Το σχεδόν Χριστουγεννιάτικο, 5ο "Παίζοντας με τις λέξεις", μας έδωσε τις λέξεις μαχαίρι, ευθύνη, χειροκρότημα, ξύλο, γάτα κι εμείς γράψαμε!
19 καταπληκτικές συμμετοχές, περιμένουν να τις διαβάσετε, να τις απολαύσετε και να τις βαθμολογήσετε!
Ευχαριστώ πολύ όλους τους παλιούς φίλους που στηρίζουν το παιχνίδι μας που ξεκίνησε η Φλώρα στο TEXNIS STORIES και συνεχίζεται εδώ και καλωσορίζω με μεγάλη χαρά τους νέους που συμμετέχουν για πρώτη κι εύχομαι φυσικά όχι για τελευταία φορά!
Όσο κι αν πρόσεχα, διόλου απίθανο να έκανα λάθη!
Αν δείτε κάποιο λάθος που αφορά συμμετοχή σας, θα σας παρακαλούσα να μου το επισημάνετε στο mail almikr@gmail.com
Αν το λάθος αφορά κάτι που μπορεί να ειπωθεί δημόσια, χωρίς να διακινδυνεύσει καμιά συμμετοχή, μπορείτε να το γράψετε στα σχόλια!
Ήρθε όμως η ώρα της βαθμολογίας, που άλλαξε!
Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές!
3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο,
2 η επόμενη και από
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!
Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.
Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και την Παρασκευή 18/12 στις οχτώ το βράδυ.
Το Σάββατο 19/12 θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, καθώς κι ένας (που θα βγει με κλήρωση) από όσους βαθμολογήσουν, θα πάρουν συμβολικά δώρα.
Σας ευχαριστώ και σας αφήνω να απολαύσετε τις ιστορίες και τα ποιήματα!
1. Κανείς δεν άκουσε τίποτα...
Ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο γρατζούνισμα στην πόρτα, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα... καθώς μετά το οικογενειακό τραπέζι, παραμονή Χριστουγέννων, όλοι είχαν αποσυρθεί στη μαλακωσιά των στρωμάτων και στου ύπνου τη γαλανή πλάνη.
Μόνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο έμενε ξάγρυπνο συνομιλώντας με τα βαρύτιμα έπιπλα, με τα κομψά βάζα και με τους περίτεχνους πίνακες κι ανυποχώρητο -αναλάμποντας- ξεκινούσε έναν αέναο αγώνα με τον κόσμο του σκοταδιού και του ερέβους, σαν προανάκρουσμα μιας μεγάλης θυσίας!
Δίπλα το τζάκι σκόρπιζε το αντιφέγγισμα του ακούραστα σ' όλες τις γωνιές του σαλονιού και σαν ανταμοιβή εισέπραττε χιλιάδες επευφημίες κι ένα παρατεταμένο χειροκρότημα από τα καλά ξωτικά και τ' αερικά του σπιτιού, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Αυτή τη νύχτα όλα στο σπίτι ήταν μαγικά λες κι ένα ουράνιο χέρι να τα είχε παστρέψει και να τα είχε στολίσει με τα πέπλα της ζεστασιάς της θαλπωρής και της ασφάλειας.
Έξω στον κήπο, φώτα παντού, γαϊτανάκια χαράς απλωμένα στα δέντρα της ζωής φώτιζαν μικρούς κόκκινους ιβίσκους και ναρκωμένες τριανταφυλλιές..
Ο ήχος στην πόρτα το ίδιο χαμηλός έκανε πάλι την εμφάνισή του.
Μία παρατεταμένη επίμονη επίκληση λες στο λουστραρισμένο ξύλο της εξώθυρας.
Κάποιος ν' ακούσει, κάποιος ίσως να γνοιαστεί και να τη συμπονέσει...
Σήμερα είχε αποχωριστεί βίαια το αφεντικό της -που είχε την ευθύνη της -κι είχε χαθεί στα χαώδη δρομάκια της πόλης σαν ένα νόμισμα που κατρακυλά σε αρπακτικούς υπονόμους κι αφανίζεται!
Τρόμαξε πολύ, τον έψαξε αδίκως, τραύλισε ήχους θλιμμένους, και τώρα μπροστά σ' αυτή την πόρτα στο τέλος του δρόμου ζητούσε μια φωλίτσα, ένα καταφύγιο για να βγάλει απ' τη σκήτη της καρδιάς της το μαχαίρι της
μοναξιάς της στέρησης και της πείνας, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Έκανε προσπάθεια να ζεσταθεί αναπηδώντας ως το ρόπτρο αλλά άδικα, τέντωσε τη γλωσσίτσα της να πάρει νοστιμιά απ' τον αέρα της χαραμάδας, μάταια, άνοιξε τα ρουθούνια ν' αγγίξει τα μικρά πλάσματα της αρμύρας αλλά απογοητεύτηκε κι έγειρε αποκαμωμένη στο πλάι το κεφαλάκι της να κοιμηθεί.
Μια αχτιδούλα έφυγε απ' τα μάτια της και καρφώθηκε στα δέντρα της αυλής!
Έλαμψε σαν πυροτέχνημα ο κήπος, κροτίδες ακούστηκαν δίπλα στα κοιμισμένα ρόδα, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Όταν ξημέρωσε άρχισε απαλά να πέφτει το χιόνι, ξύπνησε το σπίτι και τα παιδιά έτρεξαν ξετρελαμένα στην πόρτα, στράφηκαν και κοίταξαν όλο απορία στο χαλάκι της εισόδου...
Ο μικρός Νικόλας πήρε τη ξέπνοη γάτα στην αγκαλιά του και φώναξε ενθουσιασμένος:
-Γιατί μαμά ξεχάστηκες και δεν μας έδωσες αυτό το όμορφο δώρο;
Έτρεξε η μαμά τους και κοίταξε κάτω σαστισμένη!
....................................................................................................
Εκεί στην άκρια δίπλα στους ιβίσκους θα υπάρχει πάντα ένας μικρός ξύλινος σταυρός σαν ενθύμηση για εκείνο το πρωινό που όλοι άκουσαν καθαρά το λυγμό των δυο παιδιών, κόντρα στο σκοτάδι μιας αλλοτινής νύχτας που κανείς δεν άκουσε τίποτα!
2. Ο εφιάλτης...
Ξημερώνει παραμονή Χριστουγέννων, κι εδώ και λίγη ώρα στριμώχνεται στο μπαλκόνι του τρίτου, κάτω από ένα τσίγκο, που σκεπάζει δυο λίμπες λαδιού. Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορεί να καταλάβει, αν ο ήχος της βροχής ή η αγωνία του, τρυπούν τα μηνίγκια του.
Ο Ορφέας τα έχει, εδώ και τρεις μήνες, με μια ξανθιά καλλονή , που συμβαίνει να είναι παντρεμένη. Ο έρωτάς τους έχει σπάσει το φράγμα της λογικής και παρασύρει στο πέρασμά του κάθε συμβατικότητα.
Πρώτη φορά πήγε στο σπίτι της, γιατί τον διαβεβαίωσε, λέγοντάς του ότι αυτή έχει την ευθύνη, ότι ο άντρας της πήγε στο χωριό του, να φέρει χωριάτικη γαλοπούλα, που του άρεσε, και θα γύριζε την άλλη μέρα , το βράδυ.
Πήγαν αποβραδίς στα μπουζούκια, διασκέδασαν μέχρι τα ξημερώματα, πήρε και το χειροκρότημά του από το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας που χόρεψε και γύρισαν στο σπίτι της ,να σβήσουν την φλόγα τον έρωτά τους, σαν... στο σπίτι τους.
Στην κορύφωση της ιεροτελεστίας χτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος, κι απότομα πετάγεται η Άσπα και του λέει τρομαγμένη...''πω, πω, ο άντρας μου !''
Σηκώνεται έντρομος ο Ορφέας , φοράει όπως όπως το παντελόνι και το πουκάμισό του και παίρνοντας τα υπόλοιπα παραμάσχαλα, βγαίνει στο μπαλκόνι, που του υπέδειξε.
Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε εκείνη για μια στιγμή και του είπε ψιθυριστά...''όταν σου πω θα έλθεις.Μην κουνηθείς από εκεί !''
Νοιώθει πως έχουν περάσει χρόνια, καθώς τρεμοκουκουρίζει απ΄το κρύο περιμένοντας, κι ενώ η άβολη θέση του επιβαρύνεται από τον υπερκείμενο τσίγκο, καθώς από μια τρύπα του πέφτουν στον σβέρκο του σταγόνες , που αυλακώνουν την ραχοκοκαλιά του, σαν μαχαίρι.
΄Εχει φωτίσει για τα καλά και μπορεί να βλέπει κάτω στον δρόμο παιδιά ζυγιές- ζυγιές ,να περνοδιαβαίνουν για τα κάλαντα.
Δίπλα του μια γάτα στέκεται με οίκτο στα μάτια, που στην αρχή του έμοιαζαν εχθρικά. Του συμπαραστέκεται, σχεδόν συνωμοτικά.
Ξαφνικά ακούγεται η μπαλκονόπορτα και πριν φουντάρει απ΄την τρομάρα του, , βγάζει η Άσπα το κεφάλι και του λέει ...''έλα γρήγορα !''
Τον οδηγεί γρήγορα στο ασανσέρ, που είχε με το ροδάκι της πόρτας εγκλωβίσει, του δίνει ένα πεταχτό φιλί και του λέει,..''φύγε γρήγορα, τον έχω στείλει μια στιγμή στην αποθήκη. Θα τα πούμε ''
Κατέβηκε και έφυγε τρέχοντας, με σκυμμένο κεφάλι, να φαίνεται σαν παιδί που πάει για τα κάλαντα.
Πήγε κατευθείαν στην πρώτη εκκλησία, που βρήκε μπροστά του.
Άναψε ένα κερί, ευχαριστώντας τον Χριστούλη που γεννιέται , μιας και γλύτωσε το ξύλο , Χριστουγεννιάτικα...
Και μια υπόσχεση ....κομμένα με το μαχαίρι τα ξένα σπίτια....
3. Εφτάψυχη
Εφτά ζωές έχει ζήσει ως τώρα το Μαρούλι μας.
Εφτά διαφορετικοί θάνατοι. Εφτά αναγεννήσεις. Εκ του μηδενός. Άλλη στη θέση της θα είχε αφήσει το κύμα να την παρασύρει. Μα αυτή, σαν γάτα με εφτά ζωές, συνέχιζε. Αγόγγυστα θαρρείς!
Στο χωριό ξεκίνησαν όλα. Εκεί πέρασε τα πρώτα δύσκολα. Στο σπίτι έμεινε με το που τέλειωσε το δημοτικό, να συντρέχει τα μικρότερα αδέρφια της. Η μάνα μισότρελη, πουτανιάρα. Άλλαζε τους άντρες σαν αλλαξιά ιδρωμένη~ της μιας βραδιάς οι περισσότεροι. Ήδη είχε ζήσει μαζί της μια ζωή και πολλούς θανάτους!
Ο τελευταίος γκόμενος της "πουτανιάρας", έγινε και πατριός της. Ο τελευταίος, ήταν και η φαρμακερή της.
Την πήρε βίαια μια μέρα που η μάνα από το μεθύσι είχε πέσει σε λήθαργο, μέσα στο πιάτο που έτρωγε. Την τσάκισε κάτω σαν κουνέλι. Τη σφάγιασε τη καψερή. Μαχαίρι στο παρθένο χωράφι της το αφηνιασμένο, υγρό εργαλείο του, σαν υνί που έσκαψε και χάραξε τη γη! Ούτε κιχ δεν πρόλαβε να βγάλει το μικρό.
Πάνω στο τρυφερό, παιδικό κορμάκι της κόρεσε τις αδηφάγες ορέξεις του. Και το "μαρουλάκι" μας δεν είχε κανέναν να πει τον πόνο της. Έξι αδέρφια είχε να φροντίσει. Αν ήθελε, ας έκανε κι αλλιώς!
Άλλος ένας θάνατος, από τους πολλούς. Χωρίς τιμωρία των ενόχων.
Δεν είπε τίποτα. Όπως ποτέ δεν έλεγε! Όμως σε εφτά μήνους, η φουσκωμένη της κοιλίτσα πρόδωσε το καλοφυλαγμένο μυστικό. Στη μάνα που είπε κάποια στιγμή με αναφιλητά τα καθέκαστα, μετάνιωσε. Έφαγε το ξύλο της χρονιάς της. Μετά, την έδιωξε. Στους δρόμους πετάχτηκε σαν σκουπίδι. Λες κι ήταν δική της η ευθύνη για τις γουρουνιές του πατριού.
Με μια διεύθυνση σ΄ ένα χαρτάκι κατέβηκε στην Αθήνα. Βρήκε τη θεία Διαμάντω, ξαδέρφη της μάνας της. Τη μάζεψε με το στανιό, για ψυχοκόρη. Για λίγο την κράτησε κι αυτή. Όταν είδε τα μάτια του δικού της γουρουνιού να τη λιμπίζονται στο δρόμο την άδειασε σαν σακί!
Πάλι αυτή την πλήρωσε. Τα χτήνη πάντα την γλιτώνουν!
Άλλος ένας ακόμα θάνατος. Τον πέρασε στο πόδι. Αν ήθελε, ας έκανε κι αλλιώς!
Γέννησε με πόνο το βλαστάρι της. Μόνη της.
Ταλαιπωρήθηκε πολύ. Με ιδρώτα το μεγάλωσε. Πλένοντας σκάλες. Κάνοντας τη παραδουλεύτρα. Πηγαίνοντας με άντρες που έβρισκε στην Ομόνοια. Άντρες βρωμεροί, γέροι. Ό,τι της τύχαινε. Κι εκεί, τα στραβά μάτια έκανε. Για το παιδί της.
Όλα στα πόδι τα πέρασε το Μαρούλι! Σαν συνάχι. Κιχ δεν έβγαλε ποτέ. Εφτά ζωές κι άλλες τόσες θα έδινε για το μοναχογιό της. Το αγνώστου πατρός!
Κι άλλα τόσα θα πέρναγε για χάρη του. Το αγάπησε εκείνο το μωρό. Κι ας ήταν σπέρμα ενός χτήνους. Για κείνη ήταν το παιδί της. Ένα αγγελούδι! Τι έφταιγε;
Και θα έδινε τα πάντα να το δει να ευτυχεί... Μέσα από αυτό, μια ακόμα ζωή θα ζούσε το Μαρούλι μας. Κι ας μην έπαιρνε ποτέ της χειροκρότημα για όσα άντεξε κι έζησε.
Αχ Μαρουλάκι μου να ήξερες...Δεν είσαι μόνη . Αμέτρητα μαρουλάκια θα ζούνε και θα πεθαίνουν διαρκώς σε τούτη τη ζωή. Και θα αναγεννιούνται. Από τη στάχτη τους. Γιατί είναι φτιαγμένα από κείνα τα υλικά που είναι φτιαγμένοι μοναχά οι ήρωες!
4. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ, ΔΩΣΕ ΛΙΓΟ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
Tο Καλύτερο δώρο, είναι όταν χαρίζεις ένα μέρος του εαυτού σου.
Χρόνια πριν, τα ταξίδια στις θάλασσες, έκαναν ένα πλοίο τις παραμονές Χριστουγέννων, να μοιάζει με μαχαίρι καρφωμένο στο χάρτη ενός λιμανιού της Βόρειας Αγγλίας και να ξεφορτώνει πετρέλαιο.
Ο καπετάνιος βολτάροντας στο κατάστρωμα, ένιωθε το χιονόνερο να τρυπάει το προσώπου του αλλά και τη καρδιά του, αφού μέσα στο πλήρωμα, έβοσκε μια άφωνη θλίψη. Το τσουχτερό κρύο, δεν ήταν αρκετό, να τους κάνει να ξεχάσουν, ότι οι μέρες που έρχονταν, θα τους εύρισκαν, μακριά από τα σπίτια τους, να ονειροπολούν οικογενειακές στιγμές και οικεία χαμόγελα.
Οι άνθρωποι είναι μια μεγάλη οικογένεια, που πολλές φορές είναι σκορπισμένη στα πέρατα της γης. Όταν νοιώσουν την ανάγκη της συντροφικότητας, τότε η ζεστασιά της οικογένειας, έρχεται μέσα τους και τρίβεται στα σωθικά τους, σαν τη γάτα που τρίβεται στα ποδάρια μας, όταν χαριεντίζεται.
Θα έφευγαν τη παραμονή των Χριστουγέννων, για τον επόμενο προορισμό. Η παραμονή των Χριστουγέννων, ήταν ριζωμένη στο μυαλό του καπετάνιου. Αποκαμωμένοι από το ξενύχτι και τη δουλειά, θα έπρεπε να πάνε να ξεκουραστούν κι εκείνος, έψαχνε να βρει τις συνθήκες για να αλλάξουν δυο ευχές, όλοι μαζί.
Σχεδίαζε το Χριστουγεννιάτικο μεσημεριανό τραπέζι και το θελε γεμάτο χαμόγελα.
Μυστικά, αγόρασε από το λιμάνι, ένα δώρο για τον καθένα του πληρώματος. Φεύγοντας το πλοίο από το λιμάνι, όταν οι περισσότεροι αποκαμωμένοι πήγαν να ξεκουραστούν, μπήκε στο σαλόνι, αφήνοντας στο χριστουγεννιάτικο δέντρο τα δώρα του.
Σε κάθε δώρο κι ένα όνομα γραμμένο.
Κόντευε μεσημέρι, το πλήρωμα, εμφανίζονταν στο σαλόνι, με σκοπό να καθήσουν όλοι μαζί στο Χριστουγεννιάτικο γεύμα.
Ο καπετάνιος έπινε το καφέ στο σαλόνι, κλέβοντας χαμόγελα από τον καθένα, που άνοιγε το δώρο του. Ρωτούσαν, ποιος τα έφερε τα δώρα. Κι ο καπετάνιος τους έλεγε:
- ¨Ο Άγιος Βασίλης με ευθύνη και προσοχή, τα έφερε με την πιλοτίνα*, γιατί το έλκηθρο δυσκολεύεται στα κύματα.
Όλοι σχεδόν είχαν πάρει το δώρο τους. Τελευταίος ο μάγειρας, πήγε να πάρει το δικό του. Παίρνοντάς το, γυρίζει προς το καπετάνιο και του λέει:
- Καπετάνιε δεν θα πάρεις το δώρο σου;
Ο καπετάνιος ξαφνιάστηκε. Ο μάγειρας συνέχισε:
- Ένα δώρο γράφει, "Για τον Καπετάνιο".
Ο καπετάνιος πιάνοντάς το, έμεινε σαν ξύλο, ακίνητος και σαστισμένος. Πως δεν μπόρεσε, να το δει στο δέντρο, όταν έφερνε τα δικά του, νωρίτερα;
Μέσα στο κουτί, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, ολόιδια με εκείνα, πούχαν σπάσει, μέρες πριν στη γέφυρα, σε ένα κούνημα του καραβιού. Ένα σημείωμα έγραφε:
" Γιατί ο καπετάνιος, πρέπει να βλέπει πάντα καλά".
Στρέφει το βλέμμα του στο σαλόνι.Παντού χαμόγελα για την έκπληξή του.
Ένα χειροκρότημα ξέσπασε. Χαμογελώντας, ο καπετάνιος ρώτησε:
- Ποιός αγόρασε τα γυαλιά;
Ο ηλεκτρολόγος του απάντησε:
- Ο Άγιος Βασίλης τάφερε, γιατί ο Άγιος Βασίλης δεν φέρνει δώρα μόνο στο πλήρωμα, φέρνει και στο Καπετάνιο.
Μόλις είχε συμβει ένα Χριστουγεννιάτικο θαύμα.
Ένα παιδί ξύπνησε μέσα τους, ίδιο με κείνο, που γεμίζει με αγάπη, συντροφικότητα και χαμόγελο σαν θωρεί τον Άη Βασίλη.
*Πιλοτίνα = η βάρκα που μεταφέρει τον πλοηγό στο πλοίο γιά να μπέι στο λιμάνι.
5.Ανεπίστρεπτο
Χριστούγεννα απόψε, θα ανάψω όλα τα φώτα
Να γιορτάσω κι εγώ
Στο βάζο τα γαρύφαλλα μαραμένα
Κι εκείνη η πράσινη στεφάνη στο μέσο του βάζου
Σαν θηλιά μοιάζει ή μάλλον σαν διάνυσμα
Ονείρων πεθαμένων, μια πύλη που βγάζει
Στη ψυχρή αίθουσα των ειδώλων
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ παρότι μόνη θα γιορτάσω
Άκου το χειροκρότημα των άστρων για εμένα είναι
Με σκέφτηκαν κι αυτά τα ουράνια...
Έτσι θαρρώ πως δεν θα με ανακρίνουν στο μέλλον άλλο οι Θεοί σου!
Θα σταθώ εδώ δίπλα στο οβάλ τραπέζι
Θα ανάψω τσιγάρο κι όπως η στάχτη
Θα πέφτει ένοχα απ' το τρέμουλο
Πάνω στο ξύλο θα κάνω σχέδια πολλά
Γιατί ξέρεις οι πιο όμορφες μορφές μ' αποκαΐδια φτιάχνονται
Η τέφρα δεν πονά τις ρυτίδες, τις θωπεύει
Θα κάτσω εδώ λοιπόν ανήμερα Χριστούγεννα
Κι η γάτα μου αποφασισμένη θα εκλιπαρεί για ένα χάδι
Δεν ξέρω ίσως ενδώσω, ξέφτισε κι αυτή η κουβέρτα
Αλλά παραμένω ζεστή
Είναι που με τη φωτιά διαλέγομαι
Μην παίρνεις εσύ την ευθύνη
Θα έχεις δει άλλωστε κάποιες κρυφές πληγές μου
Εσύ που δρόμους άνοιξες κάποτε στο αβέβαιο
Έλα εδώ στα στενά να με περιγράψεις!
Πολυλογώ το ξέρω, τι άλλο όμως μου έμεινε να κάνω;
Ίσως πάρω το μαχαίρι ν' ανοίξω ένα δυο χρυσούς καρπούς
-Εκείνο το μαχαίρι που το λέπτυνε το χώμα-
Ίσως ζήσω έτσι τ' όνειρο
Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κρύβει στο βάθος
Ένα σκληρό περίβλημα
Τι έχω να χάσω;
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ θα σταθώ γυμνή μπροστά στους ουρανούς
Πολλά τα φωτάκια δεν θα φαίνομαι
Το πολύ φως τυφλώνει όπως κι αυτό το μαύρο της νύχτας!
Αν θέλεις έλα, έχω στεριώσει τη σκαλωσιά
Πάντα ανέβαινα σ' αυτά τα δώματα
Εκεί τα πολύτιμα και τ' ακριβά, τα συντηρώ επιμελώς!
Μην ανησυχήσεις ποτέ
Εκεί θα πλανιέμαι φορώντας
Το καρό σου πουκάμισο που ξέχασες προ ετών...
Σ' αυτά τα δώματα
Φυλάω με προσοχή τα μικρά φυλαχτά μου
Μόνο που διαλέγω πάντα ένα
Αυτό δεν θα στο δώσω
Το μόνο δικό μου στολίδι
Ένα χάρτινο φιλί που διαφύλαξε στεγνό η μνήμη
Τώρα κρέμεται στο δέντρο δίπλα στα ξωτικά
Γιατί είναι Χριστούγεννα απόψε και σκοτεινά σ' αναπολώ!













