Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

5ο "Παίζοντας με τις λέξεις" Συμμετοχές 1 - 5


Το σχεδόν Χριστουγεννιάτικο, 5ο "Παίζοντας με τις λέξεις", μας έδωσε τις λέξεις μαχαίρι, ευθύνη, χειροκρότημα, ξύλο, γάτα κι εμείς γράψαμε!
19 καταπληκτικές συμμετοχές, περιμένουν να τις διαβάσετε, να τις απολαύσετε και να τις βαθμολογήσετε!
Ευχαριστώ πολύ όλους τους παλιούς φίλους που στηρίζουν το παιχνίδι μας που ξεκίνησε η Φλώρα στο  TEXNIS STORIES και συνεχίζεται εδώ και καλωσορίζω με μεγάλη χαρά τους νέους που συμμετέχουν για πρώτη κι εύχομαι φυσικά όχι για τελευταία φορά!

Όσο κι αν πρόσεχα, διόλου απίθανο να έκανα λάθη!
Αν δείτε κάποιο λάθος που αφορά συμμετοχή σας, θα σας παρακαλούσα να μου το επισημάνετε στο mail almikr@gmail.com
Αν το λάθος αφορά κάτι που μπορεί να ειπωθεί δημόσια, χωρίς να διακινδυνεύσει καμιά συμμετοχή, μπορείτε να το γράψετε στα σχόλια!


Ήρθε όμως η ώρα της βαθμολογίας, που άλλαξε!

Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές! 
3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο, 
2 η επόμενη και από 
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!
Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.

Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και την Παρασκευή 18/12 στις οχτώ το βράδυ.
Το Σάββατο 19/12 θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, καθώς κι ένας (που θα βγει με κλήρωση) από όσους βαθμολογήσουν, θα πάρουν συμβολικά δώρα.
Σας ευχαριστώ και σας αφήνω να απολαύσετε τις ιστορίες και τα ποιήματα!




1. Κανείς δεν άκουσε τίποτα...

Ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο γρατζούνισμα στην πόρτα, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα... καθώς μετά το οικογενειακό τραπέζι, παραμονή Χριστουγέννων, όλοι είχαν αποσυρθεί στη μαλακωσιά των στρωμάτων και στου ύπνου τη γαλανή πλάνη.
Μόνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο έμενε ξάγρυπνο συνομιλώντας με τα βαρύτιμα έπιπλα, με τα κομψά βάζα και με τους περίτεχνους πίνακες κι ανυποχώρητο -αναλάμποντας- ξεκινούσε έναν αέναο αγώνα με τον κόσμο του σκοταδιού και του ερέβους, σαν προανάκρουσμα μιας μεγάλης θυσίας!
Δίπλα το τζάκι σκόρπιζε το αντιφέγγισμα του ακούραστα σ' όλες τις γωνιές του σαλονιού και σαν ανταμοιβή εισέπραττε χιλιάδες επευφημίες κι ένα παρατεταμένο χειροκρότημα από τα καλά ξωτικά και τ' αερικά του σπιτιού, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Αυτή τη νύχτα όλα στο σπίτι ήταν μαγικά λες κι ένα ουράνιο χέρι να τα είχε παστρέψει και να τα είχε στολίσει με τα πέπλα της ζεστασιάς της θαλπωρής και της ασφάλειας.
Έξω στον κήπο, φώτα παντού, γαϊτανάκια χαράς απλωμένα στα δέντρα της ζωής φώτιζαν μικρούς κόκκινους ιβίσκους και ναρκωμένες τριανταφυλλιές..
Ο ήχος στην πόρτα το ίδιο χαμηλός έκανε πάλι την εμφάνισή του.
Μία παρατεταμένη επίμονη επίκληση λες στο λουστραρισμένο ξύλο της εξώθυρας.
Κάποιος ν' ακούσει, κάποιος ίσως να γνοιαστεί και να τη συμπονέσει...
Σήμερα είχε αποχωριστεί βίαια το αφεντικό της -που είχε την ευθύνη της -κι είχε χαθεί στα χαώδη δρομάκια της πόλης σαν ένα νόμισμα που κατρακυλά σε αρπακτικούς υπονόμους κι αφανίζεται!
Τρόμαξε πολύ, τον έψαξε αδίκως, τραύλισε ήχους θλιμμένους, και τώρα μπροστά σ' αυτή την πόρτα στο τέλος του δρόμου ζητούσε μια φωλίτσα, ένα καταφύγιο για να βγάλει απ' τη σκήτη της καρδιάς της το μαχαίρι της 
μοναξιάς της στέρησης και της πείνας, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...  
Έκανε προσπάθεια να ζεσταθεί αναπηδώντας ως το ρόπτρο αλλά άδικα, τέντωσε τη γλωσσίτσα της να πάρει νοστιμιά απ' τον αέρα της χαραμάδας, μάταια, άνοιξε τα ρουθούνια ν' αγγίξει τα μικρά πλάσματα της αρμύρας αλλά απογοητεύτηκε κι έγειρε αποκαμωμένη στο πλάι το κεφαλάκι της να κοιμηθεί.
Μια αχτιδούλα έφυγε απ' τα μάτια της και καρφώθηκε στα δέντρα της αυλής!
Έλαμψε σαν πυροτέχνημα ο κήπος, κροτίδες ακούστηκαν δίπλα στα κοιμισμένα ρόδα, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Όταν ξημέρωσε άρχισε απαλά να πέφτει το χιόνι, ξύπνησε το σπίτι και τα παιδιά έτρεξαν ξετρελαμένα στην πόρτα, στράφηκαν και κοίταξαν όλο απορία στο χαλάκι της εισόδου...
Ο μικρός Νικόλας πήρε τη ξέπνοη γάτα στην αγκαλιά του και φώναξε ενθουσιασμένος:
-Γιατί μαμά ξεχάστηκες και δεν μας έδωσες αυτό το όμορφο δώρο;
Έτρεξε η μαμά τους και κοίταξε κάτω σαστισμένη!
....................................................................................................
Εκεί στην άκρια δίπλα στους ιβίσκους θα υπάρχει πάντα ένας μικρός ξύλινος σταυρός σαν ενθύμηση για εκείνο το πρωινό που όλοι άκουσαν καθαρά το λυγμό των δυο παιδιών, κόντρα στο σκοτάδι μιας αλλοτινής νύχτας που κανείς δεν άκουσε τίποτα!




2. Ο εφιάλτης...


Ξημερώνει παραμονή Χριστουγέννων, κι εδώ και λίγη ώρα στριμώχνεται στο μπαλκόνι του τρίτου, κάτω από ένα τσίγκο,  που σκεπάζει δυο λίμπες λαδιού. Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορεί να καταλάβει, αν ο ήχος της βροχής ή η αγωνία του, τρυπούν τα μηνίγκια του.
  Ο Ορφέας τα έχει, εδώ και τρεις μήνες, με μια ξανθιά καλλονή , που συμβαίνει να είναι παντρεμένη. Ο έρωτάς τους έχει σπάσει το φράγμα της λογικής και παρασύρει στο πέρασμά του κάθε συμβατικότητα.
  Πρώτη φορά πήγε στο σπίτι της, γιατί τον διαβεβαίωσε, λέγοντάς του ότι αυτή έχει την ευθύνη, ότι ο άντρας της πήγε στο χωριό του, να φέρει χωριάτικη γαλοπούλα, που του άρεσε, και θα γύριζε την άλλη μέρα , το βράδυ.
  Πήγαν αποβραδίς στα μπουζούκια, διασκέδασαν μέχρι τα ξημερώματα, πήρε και το χειροκρότημά του από το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας  που χόρεψε και γύρισαν στο σπίτι της ,να  σβήσουν την φλόγα τον έρωτά τους, σαν... στο σπίτι τους.
   Στην κορύφωση της ιεροτελεστίας χτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος, κι απότομα πετάγεται η Άσπα και του λέει τρομαγμένη...''πω, πω, ο άντρας μου !''
  Σηκώνεται έντρομος ο Ορφέας , φοράει όπως όπως το παντελόνι και το πουκάμισό του και παίρνοντας τα υπόλοιπα παραμάσχαλα, βγαίνει στο μπαλκόνι, που του υπέδειξε.
  Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε εκείνη για μια στιγμή και του είπε ψιθυριστά...''όταν σου πω θα έλθεις.Μην κουνηθείς από εκεί !''
  Νοιώθει πως έχουν περάσει χρόνια, καθώς τρεμοκουκουρίζει απ΄το κρύο περιμένοντας, κι ενώ η άβολη θέση του επιβαρύνεται από τον υπερκείμενο τσίγκο, καθώς από μια τρύπα του πέφτουν στον σβέρκο του σταγόνες , που αυλακώνουν την ραχοκοκαλιά του, σαν μαχαίρι.
  ΄Εχει φωτίσει για τα καλά και μπορεί να βλέπει κάτω στον δρόμο παιδιά ζυγιές- ζυγιές ,να περνοδιαβαίνουν για τα κάλαντα.
   Δίπλα του μια γάτα στέκεται με οίκτο στα μάτια, που στην αρχή του έμοιαζαν εχθρικά. Του συμπαραστέκεται, σχεδόν συνωμοτικά.
  Ξαφνικά ακούγεται η μπαλκονόπορτα και πριν φουντάρει απ΄την τρομάρα του, , βγάζει η  Άσπα το κεφάλι και του λέει ...''έλα γρήγορα !''
Τον οδηγεί γρήγορα στο ασανσέρ, που είχε με το ροδάκι της πόρτας  εγκλωβίσει, του δίνει ένα πεταχτό φιλί και του λέει,..''φύγε γρήγορα, τον έχω στείλει μια στιγμή στην αποθήκη. Θα τα πούμε ''
  Κατέβηκε και έφυγε τρέχοντας, με σκυμμένο κεφάλι, να φαίνεται  σαν παιδί που πάει για  τα κάλαντα.
  Πήγε κατευθείαν στην πρώτη εκκλησία, που βρήκε μπροστά του.
  Άναψε ένα κερί, ευχαριστώντας τον Χριστούλη που γεννιέται , μιας και γλύτωσε το ξύλο , Χριστουγεννιάτικα...
  Και μια υπόσχεση ....κομμένα με το μαχαίρι τα ξένα σπίτια....





3. Εφτάψυχη

Εφτά ζωές έχει ζήσει ως τώρα το Μαρούλι μας.
Εφτά διαφορετικοί θάνατοι. Εφτά αναγεννήσεις. Εκ του μηδενός. Άλλη στη θέση της θα είχε αφήσει το κύμα να την παρασύρει. Μα αυτή, σαν γάτα με εφτά ζωές, συνέχιζε. Αγόγγυστα θαρρείς!

Στο χωριό ξεκίνησαν όλα. Εκεί πέρασε τα πρώτα δύσκολα. Στο σπίτι έμεινε με το που τέλειωσε το δημοτικό, να συντρέχει τα μικρότερα αδέρφια της. Η μάνα μισότρελη, πουτανιάρα. Άλλαζε τους άντρες σαν αλλαξιά ιδρωμένη~ της μιας βραδιάς οι περισσότεροι. Ήδη είχε ζήσει μαζί της μια ζωή και πολλούς θανάτους!
Ο τελευταίος γκόμενος της "πουτανιάρας", έγινε και πατριός της. Ο τελευταίος, ήταν και η φαρμακερή της.
Την πήρε βίαια μια μέρα που η μάνα από το μεθύσι είχε πέσει σε λήθαργο, μέσα στο πιάτο που έτρωγε. Την τσάκισε κάτω σαν κουνέλι. Τη σφάγιασε τη καψερή. Μαχαίρι στο παρθένο χωράφι της το αφηνιασμένο, υγρό εργαλείο του, σαν υνί που έσκαψε και χάραξε τη γη! Ούτε κιχ δεν πρόλαβε να βγάλει το μικρό. 
Πάνω στο τρυφερό, παιδικό κορμάκι της κόρεσε τις αδηφάγες ορέξεις του. Και το "μαρουλάκι" μας δεν είχε κανέναν να πει τον πόνο της. Έξι αδέρφια είχε να φροντίσει.  Αν ήθελε, ας έκανε κι αλλιώς!
Άλλος ένας θάνατος, από τους πολλούς. Χωρίς τιμωρία των ενόχων.

Δεν είπε τίποτα. Όπως ποτέ δεν έλεγε!  Όμως σε εφτά μήνους, η φουσκωμένη της κοιλίτσα πρόδωσε το καλοφυλαγμένο μυστικό. Στη μάνα που είπε κάποια στιγμή με αναφιλητά τα καθέκαστα, μετάνιωσε. Έφαγε το ξύλο της χρονιάς της. Μετά, την έδιωξε. Στους δρόμους πετάχτηκε σαν σκουπίδι. Λες κι ήταν δική της η ευθύνη για τις γουρουνιές του πατριού.
Με μια διεύθυνση σ΄ ένα χαρτάκι κατέβηκε στην Αθήνα. Βρήκε τη θεία Διαμάντω, ξαδέρφη της μάνας της. Τη μάζεψε με το στανιό, για ψυχοκόρη.  Για λίγο την κράτησε κι αυτή. Όταν είδε τα μάτια του δικού της γουρουνιού να τη λιμπίζονται στο δρόμο την άδειασε σαν σακί!
Πάλι αυτή την πλήρωσε. Τα χτήνη πάντα την γλιτώνουν!
Άλλος ένας ακόμα θάνατος. Τον πέρασε στο πόδι. Αν ήθελε, ας έκανε κι αλλιώς!

Γέννησε με πόνο το βλαστάρι της. Μόνη της. 
Ταλαιπωρήθηκε πολύ. Με ιδρώτα το μεγάλωσε. Πλένοντας σκάλες. Κάνοντας τη παραδουλεύτρα. Πηγαίνοντας με άντρες που έβρισκε στην Ομόνοια. Άντρες βρωμεροί, γέροι. Ό,τι της τύχαινε. Κι εκεί, τα στραβά μάτια έκανε. Για το παιδί της. 

Όλα στα πόδι τα πέρασε το Μαρούλι! Σαν συνάχι. Κιχ δεν έβγαλε ποτέ. Εφτά ζωές κι άλλες τόσες θα έδινε για το μοναχογιό της. Το αγνώστου πατρός!
Κι άλλα τόσα θα πέρναγε για χάρη του. Το αγάπησε εκείνο το μωρό. Κι ας ήταν σπέρμα ενός χτήνους.  Για κείνη ήταν το παιδί της. Ένα αγγελούδι! Τι έφταιγε;
Και θα έδινε τα πάντα να το δει να ευτυχεί... Μέσα από αυτό, μια ακόμα ζωή θα ζούσε το Μαρούλι μας. Κι ας μην έπαιρνε ποτέ της χειροκρότημα για όσα άντεξε κι έζησε.

Αχ Μαρουλάκι μου να ήξερες...Δεν είσαι μόνη . Αμέτρητα μαρουλάκια θα ζούνε και θα πεθαίνουν διαρκώς σε τούτη τη ζωή. Και θα αναγεννιούνται. Από τη στάχτη τους. Γιατί είναι φτιαγμένα από κείνα τα υλικά που είναι φτιαγμένοι μοναχά οι ήρωες!





4. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ, ΔΩΣΕ ΛΙΓΟ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.

Tο Καλύτερο δώρο, είναι όταν χαρίζεις ένα  μέρος του εαυτού σου.
Χρόνια πριν, τα ταξίδια στις θάλασσες, έκαναν ένα πλοίο τις παραμονές Χριστουγέννων, να μοιάζει με μαχαίρι καρφωμένο στο χάρτη ενός λιμανιού  της  Βόρειας Αγγλίας και να ξεφορτώνει πετρέλαιο.
Ο καπετάνιος βολτάροντας στο κατάστρωμα, ένιωθε το χιονόνερο να τρυπάει το προσώπου του αλλά και τη καρδιά του, αφού μέσα στο πλήρωμα, έβοσκε μια άφωνη θλίψη. Το τσουχτερό κρύο, δεν ήταν αρκετό, να τους κάνει να ξεχάσουν, ότι οι μέρες που έρχονταν, θα τους εύρισκαν, μακριά από τα σπίτια τους, να ονειροπολούν οικογενειακές στιγμές και  οικεία χαμόγελα.
Οι άνθρωποι είναι μια μεγάλη οικογένεια, που πολλές φορές είναι σκορπισμένη  στα πέρατα της γης. Όταν νοιώσουν την ανάγκη της συντροφικότητας, τότε η ζεστασιά της οικογένειας, έρχεται μέσα τους και τρίβεται στα σωθικά τους, σαν τη γάτα που τρίβεται στα ποδάρια μας, όταν χαριεντίζεται.
Θα έφευγαν τη παραμονή των Χριστουγέννων, για τον επόμενο προορισμό. Η παραμονή των Χριστουγέννων, ήταν ριζωμένη στο μυαλό του καπετάνιου. Αποκαμωμένοι από το ξενύχτι και τη δουλειά, θα έπρεπε να πάνε να ξεκουραστούν κι εκείνος,  έψαχνε να βρει τις συνθήκες για να αλλάξουν δυο ευχές, όλοι μαζί.
Σχεδίαζε το Χριστουγεννιάτικο μεσημεριανό τραπέζι και το θελε γεμάτο χαμόγελα.
Μυστικά, αγόρασε από το λιμάνι, ένα δώρο για τον καθένα του πληρώματος. Φεύγοντας το πλοίο από το λιμάνι, όταν οι περισσότεροι αποκαμωμένοι πήγαν να ξεκουραστούν, μπήκε στο σαλόνι, αφήνοντας στο χριστουγεννιάτικο δέντρο τα δώρα του.
Σε κάθε δώρο κι ένα όνομα γραμμένο.
Κόντευε μεσημέρι, το πλήρωμα, εμφανίζονταν στο σαλόνι, με σκοπό να καθήσουν όλοι μαζί στο Χριστουγεννιάτικο γεύμα.
Ο καπετάνιος έπινε το καφέ στο σαλόνι, κλέβοντας χαμόγελα από τον καθένα, που άνοιγε το δώρο του. Ρωτούσαν, ποιος τα έφερε τα δώρα. Κι ο καπετάνιος τους έλεγε:
- ¨Ο Άγιος Βασίλης με ευθύνη και προσοχή, τα έφερε με την πιλοτίνα*, γιατί το  έλκηθρο δυσκολεύεται  στα κύματα.
Όλοι σχεδόν είχαν πάρει το δώρο τους. Τελευταίος ο μάγειρας, πήγε να πάρει το δικό του. Παίρνοντάς το, γυρίζει προς το καπετάνιο και του λέει:
-  Καπετάνιε δεν θα πάρεις το δώρο σου;
Ο καπετάνιος ξαφνιάστηκε. Ο μάγειρας συνέχισε:
-  Ένα δώρο γράφει, "Για τον Καπετάνιο".
Ο καπετάνιος πιάνοντάς το, έμεινε σαν ξύλο, ακίνητος και σαστισμένος. Πως δεν μπόρεσε, να το δει στο δέντρο, όταν έφερνε τα δικά του, νωρίτερα;
 Μέσα στο κουτί, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, ολόιδια με εκείνα, πούχαν σπάσει, μέρες πριν στη γέφυρα, σε ένα κούνημα του καραβιού. Ένα σημείωμα έγραφε:
" Γιατί ο καπετάνιος, πρέπει να βλέπει πάντα καλά".
Στρέφει το βλέμμα του στο σαλόνι.Παντού χαμόγελα για την έκπληξή του.
Ένα χειροκρότημα ξέσπασε. Χαμογελώντας, ο καπετάνιος ρώτησε:
-  Ποιός αγόρασε τα γυαλιά;
Ο ηλεκτρολόγος του απάντησε:
-   Ο Άγιος Βασίλης τάφερε, γιατί ο Άγιος Βασίλης δεν φέρνει δώρα μόνο στο πλήρωμα, φέρνει και στο Καπετάνιο.
Μόλις είχε συμβει ένα Χριστουγεννιάτικο θαύμα.
Ένα παιδί ξύπνησε μέσα τους, ίδιο με κείνο, που γεμίζει με αγάπη, συντροφικότητα και χαμόγελο σαν θωρεί τον Άη Βασίλη.

*Πιλοτίνα = η βάρκα που μεταφέρει τον πλοηγό στο πλοίο γιά να μπέι στο λιμάνι.





5.Ανεπίστρεπτο

Χριστούγεννα απόψε, θα ανάψω όλα τα φώτα
Να γιορτάσω κι εγώ
Στο βάζο τα γαρύφαλλα μαραμένα
Κι εκείνη η πράσινη στεφάνη στο μέσο του βάζου
Σαν θηλιά μοιάζει ή μάλλον σαν διάνυσμα
Ονείρων πεθαμένων, μια πύλη που βγάζει
Στη ψυχρή αίθουσα των ειδώλων
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ παρότι μόνη θα γιορτάσω
Άκου το χειροκρότημα των άστρων για εμένα είναι
Με σκέφτηκαν κι αυτά τα ουράνια...
Έτσι θαρρώ πως δεν θα με ανακρίνουν στο μέλλον άλλο οι Θεοί σου!

Θα σταθώ εδώ δίπλα στο οβάλ τραπέζι
Θα ανάψω τσιγάρο κι όπως η στάχτη
Θα πέφτει ένοχα απ' το τρέμουλο
Πάνω στο ξύλο θα κάνω σχέδια πολλά
Γιατί ξέρεις οι πιο όμορφες μορφές μ' αποκαΐδια φτιάχνονται
Η τέφρα δεν πονά τις ρυτίδες, τις θωπεύει
Θα κάτσω εδώ λοιπόν ανήμερα Χριστούγεννα
Κι η γάτα μου αποφασισμένη θα εκλιπαρεί για ένα χάδι
Δεν ξέρω ίσως ενδώσω, ξέφτισε κι αυτή η κουβέρτα
Αλλά παραμένω ζεστή
Είναι που με τη φωτιά διαλέγομαι
Μην παίρνεις εσύ την ευθύνη 
Θα έχεις δει άλλωστε κάποιες κρυφές πληγές μου
Εσύ που δρόμους άνοιξες κάποτε στο αβέβαιο
Έλα εδώ στα στενά να με περιγράψεις!

Πολυλογώ το ξέρω, τι άλλο όμως μου έμεινε να κάνω;
Ίσως πάρω το μαχαίρι ν' ανοίξω ένα δυο χρυσούς καρπούς
-Εκείνο το μαχαίρι που το λέπτυνε το χώμα-
Ίσως ζήσω έτσι τ' όνειρο
Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κρύβει στο βάθος
Ένα σκληρό περίβλημα
Τι έχω να χάσω;
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ θα σταθώ γυμνή μπροστά στους ουρανούς
Πολλά τα φωτάκια δεν θα φαίνομαι
Το πολύ φως τυφλώνει όπως κι αυτό το μαύρο της νύχτας!

Αν θέλεις έλα, έχω στεριώσει τη σκαλωσιά
Πάντα ανέβαινα σ' αυτά τα δώματα
Εκεί τα πολύτιμα και τ' ακριβά, τα συντηρώ επιμελώς!
Μην ανησυχήσεις ποτέ
Εκεί θα πλανιέμαι φορώντας
Το καρό σου πουκάμισο που ξέχασες προ ετών...
Σ' αυτά τα δώματα
Φυλάω με προσοχή τα μικρά φυλαχτά μου
Μόνο που διαλέγω πάντα ένα
Αυτό δεν θα στο δώσω
Το μόνο δικό μου στολίδι
Ένα χάρτινο φιλί που διαφύλαξε στεγνό η μνήμη
Τώρα κρέμεται στο δέντρο δίπλα στα ξωτικά
Γιατί είναι Χριστούγεννα απόψε και σκοτεινά σ' αναπολώ!


Για να πάτε στην ανάρτηση με τις συμμετοχές 6 - 12 πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 13 - 19 πατήστε εδώ!

5ο "Παίζοντας με τις λέξεις" Συμμετοχές 6 - 12


6. Η χορεύτρια των Χριστουγέννων

Περίμενε υπομονετικά. Μέχρι τα φώτα του δέντρου να συναντήσουν το φως του φεγγαριού. Και τότε γλίστρησε σα γάτα! Κυλίστηκε για λίγο στο χαλί. Χουζούρεψε στη χρυσόσκονη που είχε σκορπίσει στο δωμάτιο. Ύστερα σκαρφάλωσε στο παράθυρο. Κρυφοκοίταξε. Ο αγαπημένος της ήταν εκεί! Απέναντι, στο μπαλκόνι, όπως κάθε βράδυ.
Θα χόρευε μόνο για εκείνον! Το χιονάνθρωπο που αναβόσβηνε σαν να ‘λεγε: «Σ’ α-γα-πώ, σ’ α-γα-πώ, σ’ α-γα-πώ».
«Κι εγώ σ’ αγαπώ!» ψιθύρισε μέσα από το τζάμι εκείνη, η χορεύτρια των Χριστουγέννων. Κι άρχισε να λικνίζεται απαλά. Σα γάτα που ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί.
Μα ήταν χορεύτρια μαριονέτα και η πρωτοβουλία την τραυμάτισε. Κόπηκε ένα σκοινί, έσπασε ένα ξύλο

Σκαρφάλωσε ξανά στο δέντρο, ξάπλωσε σ’ ένα κλαδί, σα τη γάτα που κουρνιάζει δίπλα μπροστά στο τζάκι για να ζεσταθεί. Έδειξε τα παθήματά της στα υπόλοιπα στολίδια. Μα, κανένα δεν ανέλαβε την ευθύνη να τη βοηθήσει. Και είχε το στρατιωτάκι ένα κομμάτι ξύλο από το όπλο του. Και είχαν οι μπάλες πολλά σκοινάκια. Φοβήθηκαν όμως την ευθύνη…

Το πρωί ο πατέρας έφτιαξε την χορεύτρια των Χριστουγέννων. Πήρε ένα μαχαίρι, βίδωσε σφιχτά τη βίδα. Μα δεν αντικατέστησε το ξύλο και το σκοινί. Και η μαριονέτα δεν μπορούσε πια να χορέψει. Όμως κρεμόταν και πάλι από το δέντρο. Και το παιδί χειροκρότησε χαρούμενο. Χειροκρότησε και η μητέρα που είδε το παιδί χαρούμενο.
Πόσο την πόνεσε το μαχαίρι που την ακινητοποίησε. Και το χειροκρότημα που δεν ήταν για το χορό της.  Και των στολιδιών η αγάπη που φοβήθηκε την ευθύνη.

Το φως του φεγγαριού συνάντησε ξανά τα φώτα του δέντρου. Ο χιονάνθρωπος, απέναντι, αναβόσβηνε: «Σ’ α-γα-πώ». Όμως η χορεύτρια των Χριστουγέννων έμεινε ακίνητη.
Και τότε, το αστέρι της κορυφής έσβησε! Από ντροπή. Που δεν είχε πάρει την ευθύνη… Και τότε, ο μικρός τυμπανιστής αντικατέστησε το σπασμένο ξύλο με τη μπαγκέτα του. Η μπαλαρίνα αντικατέστησε το σκοινί με κλωστούλες από τη φούστα της. Και το ελαφάκι χαλάρωσε τη βίδα με τα κέρατά του.
Και η χορεύτρια των Χριστουγέννων, σα γάτα που πηδάει τις στέγες για να βρει το γάτο της, σκαρφάλωσε στο παράθυρο. Κι άρχισε να λικνίζεται μόνο για το χιονάνθρωπό της.
«Καλή χρονιά, χρόνια πολλά
χαρούμενη, χρυσή Πρωτοχρονιά»
τραγουδούσε το μουσικό κουτί.




 http://fridge.gr/wp-content/uploads/2013/02/Edvard-Munch-The-Kiss-1897.jpg?9d7bd4

7. Αυλαία

Ο  Μανώλης μπήκε στην αυλή κι έριξε μια ματιά γύρω. Το κοτέτσι ήταν από ώρα  κλεισμένο.  Μια παρδαλή γάτα γλειφόταν δίπλα στο γεράνι.
Ένα  παράθυρο φωτιζόταν απαλά. Αυτό το απαλό έμοιαζε να φτάνει μέχρι μέσα του, να τον φωτίζει και να τον ηρεμεί. Πριν οι ευθύνες, οι αμφιβολίες και οι δισταγμοί προλάβουν να ανοίξουν  δρόμο μέσα στο μυαλό του, πήρε βαθειά ανάσα και ξεκίνησε. Δεν είχε σκεφτεί τίποτα περισσότερο από το να χτυπήσει την πόρτα της. Μετά θα έβλεπε..
Η Ασημίνα σάστισε που τον είδε να στέκεται μπροστά της. Έκανε ένα βήμα πίσω για να τον προσκαλέσει να μπει στην κάμαρα.
Τα ξύλα έτριζαν στο τζάκι.
-Καλησπέρα, είπε ο Μανώλης.
- Καλησπέρα, Μανώλη, απάντησε η Ασημίνα.
Του άρεσε που άκουσε το όνομά του. Πήρε θάρρος σαν  να το είχαν ξεχωρίσει μέσα σε ένα πλήθος ανθρώπων. Όπως όταν ήταν μικρό παιδί και αλήτευε όλη μέρα στα παιχνίδια και άκουγε ξαφνικά τη φωνή της μάνας του να τον καλεί. Μόνο εκείνον από όλο το παιδομάνι. Ήταν γλυκιά η γεύση της παιδικής ελευθερίας,  μα πιο γλυκιά ακόμα η αίσθηση του να ανήκεις κάπου, να σε φωνάζουν με το όνομά σου.
Χαμογέλασε.
-Πέρασα να δω αν είναι όλα εντάξει... Αν εσύ είσαι εντάξει. ..
- Ναι. Ναι όλα είναι εντάξει. Και εγώ.
Η Ασημίνα  κοίταξε γύρω-γύρω την κάμαρα. Αισθανόταν αμήχανα μ' αυτόν τον άνδρα μέσα στο σπίτι της, κι όμως δεν ήθελε να φύγει. Προσπαθούσε να βρει τρόπο για να τον κρατήσει περισσότερο.  Του έδειξε μια καρέκλα για να καθίσει και γύρισε στο παραγώνι. Έβγαλε το τηγάνι και έριξε  δύο αυγά. Ο Μανώλης την παρακολουθούσε.
-Άφοβη ήσουν σήμερα! Ρίχτηκες κατευθείαν στη φωτιά να βγάλεις την Παναγιώτα. Αν δεν την προλάβαινα εγώ, θα την είχες βγάλει εσύ.
-Κάποιος θα το έκανε. Εγώ, εσύ.
Έμεινε ο απόηχος των λόγων της να καμπανίζει στο δωμάτιο. Εγώ. Εσύ.. Εγώ κι εσύ...
Η Ασημίνα ακούμπησε τα πιάτα στο τραπέζι. Έφερε ψωμί, τυρί, κρασί και δύο ποτήρια. Τελευταία έφερε δυο πιρούνια και το μαχαίρι για το ψωμί, όπως έκανε ο πατέρας της. Έτσι κανείς δεν έμπαινε στον πειρασμό να ξεκινήσει να τρώει πρώτος, πριν καθίσει κι ο άλλος.
Ο Μανώλης έριξε κρασί στα ποτήρια και σήκωσε το δικό του.
-Καλώς σε βρήκα, Ασημίνα, είπε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Καλώς σε βρήκα και καλώς με δέχτηκες.
-Καλώς όρισες και καλώς σε δέχτηκα, Μανώλη.

Μια  πορφυρή αυλαία έκλεισε έξω τη νύχτα. Έμειναν να κοιτάζονται με τα  ποτήρια μετέωρα,  χωρίς να νοιάζονται για αχρείαστα χειροκροτήματα..





8. Παίζοντας κρυφτό με τη μελαγχολία των Χριστουγέννων

Κάθε που πλησιάζουν Χριστούγεννα 
νοσταλγία και μελαγχολία από το χέρι με πιάνουν
Προσπαθώ να γίνω ξανά παιδί 
μα τα χρόνια χάρη δεν μου κάνουν

Ονειρεμένα τι να σημαίνει συλλογίζομαι (!)
Ένα οικείο πλήθος γύρω από το τραπέζι,
χάχανα, φωνές και ζωηρές στιγμές
Έξω η πρώτη εμφάνιση χιονιού και χορός νιφάδων,
μέσα δώρα και μυρωδιές, ευθύνη όλα των μαμάδων
και η γάτα την κάλτσα στο τζάκι 
να παραμονεύει να περιεργαστεί
λες και γνωρίζει ότι κάτι κρυμμένο βρίσκεται εκεί

Ο φόβος γύρω μου τυλίγεται κάθε φορά 
αν θα έρθουν τα φετινά και χάρη δεν μου κάνουν 
να νιώσω πως για μένα υπάρχουν χέρια να με πιάνουν
το ονειρεμένο πλήθος αναζητώ σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα
μα να μην γίνουν όλα στάχτες σε μια νύχτα

Παίρνω την ευθύνη στα χέρια μου
και κόβω μαχαίρι όλες τις ανησυχίες 
και τις ατελέσφορες μου σκέψεις
το χειροκρότημα για την προσπάθεια απαραίτητο για να αναθαρέψεις
Ας πάρει ο χρόνος ο παλιός 
τους φόβους όλους με ένα μαγικό

Χτυπάω ξύλο άλλο κακό να μην μας βρει 
και το νέο έτος στα καλύτερα του να ντυθεί 
και να μας υποδεχθεί
Αξίζει η ελπίδα στην επιφάνεια να αναδυθεί.





9. Χάδι Χριστουγέννων

Κοφτερή λάμα κι αδρή η κοπή του μαχαιριού,
καθώς την ξύλινη λαβή μες΄ τα χέρια κρατούν.
Γλυκό ψωμί στο χέρι που φέτες κόβει ακόμη,
φέτα άχρονα αλειμμένη βούτυρα και μέλι.

Πλάι στο ξύλο της κοπής νόστου ευχή περισσεύει,
μπουκίτσα για τη γάτα ψίχουλα στα πουλάκια.
Μα πιο βαθειά ακόρεστη σαν δίψα καρτερεύει,
κάθ΄ Οδυσσέα ΄πιστροφή στο γιορτινό τραπέζι.

Σε δυο ευθείες πάνω φως κει ανάμεσα η αγάπη,
άκρατες  οι στιγμές τους πάνω η ευθύνη μόνη.
Συνείδηση αγκαλιά χορού χέρια παιδιών κρατούν,
χρόνια όνειρα αναδεύουν γουλιά γάλα κακάο.

Φώτα στο δέντρο ρυθμικά πλανήτες μες΄ τα χάη,
χειροκροτήματα χιονιού σιωπή ηχούν στο τζάμι.
Που αντιλάμπει ακόμη το στολισμένο δέντρο,
σαν χάδι Χριστουγέννων δώρο κρουσταλλιασμένο.



10. Το κουτί.

Άνοιξε την πόρτα με δυσκολία. Δεν ήξερε καν ότι είχε ακόμα τα κλειδιά μέσα στην τσάντα της. Το σπίτι σχεδόν άδειο. Η σκόνη είχε σκεπάσει τα πάντα. Τα λιγοστά έπιπλα από ξύλο δρυός, τα μοντέρνα υφάσματα και εκείνον τον πανάκριβο πολυέλαιο. Πόσο απαξιωμένα μοιάζουν όλα όταν έχουν πεθάνει. 
Περπάτησε διστακτικά τον διάδρομο. Σχεδόν αθόρυβα. Από ποιον κρυβόταν; Κανείς δεν έμενε πια εδώ, κανείς δεν έμενε πια σε κανένα πάτωμα της πολυκατοικίας. Δεν θα μπορούσε κανείς να την πάρει χαμπάρι.
Το φιλντισένιο πάτωμα έχασε τα λάμψη του από τότε που χώρισαν και οι ζωές τους. Τράβηξε προς την κουζίνα. Τα ντουλάπια ανοιχτά και άδεια. Ο πάγκος κενός. Μόνο δυο κονσέρβες γάτας ξεχασμένες στην άκρη του νεροχύτη. Θυμήθηκε πως τις είχε ξεχάσει την τελευταία μέρα που μάζεψε και τα τελευταία της πράγματά. Έχουν λήξει. Όπως έληξαν και τα συναισθήματα, όπως έληξαν και τα όνειρα, όπως τέλειωσε και η αγάπη.
Πάνω ψιλά, το πατάρι. Το κοίταξε με απορία. Δεν θυμόταν καν τι αποθήκευαν εκεί μέσα. Μήπως τα χαλιά; μήπως παλιά ρούχα; Η μνήμη της την είχε εγκαταλείψει.
Περπάτησε προς τη κρεβατοκάμαρα. Άδεια. Η τεράστια ντουλάπα στέκονταν σαν θεριό. Μια ντουλάπα που χωρούσε όλη της την ματαιοδοξία, όλη της την ζωή, όλη της την εθελοτυφλία.
Να μια παλιά καρέκλα της γιαγιάς. Ξεχασμένη στο σπίτι από χρόνια. Με αυτή θα μπορούσε να ανέβει στο πατάρι, σκέφτηκε. Την άρπαξε διστακτικά και την τράβηξε στην κουζίνα. Την ακούμπησε δίπλα στον τοίχο και ανέβηκε. Το πατάρι δεν είχε τίποτα, παρά μόνο ένα μεγάλο κουτί. Άσπρο. Έστυβε το μυαλό της να θυμηθεί τι θα μπορούσε να κρύβει αυτό το κουτί. Τι θα μπορούσαν να είχαν ξεχάσει, τι τους έλειπε τόσα χρόνια;
Το κατέβασε και το ακούμπησε στο πάτωμα. Με ένα μαχαίρι που βρήκε μέσα σε ένα συρτάρι, έκοψε τις φθαρμένες απ΄ τον χρόνο ταινίες και το άνοιξε. Τα μάτια της έλαμψαν από έκπληξη. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο! Ένα δέντρο που κουβαλά όλα τα χρόνια που έζησε μαζί του, όλα τα Χριστούγεννα, όλες τις γιορτές, μα περισσότερο κουβαλά εκείνα τα τελευταία Χριστούγεννα που δεν το στόλισαν, τα τελευταία Χριστούγεννα που πέρασαν μαζί.
Έκλεισε γρήγορα το κουτί, έκλεισε ξανά μέσα του το ακριβό απόκτημα, το τοποθέτησε στη θέση του, όπως και την καρέκλα της γιαγιάς πίσω στο υπνοδωμάτιο και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα.
Κατέβηκε αποφασιστικά τις σκάλες, βγήκε στον δρόμο χαρούμενη και ανακουφισμένη. Έβγαλε τα κλειδιά από την τσέπη της. Τα κοίταξε. Τι την έφερε ξανά πίσω σε αυτό το σπίτι; Μια επιβεβαίωση; Μια αμφιβολία; Τώρα πια δεν ένιωθε τίποτα απ΄ αυτά. Ο υπόνομος δέχτηκε με χαρά τα κλειδιά της και η ευθύνη της πέταξε μακριά.
Ένα χειροκρότημα ακούστηκε στο βάθος του μυαλού της. Μια αυλαία έπεσε οριστικά καθώς μια νέα ζωή είχε ήδη αρχίσει.





11.Γράμμα στον Άη Βασίλη

Αγαπημένε μου Άη Βασίλη, το σκέφτηκα πολύ καλά πριν ξεκινήσω να σου γράφω, όμως το αποφάσισα τελικά, μιας και δεν έχω να χάσω και τίποτα….
Βιαστικά σου γράφω, γιατί πρέπει να βάλω το κοστούμι μου και στη συνέχεια να βαφτώ, είναι εντελώς απαραίτητο αυτό, μιας και ο ρόλος μου απαιτεί να μεταμορφωθώ σε…. 
Γάτα !!! Μισό να σου εξηγήσω, υποδύομαι την ΜΠΛΕ ΓΑΤΑ στο ομώνυμο έργο, το σενάριο του οποίου συνέγραψα η ίδια μαζί με το παρεάκι των φίλων :
Δανάης, Σέργιου, Πέτρου, Μάρθας, Κλεώνης, Τιμολέοντα, Αρτεμισίας και του δικού μου, του Χαρίτωνα
Εν συντομία θα σου εξιστορήσω τα γεγονότα, για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται.
Ζόρια μεγάλα περνούσα, προ διετίας λίγο πριν τα Χριστούγεννα, εξ αιτίας ενός κατάγματος. 
Ήτανε τυχερό όμως, μέσα στην ατυχία μου, να γνωρίσω τον Χαρίτωνα, (ήτανε  ο ορθοπεδικός που με γιατροπόρεψε).
Θετικό άτομο και πολυτάλαντο !!! Μουσικός, στιχουργός και με την αδελφή του τη Δανάη  και άλλους φίλους, έχουνε δημιουργήσει μία ερασιτεχνική θεατρική ομάδα ,που παίζει έργα σε Παιδιατρικά Νοσοκομεία…
Ίσως αν δεν τους είχα γνωρίσει, να μην μάθαινα ποτέ, για τη θαυμάσια προσφορά τους…
Κεραυνοβόλος έρως με τον Χαρίτωνα και με τον ερασιτεχνικό θίασο ταυτόχρονα !!! Εκείνη τη Πρωτοχρονιά, η παρέα, μου χάρισε τη ΝΙΟΥΡΑ, μία υπέροχη Ρώσικη μπλέ γάτα, ντροπαλή και ήσυχη, με βελούδινο τρίχωμα και εξαιρετικό χαρακτήρα .!!!
Λοιπόν, η ΝΙΟΥΡΑ, με τη σειρά της, μου χάρισε την έμπνευση για το σενάριο του θεατρικού που  παίζουμε …
Μαγική η ΜΠΛΕ ΓΑΤΑ, συντροφεύει, συμβουλεύει και προστατεύει την όμορφη πριγκίπισσα που η ζηλιάρα μάγισσα έχει φυλακίσει στο κάστρο…
Νιαουρίζει , σαλτάρει επιδέξια και με την πονηριά της καταφέρνει στο τέλος να τη σώσει!!!
Ξύνοντας με τα νύχια και τα δόντια της, το ξύλο του ραβδιού της μάγισσας,  την  αναγκάζει, να κάνει διαρκώς γκάφες ….
Όλοι οι μικροί θεατές, ξεφωνίζουν ενθουσιασμένοι με τα καμώματα της ΜΠΛΕ ΓΑΤΑΣ, την ενθαρρύνουν  και ξεσπούν σε δυνατό χειροκρότημα όταν  κάνει τα ηρωικά της κατορθώματα…..
Πόση συγκίνηση αλήθεια, μοιραζόμαστε όλοι,  με τη συμμετοχή των παιδιών στο έργο…..και πόσο έντονα αισθανόμαστε την ευθύνη ,αυτής της προσφοράς…
Ρίξε το μαχαίρι !!! Τώρα !!! Ξεφωνίζουν οι μικροί θεατές εναγώνια, προκειμένου η Μπλε Γάτα  να καταφέρει να οπλίσει  τον γενναίο, που θα κόψει τις ρίζες της περικοκλάδας που έχει καλύψει το κάστρο…. 
Σεισμός από γέλια !!! Η ζηλιάρα μάγισσα από γκάφα, μαγεύεται η ίδια και μεταμορφώνεται ποντικίνα……
Τέλος αίσιον και ευτυχές…… Η πριγκίπισσα ελευθερώνεται, γάμοι και χαρές, χοροί και τραγούδια !
Υπέροχη  η αίσθηση της χαράς που πλημμυρίζει τα παιδικά πρόσωπα…..!!!
Φανταστικές οι στιγμές που ζούνε οι μικροί θεατές, αλλά κι εμείς οι ηθοποιοί…..
Χορεύουμε στο τέλος όλοι μαζί, η καρδιά μας  σκιρτάει δυνατά από συγκίνηση  κοιτάζοντας τα αναψοκοκκινισμένα τους προσωπάκια και τα λαμπερά τους μάτια….
Ψιτ ψιτ….Η ΝΙΟΥΡΑ μας περιμένει κάτω από το στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο, για να μας παρουσιάσει ένα θαύμα!!! Τα δύο νεογέννητα μωρά της !!!
Ω!!! Πόσο τυχεροί είμαστε !!! Άγιε Βασίλη σ΄ευχαριστώ, και σε παρακαλώ, αυτή τη χρονιά, να χαρίσεις το θαύμα που χρειάζεται, κάθε παιδί πάνω στη γη……





12. Ανακατώστρας και υιός

Το σπίτι είναι βυθισμένο στην ησυχία. Όλοι κοιμούνται του καλού καιρού.
Μόνο κάποιο ξύλο τρίζει κάπου κάπου στο τζάκι και ταράζει τη σιγαλιά.
Μόνο αυτό; Αν στήσεις αυτί θα ακούσεις και κάτι ακόμα.
Κάτι, που καθόλου δε μοιάζει με τους φυσιολογικούς ήχους ενός σπιτιού που ακούγονται μόνο το βράδυ.
Ομιλίες έρχονται από την κουζίνα.
Εκεί στέκονται δυο φιγούρες η μια απέναντι στην άλλη και λογομαχούν.
Κάτι μου λέει πως δεν είναι παρά καλικάντζαροι, αλλά για στάσου να ακούσουμε τι λένε!
Μια φωνή ακούγεται καθαρά και είναι παιδική, φοβισμένη.
-Σσσσσς, μη φωνάζεις και άσε κάτω το μαχαίρι, γιατί θα γίνει καμιά ζημιά, τραύλισε.
- Θα γίνει καμιά ζημιά! Κορόιδεψε η άλλη φωνή. Μα αυτό ακριβώς θέλω να γίνει. Ζημιά, πολλές ζημιές δηλαδή. Τόσες πολλές που να χάσουν το λογαριασμό μετρώντας τες οι άνθρωποι! Έφτυσε την τελευταία λέξη με περιφρόνηση.
Τα σάλια πέτυχαν τον μικρό στο πρόσωπο, που μόρφασε αηδιασμένος και σκουπίστηκε με το μανίκι του.
Μόλις τέλειωσε το λογύδριο ο μεγαλύτερος, κάρφωσε το μαχαίρι με μανία στο τραπέζι, σκίζοντας το τραπεζομάντηλο κι άρχισε να χοροπηδά εδώ κι εκεί ανακατεύοντας τα πάντα!
Ανακατώστρα τον έλεγαν και ήταν διάσημος σε όλους, για την ικανότητά του να μην αφήνει τίποτα όρθιο! 
Ο μικρός έτρεχε πίσω του και τακτοποιούσε ξανά όσα μπορούσε να τακτοποιήσει.
Αν έβαζε τα δυνατά του θα έσωζε κάτι για να μπορέσουν οι άνθρωποι να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.
- Τι σόι καλικάντζαρος είσαι εσύ, άρχιζε να σκούζει ο Ανακατώστρας. Ντρέπομαι να λέω πως σε έχω γιο. Εγώ ο Μέγας Ανακατώστρας με το όνομα, σταμάτησε για λίγο και υποκλίθηκε σα να άκουγε ένα φανταστικό χειροκρότημα, να έχω γιο εσένα. "Ανακατώστρας Τζούνιορ" σου λέει  ο άλλος και περιμένει να δει να συνεχίζεται η παράδοση της τρανής μας οικογένειας. Κι εσύ, φτου, ξανάφτυσε, εσύ να είσαι ένας Μέγας Τιποτάκιας!
Ο...Τζούνιορ κοκκίνησε από ντροπή, μα έμεινε να κοιτάζει ανήμπορος την άχνη από τους κουραμπιέδες που είχε σκορπίσει λίγο πριν ο πατέρας του παντού. Τίποτα δεν μπορούσε να κάνει γι΄αυτή, μα άρχισε να φυσάει εδώ κι εκεί για να τη διώξει.
Μάταιος κόπος. Εκεί που φυσούσε, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Βιάστηκε να το σκουπίσει μην το δει ο πατέρας του και τότε πήρε το μάτι του τη γάτα που κρύβονταν κάτω από το τραπέζι και πάσχιζε να του τραβήξει την προσοχή. 
Ο πόνος που του είχαν προκαλέσει τα λόγια του πατέρα του υποχώρησε μπροστά στο γεμάτο κατανόηση βλέμμα της γάτας.
Του φάνηκε μάλιστα πως του έκλεισε το μάτι. 
Ξάφνου σα να μεγάλωσε. Δεν τον ένοιαζε πια ούτε η γνώμη του πατέρα του και πολύ περισσότερο η γνώμη των άλλων. 
Αυτός θα συνέχιζε να πορεύεται σύμφωνα με όσα ένιωθε!
Κι ένιωθε πως είχε την ευθύνη να μη γίνουν όλα μπάχαλο.
Ανασκουμπώθηκε και συνέχισε να καθαρίζει το χάος που σκόρπαγε πίσω του ο Μέγας Ανακατώστρας.


Για να γυρίσετε στην πρώτη ανάρτηση με τις συμμετοχές 1 - 5 και να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 13 - 19 πατήστε εδώ!