί άλλο να το λέει η κουτσή Μαρία κι άλλο ολόκληρος Αϊνστάιν που ήτο και πιο έξυπνος!
Αν θέλετε να μην πρωτοτυπήσετε καθόλου, σκεφτείτε μια χαζομάρα, κοτσάρετε από κάτω Μίκυ Μάους για υπογραφή και θα διαδοθεί εν ριπή οφθαλμού!
Όλοι θα βάζουν το τσιτάτο που είπε το ποντίκι κι εσείς θα κλαίτε από τα γέλια κάθε φορά που θα βλέπετε τα ποντικοκούραδα να πλημμυρίζουν το διαδίκτυο!

Πάλι ξέφυγα, μα αφορμή για αυτό ήταν μια φράση που μπήκε με το ζόρι στο στόμα του σοφού, και προφανώς μπήκε από νοσταλγό της κασέτας που θυμήθηκε και συγκινήθηκε πολύ, ότι το μαγνητόφωνο του τη μασούσε και τη γυρνούσε με το μπικ να την επαναφέρει!
Και προσπαθώ να το κάνω εικόνα τούτο. Όχι με την κασέτα και το μπικ, γιατί αυτό όλοι το κάναμε τότε, χωρίς να το απολαμβάνουμε καθόλου τη δεδομένη στιγμή.
Και δεν μπορώ να μη θυμηθώ και το γουργουριστό ήχο που αποκτούσε η κασέτα όταν έπαιζε το μασημένο κομμάτι! 
Πρώτα το ηλεκτρικό μίξερ, μετά το ψυγείο, τώρα το ραδιόφωνο!
Πού στην ευχή οδηγείται τέλος πάντων ο κόσμος;
Να δω θέλω πόσα πράγματα της τεχνολογίας του τότε είχε ο νοσταλγός και αυτό θα κάνω εικόνα!
Εκτός από το κασετόφωνο που σαφέστατα είχε, αφού είχε κασέτα να γυρνάει με το μπικ, όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια, και που μπορεί να ήταν από εκείνα τα τεράστια που του έπεφτε ο ώμος να κουβαλάει στις εκδρομές του σχολείου, ή από εκείνα τα μικρά θαύματα τα ουόκμαν με τα ακουστικά που σου σκέπαζαν τα αυτιά τελείως (très chicκαι τα οποία συνιστώ για τις κρύες μέρες του χειμώνα, τι άλλο διέθετε ένας νιος τότε;

Το τότε τοποθετείται εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, τότε που τα μαλλιά των κοριτσιώνε τα 'σκιαζε η περμανάντ και τα αυτιά τα πλάκωνε το σκουλαρίκι υπερπαραγωγή!
Στο τότε των δικών μου εφηβικών χρόνων.
Ξεφυλλίζω παλιές φωτογραφίες για να δω...φωτογραφίες από εκδρομές, από πάρτυ...
Α, είχαμε δηλαδή, φωτογραφική μηχανή. 
Μεγάλη μαγκιά!

Μπορεί να μην έβγαζε σέλφι η μηχανή κι εμείς να αποζητούσαμε κάποιον να μας βγάλει όλους μαζί, αλλά βγάζαμε όσες φωτογραφίες μας επέτρεπε το 24άρι, ή το 36άρι φιλμ!
Και το κάναμε χωρίς τύψεις, μόνο που κάποιες φορές αργούσε λίγο να γίνει η εμφάνιση του φιλμ, γιατί τρώγαμε το χαρτζιλίκι μας σε άλλα περιττά για τους τότε μεγάλους, απαραίτητα και αποκτήματα ζωής και θανάτου για μας!
Αφήστε δε, που έχω την φοβερή υποψία, πως κάποια φιλμ ουδέποτε εμφανίστηκαν τελικά και τα έφαγε το μαύρο σκοτάδι μια για πάντα!

Καταλαβαίνω γιατί αναπολούν κάποιοι εκείνα τα χρόνια. 
Κι εγώ το κάνω, αλλά όχι γιατί ήταν καλύτερα, ή πιο αθώα (ποτέ δεν υπήρξαν αθώα χρόνια), αλλά γιατί ήμασταν εμείς αθώοι ακόμα, και γιατί φυσικά ήταν τα νιάτα μας εκείνα που έκαναν την ολόδροση διαφορά!
Προσπαθώ να μη συγκρίνω γενιές με γενιές, γιατί πραγματικά είναι σα να συγκρίνουμε μήλα με πορτοκάλια!

Για μας με τα ουόκμαν και τις πολλές τρύπες στα αυτιά, ξέρετε τι έλεγαν οι μεσήλικες του τότε;
Εκατό γενιές μας περνούσαν!
Επειδή δηλαδή έγινα μεσήλιξ (πώς, πού, πότε, ακόμα δεν κατάλαβα), τώρα μπορώ να λέω εγώ για τα νέα παιδιά, ό, τι μου καπνίσει;

Μπα, δε θα τσιμπήσω!
Δεν είμαι κι έξυπνη τρομάρα μου. Τις πολλές τρύπες στα αυτιά, βλέπετε τις ονειρευόμουν μόνο.
Μια επανάσταση πήγα να κάνω κι εγώ και να αποκτήσω δεύτερη τρύπα στο αυτί χωρίς την άδεια των γονιών μου και ήμουν τόσο χαζό που πήγα σε κοσμηματοπωλείο συγγενή, πολύ στενού συγγενή όμως, που όχι μόνο δεν μου τρύπησε το αυτί, αλλά το έπιασε και με πήγε σηκωτή στη μάνα μου!

Τι έλεγα, γιατί πάλι ξέφυγα!
Τι άλλο είχαμε τότε;
Είχαμε φυσικά τηλεόραση και ραδιόφωνο και είχαμε και τα πρώτα πρώτα ηλεκτρονικά.
Αν θυμάστε κάτι άλλο, σας παρακαλώ να μου το πείτε κι εμένα, γιατί πολύ φοβάμαι πως ο συνεχόμενος καύσωνας έσβησε, για την ακρίβεια έλιωσε πολλά αρχεία από τον εγκέφαλο.

Και πάμε στο σήμερα.
Η τεχνολογία προχωρά και προχωρά, όσο στάσιμη κι αν μένω εγώ.
Δεν ξέρω πως παίζεται το pokemon, εδώ δεν έμαθα ακόμα πως λειτουργεί το Google+, θα μάθαινα γι' αυτό;
Αυτό που ξέρω είναι πως έχει τρομοκρατήσει κόσμο και κοσμάκη.
Να 'χαμε να λέγαμε δηλαδή, κι αφορμή ζητάμε για να καυτηριάσουμε την τεχνολογία και τη νέα γενιά!
Λένε είναι κακό και προτρέπουν όσους παίζουν να σταματήσουν και να πάνε να σώσουν παιδιά, λες κι αυτοί γυρνάνε μπαρουτοκαπνισμένοι από το πεδίο της μάχης, όπου έσωζαν παιδιά ολημερίς, για να μπουν αψηφώντας την -ποια- τεχνολογία (;) στο -ποιο- άιφον (;) που καταδικάζουν και να ποστάρουν, στα -ποια- σόσιαλ μήντια (;) που κατακεραυνώνουν, κραυγές ηθικής!



Μην το πιάσουμε σαν θεματάκι που γράφαμε παλιά σε εκείνη την έκθεση με τις στέγες των σπιτιών που έρχονται κοντά και απομακρύνονται οι άνθρωποι, γιατί θα βαρεθώ απεριόριστα...κι απεριόριστο χρόνο όπως είπα, δεν έχω ούτε καν στο κινητό μου!

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Τα καπνά


Μια θάλασσα από πράσινο αναδεύονταν κάτω από την αφόρητη  ζέστη κάθε καλοκαίρι στον κάμπο.
Γιόμιζε ο τόπος καπνά και τα καπνοχώραφα γιόμιζαν τις ζωές μεγάλων και μικρών.
Δεν υπήρχε παιδί που δε γνώριζε τα καπνά, που δεν ήξερε έστω να αρμαθιάζει.
Γεμάτα χαρακιές τα παιδικά δάχτυλα από τις βελόνες, και οι συμβουλές των μεγάλων είχαν γίνει βίωμα στα ανήλικα. Για να σταματήσει το αίμα έσπαζαν το κοτσάνι από ένα φύλλο καπνού και το έβαζαν στην πληγή. Κι αυτή ήταν η μόνη θεραπεία που έκαναν στις πληγές τους την ώρα της δουλειάς.
Αργότερα στο σπίτι, αφού είχε τελειώσει η δουλειά και είχαν πλυθεί, η μάνα τους έβαζε και βάμμα.

Σκληρή δουλειά τα καπνά.
Υπήρχαν οικογένειες που στηρίζονταν στον καπνό για να τα φέρνουν βόλτα. Αυτές έβαζαν στρέμματα και στρέμματα ολόκληρα και η δουλειά που άρχιζε νωρίς την άνοιξη σπέρνοντας σε βραγιές, συνεχίζονταν αμείωτη και καθημερινή με βοτάνισμα και πότισμα, ενώ γρήγορα έφτανε η μέρα που τα φυντάνια έπρεπε να φυτευτούν στα χωράφια. Ξανά ποτίσματα και σκαλίσματα, ως τη μέρα που έπρεπε να μαζευτούν, να λιαστούν, να γίνουν βαντάκια. Και γέμιζαν οι ταβάνια των αποθηκών με βαντάκια που έμεναν εκεί να κρέμονται σαν σκιές ως το φθινόπωρο. Κάπου στα μέσα του φθινοπώρου, με την υγρασία σύμμαχο που τα μαλάκωνε και δεν τρίβονταν, αυτά γίνονταν δέματα και τα δέματα με τη σειρά τους έπαιρναν το δρόμο για τον έμπορα. Τότε μόνο σταματούσε η δουλειά.

Τα έμαθα όλα καλά όταν οι γονείς μου παράλληλα με τις δουλειές τους, αποφάσισαν να βάλουν και πέντε στρέμματα καπνό. Με δανεική άδεια από μια θεία μου, δανεική αποθήκη, δανεικές λιάστρες και νοικιασμένα χωράφια, ξαμολυθήκαμε κι εμείς να αρμενίσουμε στη δική μας μικρή θάλασσα για τέσσερα, ίσως και πέντε καλοκαίρια.
Κάπου εκεί προς το τέλος του δημοτικού και στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, τα καλοκαίρια μας ανακάτευαν τις θάλασσες τις πράσινες με τις άλλες τις μπλε που λαχταρούσαμε.
Και λογιζόμασταν τυχερά, γιατί οι γονείς μας φρόντιζαν και για τα μπάνια μας και για το βουνό μας, αλλά όσοι είχαν πολλά στρέμματα με το ζόρι έβλεπαν τη θάλασσα, αφού το ένα χέρι του καπνού διαδέχονταν το άλλο σχεδόν αμέσως στο μάζεμα.

Από το πατόφλο όπως λέγονταν τα τελευταία φύλλα του φυτού, αυτά που ακουμπούσαν σχεδόν στο έδαφος, άντε να μαζέψεις και πρώτο χέρι, και δεύτερο, και τρίτο, από τόσα στρέμματα. Μέχρι να φτάσεις στο τέταρτο καμιά φορά και στο πέμπτο αν είχε προκοπή μεγάλη ο καπνός, να και το κορφάδι. 
Κορφάδι, ήταν το άνθος του φυτού, αλλά έτσι έλεγαν και το τελευταίο χέρι.  Το άνθος συνήθως το τσακίζαμε, το κόβαμε δηλαδή, πριν μαζευτεί το τελευταίο χέρι.

Και οι καλοκαιρινές μέρες στον κάμπο, ξεκινούσαν αξημέρωτα με το μάζεμα. Δυο τρία φύλλα από κάθε φυτό, τόσα αντιστοιχούσαν στο κάθε χέρι, μέχρι να σηκωθεί ο ήλιος ψηλά και να μην αντέχεται το κάμα.
Ο καπνός μεταφέρονταν στην αποθήκη κι εκεί άρχιζε το αρμάθιασμα.

Καμάρωνα θυμάμαι, το πόσο γρήγορα αρμάθιαζα. Μα είχαμε κάποτε μια εργάτρια που νομίζω πως και ποτέ να μη σταματούσαμε να βάζουμε καπνό, ποτέ να μη σταματούσα το αρμάθιασμα, δε θα κατάφερνα να την παραβγώ!
Ήθελε επιδεξιότητα να περνάς κάθε φύλλο στη βελόνα γρήγορα. Γέμιζε η βελόνα καπνό και άδειαζε στο σπάγκο που της περνούσαμε. Με τέσσερις και κάτι βελόνες, αν θυμάμαι καλά πια, γέμιζε μια αρμάθα.
Και οι αγκλίτσες που έκλειναν τις δυο πλευρές του σπάγκου, πόσα μαγικά ακούγονταν τότε στα αυτιά μου!
Αγκλίτσες! Σαν αγκαλίτσες μου ακούγονταν!

Το καλύτερό μου ήταν να σηκώνονται πίσω μου οι αρμάθες. Να μειώνεται σιγά σιγά από μπρος μου το βουνό των φύλλων και να μεταμορφώνεται σε αρμάθες πίσω μου.
Δεν άφηνα κανέναν να μου τις πάρει, γιατί μου άρεσε να καμαρώνω τον κόπο μου.
Βέβαια την έχανα αυτή τη μάχη, αφού έπρεπε να πάνε στη λιάστρα.
Πάντα ήξερα όμως πόσες αρμάθες έκανα. Όλοι ήξεραν πόσες είχαν κάνει. 

Και να πιάνουν ξαφνικά κάτι αυγουστιάτικα μπουρίνια και να μας κάνουν όλους να τρέχουμε.
Να παρατάμε άλλος τη δουλειά, άλλος το μαγείρεμα και άλλοι το παιχνίδι και να τρέχουμε να σκεπάσουμε τις λιάστρες με τα πανιά, γατί αν βρέχονταν οι αρμάθες όλος ο κόπος μας θα πήγαινε στράφι.
Μα και σκεπασμένες να έμεναν όταν σταματούσε η βροχή δεν έκανε.
Άντε πάλι να ξεσκεπάζεις!
Με το αυτί στο δελτίο καιρού και το μάτι στον ουρανό πορεύονταν τα καλοκαίρια των μεγάλων, μαζί με τη σκληρή δουλειά.

Τα καλοκαίρια των περισσότερων παιδιών, μετριόνταν με χέρια και είχαν ονόματα: πατόφλο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο...
Η πρώτη ερώτηση που έκαναν ο ένας στον άλλον ήταν μία. "Τι χέρι μαζεύετε;"
Από το χωράφι περνούσαν το σχολείο κατευθείαν, χωρίς να δουν την άλλη θάλασσα, την κανονική, εκτός αν ο καπνός τους λυπόταν και τους άφηνε επίτηδες λίγες μέρες περιθώριο από ωρίμανση σε ωρίμανση, να πάνε για κάνα μπάνιο.

Τα καλοκαίρια στον κάμπο είχαν μια φορά κι έναν καιρό δικές τους θάλασσες, αλλιώτικες.


Το έργο που κοσμεί την ανάρτηση και οι πληροφορίες, είναι από το:art22.gr

Ένα έργο που σώθηκε επειδή κανείς δεν το είχε προσέξει σ΄ένα παλιό καπνεργοστάσιο της Σταυρούπολης, είναι η σύνθεση του Α. Τάσσου και της συντρόφου της ζωής του Λουκίας Μαγγιώρου: «Η καλλιέργεια του καπνού». Το έργο  αποτυπώνει το μόχθο και τον πόνο των ανθρώπων που πέρασαν τη ζωή τους στα καπνοτόπια και στα καπνομάγαζα. Παραχωρήθηκε τον Απρίλιο του 2012 στην Εθνική Πινακοθήκη και τώρα επιστρέφει για να εκτεθεί στη Θεσσαλονίκη στο ΚΜΣΤ (Μονή Λαζαριστών). Φιλοτεχνημένο το 1960 για τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου Εθνικού Οργανισμού Καπνού Δυτικής Θεσσαλονίκης, κατόπιν παραγγελίας της Εταιρείας Παπαστράτος, το μνημειακών διαστάσεων διακοσμητικό σύνολο, που φέρει την υπογραφή του γνωστού χαράκτη και ζωγράφου Τάσσου Αλεβίζου (1914-1985) και της συντρόφου του Λουκίας Μαγγιώρου (1914-2008), αποτελείται από πέντε επιμέρους συνθέσεις ύψους 2 μ. κι έχει συνολικό μήκος 12,40 μ. (μικτή τεχνική σε ύφασμα επικολλημένο σε ξύλο). Τη μνημειακή σύνθεση συμπληρώνει προπαρασκευαστική μακέτα διαστάσεων 0,59 x 3,80 μ. 


Ίσως είναι μια αλλιώτικη ιστορία, αλλά είναι ιστορία του καλοκαιριού και σαν τέτοια παίρνει τη θέση της στο blog το Κείμενο και στο δρώμενο που εμπνεύστηκε η Μαρία Νι!

Ο VAD εδώ μας εξιστορεί κι αυτός κάποιες αλλιώτικες διακοπές!