Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Άρωμα Αστυπάλαιας - Ανεμολόγιο


Ο άνεμος μπαίνει με φόρα στο κάστρο. 
Ορμάει στα παράθυρα που χάσκουν και στροβιλίζεται σε άδεια από καιρό δωμάτια, αναμοχλεύοντας τα μυστικά τους. 

Βρίσκει αντίσταση στα λίγα σφραγισμένα παντζούρια όσων καστρόσπιτων αναπαλαιώθηκαν και τα τραντάζει ελαφρά, καθώς σφυρίζει τον μοναδικό σκοπό που γνωρίζει και που κάποτε στέγνωνε εδώ πάνω απλωμένες μπουγάδες.

Οι λίγοι τουρίστες αντιστέκονται στις ριπές του και όσοι είναι ανεβασμένοι στις πέτρινες σκάλες, απλώνουν ενστικτωδώς το χέρι στον τοίχο για να κρατηθούν. Τόση είναι η ορμή του. Εκείνος, πριν τους αφήσει στην ησυχία τους, τους δίνει μια τελευταία ώθηση και συνεχίζοντας το κεφάτο του σφύριγμα, χύνεται ακράτητος στα στενοσόκακα και στα καλντερίμια της Χώρας. 

Εδώ έχει πολλή δουλειά. Πρέπει να ανακατέψει καλά τα λουλούδια, να κλέψει μια ιδέα από τα αρώματα του γιασεμιού και του βασιλικού, να πάρει ένα κόκκινο φιλί από τον ιβίσκο, να παρηγορήσει τις άδειες γλάστρες, να χαϊδέψει τις γάτες, να κάνει λευκές κουρτίνες να ανεμίσουν. 

Χορτάτος με αρώματα, ξελογιασμένος από την ίδια του τη δύναμη, δυναμώνει κι άλλο.Τώρα είναι έτοιμος να φουσκώσει όσα πανιά ανεμόμυλων βρει στο διάβα του.


Ένα θυμωμένο τρίξιμο από τις δεμένες, γυμνές φτερωτές, του θυμίζει πως οι ανεμόμυλοι αρνούνται εδώ και καιρό να χάσουν τη στάσιμη βολή τους για ένα άνευ λόγου τελευταίο φτερούγισμα.

Πριν καν προλάβει να αναρωτηθεί πως έγινε και ξεχάστηκε έτσι, δίνει μια βουτιά, φτάνει στον Πέρα Γιαλό και παίρνει να σπρώχνει καραβάκια ως τα Καμινάκια και τις Βάτσες, ή ως πέρα στα νησάκια και να κλέβει ψάθινα καπέλα από ανέμελα κεφάλια.Όταν βαρεθεί να παίζει με μπούκλες ανηφορίζει πάλι, προσκυνητής αυτή τη φορά, στο κάστρο. 

Στην επόμενη κατάβαση θα ακολουθήσει άλλη διαδρομή.Θα ψαχουλέψει όλη τη ρεματιά του Λιβαδιού, θα μεθύσει στα αμπέλια του και μετά, κομματάκι ζαλισμένος, θα πέσει στη θάλασσα, κάνοντάς την ν’ αναριγήσει και να στείλει αγγελιοφόρους χαράς στην ακτή ανάλαφρα κύματα.

Δε θα σταματήσει να γυρνάει σε όλο το νησί σήμερα.Ακούραστα θα πλέκει τη μυρωδιά του θυμαριού που φέρνει από το βουνό με την αλμύρα της θάλασσας.Θα ανασαίνει φως από κεράκια που τρεμοσβήνουν καθώς χώνεται από χαραμάδες στα ξωκλήσια και θα χριστεί πειρατής στη Μαλτεζάνα.

Ξυστά θα περάσει από τις σκουριασμένες αιχμές του ναυαγίου και πριν τον καταπιεί το πέλαγο, θα δώσει μια και θα ανέβει στα ψηλότερα βουνά.Θα κρυφοκοιτάξει μέσα σε σπηλιές, θα αναμετρηθεί με τα κατσίκια στις πιο απόκρημνες πλαγιές και θα αφεθεί για λίγο στην αγκαλιά του Βάι. 

Σε κάποιο από αυτά τα ατέλειωτα πήγαινε έλα, πώς έγινε, κάθισε για λίγο δίπλα μου στο παγκάκι, εκεί σιμά στους ανεμόμυλους.Με χαιρέτισε φεύγοντας με μια πνοή που έκανε το μακρύ μου φόρεμα να ανεμίσει.Κι έτσι όπως με τύλιξαν οι ευωδιές που μου έφερε πεσκέσι, έτσι όπως μου χάρισε σε μια του ανάσα όλο το νησί, ένιωσα απόλυτα ευτυχισμένη. 


Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 

"Κάθε τόπος, μια ιστορία…


Γράψε μια ιστορία με αφορμή έναν τόπο…

Γράψε μια ιστορία για ένα νησί, για ένα χωριό, για μία χώρα, ή ακόμα και για μία γειτονιά.
Γράψε για το μέρος που δεν έχεις πάει ποτέ, αλλά έχεις ταξιδέψει με το μυαλό σου.

Εκεί όπου έβλεπες τη θάλασσα, εκεί όπου φύσαγε το αεράκι.

Αυτό είναι και το ανεμολόγιο, μια πυξίδα που κατευθύνει το σώμα και τη ψυχή σου...."...περισσότερα εδώ!

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Πάπια δίχως πορτοκάλι

Εδώ λιμνούπολη: Ιστορίες καθημερινής λογικής. 


Επειδή ποτέ δεν ξέρεις από που θα σου έρθει, είναι σοφό να κοιτάς κι από δω κι από κει!

Και μπορεί ο κόσμος να χάνεται, μα πάντα κάποια πάπια θα...χτενίζεται!