Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Παίζοντας με τις λέξεις #9 (Συμμετοχές 1 - 8)


Η γέφυρα μπορεί να μην έδειχνε και τόσο εμπιστοσύνης, αλλά άντεξε το βάρος των λέξεων και μας πέρασε με άνεση στην επόμενη φάση του παιχνιδιού μας!
Σας παρουσιάζω με περηφάνια 18 υπέροχες συμμετοχές που μοιράστηκαν σε δυο αναρτήσεις και περιμένουν να τις διαβάσετε, να τις απολαύσετε, αλλά και να τις βαθμολογήσετε. 
Θέλω να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ που δε φοβηθήκατε να περάσετε απέναντι!

Η γέφυρα αφού ένωσε τον καινούριο κύκλο του παιχνιδιού με τον παλιό, έκανε το χρέος της και θα φύγει, μα το επόμενο παιχνίδι μας θα είναι εδώ στις 4 Νοεμβρίου!

Οι λέξεις μας ήταν οι ακόλουθες: σκοινί, προκατάληψη, σύθαμπο, τροχιά, όρια και φυσικά δέχτηκα χωρίς να το κάνω θέμα και τα κείμενα που έγραφαν "σχοινί", γιατί θεώρησα αυτονόητο πως είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό το τονίζω για να μην υπάρξει καμιά παρεξήγηση.
Δε θέλω φυσικά να υπάρξει παρεξήγηση ακόμα κι αν δείτε κάποιο λάθος μου. Όσο και να προσέχω, κάτι μπορεί να μου διαφεύγει.
Αν αφορά συμμετοχή ειδοποιήστε με στο μέιλ almikr@gmail.com αν είναι κάτι πιο γενικό, μπορείτε να αφήσετε κι εδώ σχόλιο!




Το "Παίζοντας με τις λέξεις" που συνεχίζει την πορεία του εδώ, ξεκίνησε από τη Φλώρα και το TEXNIS STORIES!

Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές! 

3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο, 
2 η επόμενη και από 
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!
Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.

Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και την Παρασκευή 7/10 στις οχτώ το βράδυ.
Το Σάββατο 8/10 θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, καθώς κι ένας (που θα βγει με κλήρωση) από όσους βαθμολογήσουν, θα πάρουν συμβολικά δώρα.

Καλή ανάγνωση!!




1. Ομιλία στον καθρέφτη

..Κι αν αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι η προκατάληψη μας απέναντι σε όσους έχουν προκατάληψη; Πόσο λεπτά είναι τελικά αυτά τα όρια; Όταν μπαίνουμε σε μια τροχιά σκέψεων να κρίνουμε εκείνους που κρίνουν άδικα; Σαν να τραβάμε ένα σκοινί με λύσσα, ενώ το καημένο το σκοινί δεν επιθυμεί καμία από τις δύο πλευρές. Και τι καταφέραμε μέχρι τώρα πείτε μου όντας θυμωμένοι με τους θυμωμένους; Επικριτές με τους επικριτές, σκληροί με τους σκληρούς;

Τι θα γινόταν αν επιτέλους μαλακώναμε λίγο; Αν αγκαλιάζαμε ακόμα και το άδικο, για να βρούμε την πηγή του κακού. Μόνο έτσι θα το αντιμετωπίσουμε, από την ρίζα του. Θολωμένοι από οργή και αγανάκτηση τι προσφέρουμε ο ένας στον άλλον;

Στο σύθαμπο της ημέρας, όταν η αυλαία πέφτει.. ας αναλογιστούμε πως μπορεί ο καθένας μας να αφήσει το αποτύπωμά του σε αυτή την ζωή.
Το είδος του αποτυπώματος θα καθρεφτίζει την ψυχή μας και τους αγώνες μας.

Πήρε βαθιά ανάσα κοιτώντας τον καθρέφτη.
Θα μπορούσε άραγε να μιλήσει έτσι γενναία σήμερα στους φοιτητές της;
Μμ καλύτερα να μην της ξεφύγει το "σύθαμπο", τα έχει ικανά να γελούν και να μη δώσουν σημασία στα υπόλοιπα.

Άρπαξε την τσάντα αποφασιστικά και βγήκε έξω στον θορυβώδη δρόμο.




2. Πού πάνε οι αγάπες;

Εδώ και ώρα η Μυρτώ, στεκόταν ακίνητη μπροστά στο παράθυρο, παρακολουθούσε την βροχή που έπεφτε με δύναμη στα τζάμια.
Είχε καρφώσει το βλέμμα της στους ελικοειδείς υδάτινους δρόμους του νερού.

Με δυσκολία ξεχώριζε τα απέναντι δέντρα μέσα στο σύθαμπο και την ομίχλη που είχε πέσει. 
Έτσι ένιωθε και μέσα της.
Μια ομίχλη που δεν την άφηνε να δει καθαρά..τόσο καιρό.
Αναστέναξε βαθιά, λες και ένα σκοινί την έπνιγε  σαν θηλιά και της έκοβε την ανάσα.
Αναρωτήθηκε από πότε είχαν αρχίσει να απομακρύνονται με τον Δημήτρη.
Που πήγε τόση αγάπη που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον;
Θες η καθημερινότητα; θες που τα πράγματα δεν ήταν όπως τα περίμενε;
Όσες προσπάθειες και να είχε κάνει να κρατήσει αυτόν το γάμο δεν τα είχε καταφέρει.

Η σχέση τους είχε γίνει τοξική.
Κάθε τόσο κατέστρεφαν αυτήν την σχέση με λόγια που πλήγωναν ανεπανόρθωτα.
Σαν ξεφτισμένη κουρτίνα κρεμασμένη από έναν κρίκο ήταν η ζωή της. 
Ε.. λοιπόν είχε πάρει την απόφαση της, να σπάσει αυτόν το κρίκο  που την  κρατούσε σε ένα γάμο δίχως προοπτική.
Είχε φτάσει πια στα όρια της.
Στο διάολο πια η προκατάληψη για τις χωρισμένες.
Στο διάολο και ο Δημήτρης.
Ήθελε την ζωή της πίσω και θα την έπαιρνε.
Φτάνει πια με τις δικές του προτεραιότητες.
Θα κοίταζε τώρα και τις δικές της.
Θα άλλαζε τροχιά στην ζωή της!! 




3. Το αίνιγμα του φεγγαριού 

Μάγισσα σε είπανε
Κορίτσι του σύθαμπου 
Με λυτά μαλλιά ν' αγναντεύεις
Του πελάγου τις ατέρμονες πτυχώσεις
Δεμένα χέρια
Κλειστά βλέφαρα
Στητός κορμός
Κορίτσι με το δακρυσμένο μαντήλι
Τροχιές διέγραφαν τα πόδια σου
Στην υγρή άμμο
Ελλειπτικά σχήματα
Νέφη της γης
Και θυμωμένα ουράνια τόξα
Σαν να σου έπρεπε
Με ακαθόριστα σχέδια
Τυφλά
Να διανοίξεις του φόβου τους θαλάσσιους δρόμους
Τύχη ή μέλημα;

Της θάλασσας τα θησαυρίσματα
Κυνηγούσες
Ξηρούς κορμούς
Αλογάκια της πάχνης
Τον τραυματισμένο γλάρο
Φίλο να κάνεις ήθελες
Πως να δραπετεύσεις;
Χαμένα τα όρια του ουρανού
Χαμένα τα σκοινιά που ανέβαζες
Απ' της χαράς το πηγάδι
Τα μυστικά του έρωτα
Όλα στο τώρα
Όλα στο μικρό σου δακτυλάκι περασμένα
Μικρός αστερίας ή ιππόκαμπος;

Βάθαινε ο κόσμος μαζί σου
Κοράλλια ξέφευγαν στη στεριά
Μακρινές σκιές
Στόλιζαν τα πορτραίτα με γαρύφαλλα
Γλύκαινε το κεράσι
Στο στόμα της γαλήνης
Έβγαιναν οι Παναγίες ξυπόλητες
Στα λευκά ξωκλήσια
Σε κάμαρες ζεστές
Ξάπλωναν νηφάλια τα μεσημέρια
Τα όνειρα δίπλωναν με τάξη
Την απογευματινή μπουγάδα
Μέστωναν στον ήλιο οι κόκκοι του σταριού
Κίτρινη αψάδα ή βασιλικού μέθη;

Χτυπούσε το σήμαντρο
Του Άϊ Νικόλα
Χτυπούσε το κανόνι υπόκωφα
Στο κάστρο
Ερχόσουν κι εσύ με άδεια τα μανίκια
Φτεράκιζες
Χανόσουν
Έπεφτες στις κορφές και τις στεφάνωνες
Μάγισσα σε είπανε
Του Πρωτέα διαλεχτή πέτρα
Πίσω από τη φωτιά
Κονταροχτυπιόσουν με τον γρέγο
Στου αλήτη το σπασμένο κρανίο
Φίλιωνες τον πόνο της ψυχής
Χωρίς προκατάληψη ή εμμονή
Άναβες κερί δίπλα στα δεκατρία φεγγάρια
Να λάμψει της γνώσης ο άκμονας
Πλάι στο σβηστό λυχνάρι του πατέρα
Καρτερικά τον άγγελο σου περίμενες
Απ' τα βάθη του πελάγου
Λευκό ν' ανοίξει ιστίο
Σε κούρασαν οι λαβύρινθοι κι οι σβηστοί φάροι
Για σένα μόνο έπρεπε να παιχτεί
Το φινάλε των δακρύων
Για σένα κι η αποστασία της κοίτης
Διάτρητος στόχος ή σκοτεινό σκηνικό;




4. Ο Μέγας

Μια μετάνοια πριν το θάνατο,
σκοινί δεμένο καλά στα παραπτώματά μου.
Εγώ ο μέγας οδηγητής, ταπεινής μητρικής καταγωγής.
Μια μορφή που θα φέρει τον κόσμο στα όρια,
τραβώντας κάθε επιλογή, κάθε σκέψη μέσα στην προκατάληψη.
Μια ζωή που θα οδηγήσει στην πιο καθοριστική άλωση,
βάζοντας τους ανθρώπους στην πιο απότομη τροχιά.
Με χέρια ματωμένα αφήνω το σύθαμπο να αλλάξει την ιστορία,
να μου δώσει συγχωροχάρτι, άφεση αμαρτιών,
κάνοντάς με έναν επίτιμο άγιο.



5. Το δίλημμα 

Κι απόψε οι λέξεις έτρεχαν μεσ’ το μυαλό του ζητώντας επιτακτικά να βγουν στο χαρτί… να γίνουν κείμενο, εικόνα, φωνή! Μόλις όμως άγγιζε το χέρι του το πληκτρολόγιο, όλα άλλαζαν. Δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη ούτε τις σκέψεις, ούτε τα συναισθήματα και οι λέξεις έμεναν εκεί, ακίνητες μέσα στο μυαλό του, χωρίς ειρμό.

Δεν ήταν σε θέση να καταλάβει αν ήταν η μεγάλη του λαχτάρα να μιλήσει για όσα συνέβαιναν γύρω του ή απλά η ατολμία του να πάει (για μια ακόμα φορά) ενάντια στην άποψη του αρχισυντάκτη, που του έφερνε τόση δυσκολία. 

Τον τελευταίο καιρό, ένιωθε σαν ακροβάτης σε τεντωμένο σκοινί. Από τη μία η θλιβερή καθημερινότητα και από την άλλη, ο αρχισυντάκτης που ζητούσε συγκεκριμένα, χιλιοειπωμένα ανούσια θέματα. Η παραμονή του στην εφημερίδα κρεμόταν κυριολεκτικά από μια κλωστή αφού οι διαφωνίες του ήταν όλο και πιο συχνές. Και είχε ανάγκη τη δουλειά, με τόση ανεργία…

Δεν μπορούσε όμως και να κλείνει τα μάτια σε όσα ο φόβος και η προκατάληψη έφερναν στους ανθρώπους. Παιδιά, που ξέβραζε η θάλασσα μέσα στο σύθαμπο της μέρας στις ακτές των νησιών, που σώζονταν με τόσο κόπο, τώρα να είναι ανεπιθύμητα στα σχολεία! Επειδή είναι προσφυγόπουλα! Πόση υποκρισία ανθρωπισμού να χωρέσει η ψυχή του; Πόσο ακόμα το «μακριά από μένα κι όπου θέλει ας είναι» μπορούσε να χαρακτηρίζει τόσους ανθρώπους που προέρχονται από ένα έθνος, που σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα προσπαθώντας να ζήσει μια καλύτερη ζωή; Το ίδιο είχε συμβεί και παλιότερα με τα τσιγγανάκια! Κι αυτά ανεπιθύμητα… Δεν γινόταν να κάνει πως δεν το βλέπει, αλλά ούτε και δουλειά άλλη ήταν δυνατό να βρει…

Έτσι πάλευε με τα συναισθήματα και τα «πρέπει», πλανήτης σε ελλειπτική τροχιά, που γυρίζει από εκεί που ξεκινά. 
Ξαναγέμισε το ποτήρι του. Το αλκοόλ έπεσε πάνω στον πάγο ανοίγοντας ρωγμές… σαν τις ρωγμές που δημιουργούν οι ανάγκες στις συνειδήσεις, κάνοντας τα όρια τους τόσο ελαστικά! Κι εκείνος είχε μεγαλώσει. Δεν είχε περιθώρια για λάθη, ούτε και την πολυτέλεια να αρχίσει από την αρχή...

Το πρωί τον βρήκε πάνω στο πληκτρολόγιο με την οθόνη άδεια κι εκείνον να κοιτά στο κενό. Λίγο κρύο νερό κι ένας δυνατός καφές, τον έβαλαν ξανά σε λειτουργία. Άνοιξε το παράθυρο και χαμογέλασε τρυφερά στα παιδιά που περνούσαν πηγαίνοντας στο σχολείο…

Λίγο αργότερα τα δάχτυλα έτρεχαν πάνω στα πλήκτρα κι ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπό του. Έγραψε  το άρθρο του έτσι όπως ο ίδιος ήθελε, καθώς και την παραίτησή του!
«Όποιο από τα δύο γίνει δεκτό», σκέφτηκε και έκλεισε τον υπολογιστή…



φωτο: Duy Huynh


6. Άνθρωποι

Λέξεις, πράξεις, λογισμοί, συνήθειες
παλεύουν να βρουν δρόμο
μακριά απ’ την προκατάληψη

Στο σύθαμπο της μέρας
ψυχές ξεκινούν καινούργια τροχιά
κόβοντας τα σκοινιά της αδιαφορίας.

Ορίζουν νέες εικόνες αγάπης 

χωρίς όρια, χωρίς συρματοπλέγματα…



7. Πάρος Ραφήνα

Στο σύθαμπο αχνά πέρα ξεχώριζες τα φώτα της Ραφήνας. Μεγάλο και κουραστικό το ταξίδι από την Πάρο τούτη τη φορά και έχοντας μαζί του  καινούριο  συνταξιδιώτη, πέρασε όλο το ταξίδι  στο σκεπαστό κατάστρωμα με ένα νοτικό που πότιζε βαθιά το δέρμα του αλμύρα, ιδρώτα και καρβουνιά .  

Τα μεγάφωνα άρχισαν να στριγκλίζουν «σε δέκα λεπτά φτάνουμε στο λιμάνι της Ραφήνας, παρακαλούνται οι  κύριοι επιβάτες και οι οδηγοί των αυτοκινήτων να προετοιμαστούν, το πλοίο θα αναχωρήσει άμεσα για τον επόμενο προορισμό του» και ο κάθιδρος  καμαρότος για πολλοστή φορά άδειαζε σιωπηλός  τα γεμάτα  με αποτσίγαρα τασάκια, τις άδειες συσκευασίες, τις ζελατίνες από τα περιοδικά και ότι άλλο βρώμικο άφηνε η επέλαση των βαρβάρων στην τεράστια σακούλα του !

Μόλις έφταναν έπρεπε να κατέβουν από τις σκάλες και να προχωρήσουν πέρα μακριά από το λιμάνι να βρουν το αυτοκίνητο. Πόσες φορές είχε βγει εκτός ορίων με τους Ραφηνιώτες που τοποθετούσαν κάθε Παρασκευή απόγευμα   τσιμεντόλιθους, καφάσια, γλάστρες και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς στο δρόμο για να «κρατάνε» το χώρο μπροστά από τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, ώστε να μην παρκάρουν όσοι παίρνουν το πλοίο από την Ραφήνα για τις Κυκλάδες. 
Κάποιος πρέπει  κάποτε να τους πει ότι όλο αυτό το σχήμα είναι παράνομο, ένα σπίτι ή ένα μαγαζί έχουν ή νοικιάζουν τέλος πάντων, όχι το δρόμο που βρίσκεται το σπίτι τους.

Τη δεκαετία του 90, σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στα ανθρωποειδή κτήνη που είχαν ρίξει φόλες και σκότωσαν 25 σκυλιά και μερικές γάτες στην Ραφήνα, απέκτησε έναν φίλο, έτσι τυχαία. Ένα ήρεμο ανθρωπάκο, που θα έλεγε κανείς πως έμοιαζε να μην έχει επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο πέρα από τα δικά  του μικροπροβλήματα επιβίωσης. Είχε ένα μικρό υπόγειο βιβλιοπωλείο στην Ραφήνα, ένας φιλόσοφος της ζωής  σε αποστολή. Εκεί  άφηνε  το αυτοκίνητο του έκτοτε κάθε που ταξίδευε στις Κυκλάδες, ακριβώς μπροστά στη βιτρίνα και «έβρεχαν» τις συναντήσεις τους στο φευγιό και στο απάντεμα με ρακί και ατελείωτη συζήτηση. Μια μικρή ορθογώνια βιτρίνα με δερματόδετους ξεθωριασμένους τόμους από όλα τα βιβλία της Τζέιν Όστεν και των αδελφών Μπροντέ, Έμμα, Περηφάνια και προκατάληψη, Τζέυν Έυρ, παρακαταθήκη μνήμης για έναν έρωτα που έσβησε νωρίς. Μέχρι εκεί, καμία περαιτέρω εξήγηση, στα τόσα χρόνια φιλίας τους το μόνο που είχε ξεστομίσει κάποτε με πίκρα, ήταν πως  η ζωή του μετά από εκείνην «βγήκε εκτός τροχιάς».

Το πλοίο έφτασε ήδη στη Ραφήνα, ζέστη υγρασία παντού, τα σχοινιά έπεσαν οι καβοδέτες τρέχουν, ώρα για να προχωρήσουν. Σκύβει και παίρνει αγκαλιά τη μικρούλα   ημίαιμη σκυλίτσα, θα 'ναι δώρο έκπληξη στο φίλο του τον βιβλιοπώλη να τον συντροφεύει τον επόμενο χειμώνα  στη Ραφήνα.
«Μέρες καλλίτερες θα 'ρθουν »  από τα μεγάφωνα   ακούγεται ο Σαββόπουλος. 




8. Όμορφος κόσμος, άσχημα φτιαγμένος!

Κράτησε το τραχύ σκοινί στα ιδρωμένα χέρια του και για μια στιγμή που του φάνηκε αιώνας δεν ήξερε τι να κάνει με αυτό. Σάμπως είχε φτιάξει ξανά θηλιά; Ό,τι είχε δει σε μια ταινία θα έκανε. Κι ο θεός βοηθός. 
Δεν τον πείραζε που θα έφευγε. Το είχε προαποφασίσει. Καλύτερα να τελείωνε. Δεν άντεχε άλλο με τις προκαταλήψεις, την κοροϊδία, τα πειράγματα!  Αδιέξοδο. Πουθενά δεν έβλεπε λίγο φως, έστω στις χαραμάδες, κάτι που να σταθεί πάνω του, να κρατηθεί για να μην πέσει στη χαράδρα της απόγνωσης. Είχε ξεπεράσει τα όρια αντοχής του προ πολλού! Πώς να συνεχίσει έτσι; Πνιγόταν ήδη σε θηλιές. Μία ακόμα λοιπόν! Τι ήταν μία ακόμα;  Θα υπέφερε λίγο, μα θα ξεμπέρδευε για πάντα.

Σκούπισε στη μπλούζα του τα ιδρωμένα χέρια, το σκοινί γλιστρούσε σαν χέλι στα μικροκαμωμένα του δάχτυλα, για μια στιγμή παραπάτησε. Είχε βραδιάσει σχεδόν, το σκοτάδι γύρω του δεν τον βοηθούσε να δει που πατάει. Επίτηδες επέλεξε το σύθαμπο της μέρας. Απόψε δεν θα ήταν κανείς σπίτι. Ήταν βέβαιος για αυτό. Ο πατέρας είχε πάει για ένα ακόμα νυχτοκάματο, φύλακας στο εργοστάσιο ξυλείας, η μάνα θα ήταν αποκλειστική σε μια γρια γειτόνισσα που είχε βγει προσφάτως από το νοσοκομείο. 
Αν όλα πήγαιναν καλά απόψε θα αναπαυόταν για πάντα. Θα έμπαινε σε μια άλλη τροχιά πια, γύρω από την κόλαση ίσως, αλλά ωχού! Ποιος πίστευε πια σε κόλαση και Παραδείσους; Την κόλαση ζούσε κι εδώ! Εκεί μπορεί να μην ένιωθε εξάλλου. Ποιος γύρισε να το πιστοποιήσει;

Θα μπορούσε βέβαια όλα να ήταν αλλιώς.
Αυτός να έχει γεννηθεί όμορφος, σε μια εύρωστη οικογένεια. Να σφύζει από υγεία. Θα μπορούσε να έχει φίλους, να πηγαίνει για μπάσκετ, γυμναστήριο, στα καφέ και στις βόλτες τους να είναι στην παρέα τους . Να κάνουν πλάκα, να γελούν μαζί, όχι μαζί του!  Να είναι περιζήτητος ανάμεσα στα κορίτσια, αλλά αυτός να έχει δίπλα του την Άννα. Την Άννα που δεν θα γυρνούσε ποτέ να τον κοιτάξει. Όχι σε αυτή τη ζωή. 
Σκούπισε τα δάκρυα που έτρεξαν. "Οι άντρες δεν κλαίνε, μόνο τα κοριτσάκια". Να άλλη μία ανόητη, ηλίθια προκατάληψη! Ο τόπος ήταν γεμάτος από δαύτες. 
Ο κόσμος προτιμάει τους ωραίους, τους υγιείς, τους δικούς του.  Σε αυτή τη ζωή όλα ήταν αλλιώς για τον ίδιο. Είχε γεννηθεί λειψός, δύσμορφος και κυρίως σε μια άλλη πατρίδα. Και για τίποτα από όλα αυτά δεν έφταιγε ο ίδιος. Τίποτα δεν είχε επιλέξει. Κι αυτό ήταν που τον έπνιγε πιότερο!

Θα μπορούσε όλα να ήταν αλλιώς
Θα μπορούσε να ήταν ένας κόσμος όπου όλοι θα ήταν ευτυχισμένοι και χαμογελαστοί.....
Αλλά δεν ήταν!

Πέρασε τη θηλιά και ονειρεύτηκε έναν άλλον, υπέροχο κόσμο.
Το πρωί όταν τον βρήκαν είχε ένα χαμόγελο στο παραμορφωμένο του πρόσωπο. 
Επιτέλους χαμογέλασε! είπε η μάνα και τον έσφιξε στην αγκαλιά της.


Για να διαβάσετε τις υπόλοιπες 10 συμμετοχές, πατήστε εδώ!

Παίζοντας με τις λέξεις #9 (Συμμετοχές 9 - 18)




9. Νόστιμες ιστορίες

Οι λέξεις μέσα κατοικούν,
στο βάθος του μυαλού μας.
Σαν απ΄το σύθαμπο γλιστρούν,
στο χέρι στο χαρτί μας.

Μοιάζουν παιδιά όλο χαρά,
σαν παίζουνε σχοινάκι .
Τραβούν γλυκά καθώς γελούν,
γυρίζοντας την άκρη.

Πέρα απ΄τα όρια κατοικούν,
ξέγνοιαστ΄ η ανεμελιά τους.
Προκαταλήψεις  δε νογούν,
στα παιδικά όνειρά τους.

Ποια λέξη μέσα της εσύ,
σαν όστρακο αγκαλιάζεις.
Πλάι στην τροχιά της νοσταλγείς,
ν΄ αγγίζεις κι όπου φθάσεις.

Οι πιο ωραίες μας στιγμές,
δίχως φωτογραφίες.
Σταλάζουνε βαθειά στο νου,
νόστιμες ιστορίες.



10. Στο σύθαμπο της προκατάληψης 

Στο σύθαμπο της προκατάληψης 
έπεσαν αμαχητί
μικρές, αθώες χρυσαλλίδες που δεν πρόλαβαν 
να ανοίξουν τα φτερά τους....
Ένιωσαν στην πέτσα τους τι σημαίνει 
να είσαι απορριπτέος ανάμεσα σε ίσους. 
Μη άνθρωπος, ανάμεσο σε ανθρώπους.
Να μην σε δέχεται κανένας τόπος
σαν περνάς τα όρια του τόπου σου
Να νιώθεις λερός, τελειωμένος,
πριν ακόμα τελειοποιηθείς!

Δεν ζήτησαν παρά τα ελάχιστα που γεύεσαι εσύ.
Μόνο να ζήσουν
καταπίνοντας καθάριο αέρα- 
όχι μπαρουτιασμένα σύννεφα.
Να παίξουν, να γελάσουν, να κάνουν έρωτα,
να κοιμηθούν και να ξυπνήσουν
χωρίς τα βλέφαρα να τρεμοπαίζουν από τον τρόμο και τη φρίκη.
Μπήκαν σε επίφοβα σκαριά, ναυάγησαν, επέζησαν 
για να πεθαίνουν έπειτα κάθε μέρα 
από την απόγνωση του διωγμού και της ντροπής
Πώς θα ξεφύγουν από τη τροχιά που ήδη είναι προδιαγεγραμμένη;
Τι μένει ακόμα να γευτούν;

Μια διελκυστίνδα είναι σε εξέλιξη για αυτούς.
Στη μια μεριά τραβούν μιλούνια οι καθαροί, 
της Άριας φυλής το δίχως άλλο
Στην άλλη άκρη του σχοινιού αυτοί,
παιδιά ενός ανύπαρκτου θεού,
πολλοί ενάντια στους λίγους.
Το παιχνίδι σαφώς και είναι στημένο.
Η έκβαση ηλίου φαεινότερη...

Κάποια παιδιά δεν θα μπορέσουν ούτε εδώ, 
μακριά από τη φρίκη του πολέμου
να γίνουν πεταλούδες.




11. Αγγέλα Καραμήτρου

Είμαι η Αγγέλα  Καραμήτρου με τ' όνομα. Ό,τι θες να μάθεις για τη μικρή μας γειτονιά, ρώτα εμένα. Έλα να σε τρατάρω συκαλάκι γλυκό και να σου πω τα μικρά μας μυστικά.
Με τους περισσότερους έχω καλές σχέσεις. Αλλά είναι ορισμένοι σαν τον Μπάμπη τον μαραγκό, που φωνάζει ότι μου χρειάζεται σκοινί και σαπούνι. Άκου να δεις ποιος με απειλεί ...ο πιο βίαιος της γειτονιάς . Που δέρνει γυναίκα και παιδί κάθε μέρα. Αλλά του 'χω ράμματα για τη γούνα του, μην ανησυχείς.

Που λες, το δίπατο το βλέπεις;  Υπάλληλος του Δήμου είναι. Και όμως έχει σπιταρόνα με ακριβά έπιπλα και χαλιά. Λεφτά να δουν τα μάτια σου. Ποιος ξέρει πόσα τρώει από το Δήμο! Σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στην εφορία να τον ξεψαχνίσει, αλλά αυτό ξεπερνάει τα όρια της ευπρέπειας,ε;
Καλέ μη νομίσεις ότι είμαι κουτσομπόλα. Α όλα κι όλα. Θέλω να ξέρω ποιος είναι ποιος, γιατί πώς αλλιώς   θα ξέρω ποιον βάζω  σπίτι μου;

Αριστερά βλέπεις εκεί στο βάθος; Είναι το σχολείο μας. Το καμάρι μας. Και πέρσι ήλθε ένας δάσκαλος που μας το παίζει δίκαιος  και πατριώτης. Αμ  θα μου γλύτωνε νομίζεις; Έμαθα ότι ο πατέρας του είχε κάνει εξορία. Κομμουνιστής παιδάκι μου και κάνει τον δημοκράτη. Κρίμα στα παιδιά μας!

Απέναντι που λες, μένει η Ευτέρπη με τα 4 παιδιά της. Χήρα μας είπε ότι είναι, αλλά σιγά μην την πίστεψα. Στο σπίτι της δεν υπάρχει ούτε μια φωτογραφία του άντρα της. Τελικά μη στα πολυλογώ, έμαθα ότι ο άντρας της ζει , ότι  τον παράτησε γιατί ήταν ναρκομανής  και έκανε   φυλακή. Και το 'κρυβε γιατί  υπάρχει, λέει, προκατάληψη και θα βάζανε τα παιδιά της στο περιθώριο. Σιγά, για τι ανθρώπους μας περνάει;

Συγνώμη που κοιτάζω έξω από το παραθύρι μου. Βλέπεις τα σκατόπαιδα, διαλέγουν να παίζουν έξω από την αυλή μου και κλωτσάνε τη μπάλα τόσο ψηλά. που η τροχιά της τη στέλνει κατευθείαν στα λουλούδια μου. Να μου το θυμηθείς, βαλτά από τους γονείς τους είναι. Δεν τους ξέρω τι κουμάσια είναι νομίζεις;

Κοίτα,  αυτός που έρχεται από μακριά είναι ο παπάς. Δεν τον ξεχωρίζεις; Το σύθαμπο σε εμποδίζει, αλλά σε λίγο θα τον δεις. Μένει δεξιά μου κοντά στην εκκλησία. Τι να σου πω με δαύτον;
Έχει μια γυναίκα νέα και φιλοξενεί εδώ και καιρό το ξαδέλφο της. Σιγά μην είναι ξάδελφός της.  Είναι έγκυος η παπαδιά. Ας περιμένουμε να γεννήσει και θα δούμε τίνος  μοιάζει το παιδί.

Καλέ που πας; Φεύγεις;  
Δεν τελείωσα. Καινούργια είσαι, στης Σόνιας την αυλή νοίκιασες και θέλω να είσαι προστατευμένη. Δεν θες να ακούσεις για τη Σόνια την παλαβιάρα; Καλά φύγε, αλλά αν σου κάνει τίποτε τρελά πράγματα σε μένα θα έλθεις.
Να σωπάσω;  
Καλέ στόμα έχω και μιλιά δεν έχω!


 http://www.ipernity.com/doc/57114/3732896/in/keyword/20533/self]


12. «Το ζακετάκι»
  • Μάνα…πατέρα,σ’ ένα μήνα παντρεύομαι.
  • Τσιμουδιά εσύ, άστο πάνω μου.
  • Μα γιατί τον καπελώνεις διαρκώς; Πατέρας μου είναι, ας πει κι αυτός τη γνώμη του.
  • Μπα; Θες να πεις τη γνώμη σου Λεωνίδα;
  • Εγώ…εγώ παιδί μου...ό,τι πει η μάνα σου.
  • Μερσί Λεό…και δε μου λες εσύ μικρέ...
  • Μισό να φέρω τη λάμπα...η κάμερα πάνω μου, κλείσε ρε πατέρα τον πολυέλαιο...έτσι μπράβο...λοιπόν;
  • Το ζουλάπι η Αλβανίδα είναι; Τα’λεγα εγώ…βρε ζούδι αυτή ΄ναι του σκοινιού και του παλουκιού…μ’ αυτήν θ’ ανοίξεις σπίτι;
  • Δεν κατάλαβες. Η Νατάσσα ήταν για ξεκάρφωμα. Έχω σοβαρή σχέση μ’ ένα εξαιρετικό παιδί απ’ την Ξάνθη. Είναι μαθηματικός και τον λένε Ιάκωβο…όταν είμαστε μόνοι,τον φωνάζω «Ζακετάκι μου».

****
  • Εντάξει...κι η υπομονή έχει τα όριά της! Λεό τα υπογλώσσια...σβήνω!
  • Περίμενε ρε μάνα…το καλύτερο δεν σας το’πα ακόμα! 
  • Μαριάννα άσε κάτω το τασάκι!
  • Θ’ αποκτήσετε εγγόνι!
  • Tιιι; Είναι έγκυος το Ζακετάκι;
  • Όχι ρε πατέρα, υιοθετήσαμε ένα ορφανό απ’ την Αιθιοπία. Τελειώσαμε τα διαδικαστικά και σύντομα το υποδεχόμαστε σπίτι μας.
  • Τι χρώμα είναι δηλαδή;
  • ΛΕΩΝΙΔΑ! 
  • Όχι λέω…αν είναι μαυράκι, πώς θα το καταλαβαίνουμε όταν μιλήσει;
  • Λεωνίδα το βλέπεις το βάζο; Μπαίνει σε τροχιά εκτόξευσης.
  • Δεν πιστεύω να παίζει προκατάληψη με το χρώμα του εγγονού σας ε;
  • Δηλαδή είμαι παππούς;…δηλαδή πώς εσύ;…θέλω να πω, τι θα πει ο κόσμος ρε πουλάκι μου; Τη μάνα σου τη σκέφτηκες;
  • Aμ πώς βγήκε το «Ζακετάκι» νομίζεις; Τόσα χρόνια ένα ζακετάκι με κυνήγαγε. Στο σχολείο, στο παιχνίδι, στον ύπνο και στο ξύπνιο μου… μ’ ένα ζακετάκι μεγάλωσα κι έγινα άντρας.
  • Πες ότι φταίω κι από πάνω…ζακετάκι φώναζα να φορέσεις, όχι δωδεκάποντα!
  • Αντρίκια κουβέντα σας κάνω ρε μάνα. Ή με δέχεστε όπως είμαι, ή φεύγω και δεν με ξαναβλέπετε ποτέ.
  • Στα τσακίδια!
  • Κάτσε ρε πουλάκι μου…πώς φεύγεις; Εδώ είναι το σπίτι σου,ας γνωρίσουμε κι αυτό το καλό παιδί που λες…πω-πω τι κεραμίδα μας βρήκε απόψε!
  • Κουράστηκα με τις αντιφάσεις σας. Ζέστη ο ένας, κρύο η άλλη.
  • Θρασίμι! Ου να μου χαθείς που περίμενες να γίνω η καλή πεθερούλα του φίλου σου!
  • Ενώ αν ήταν η Αλβανίδα θα ενθουσιαζόσουν ε;
  • Τουλάχιστον θα ήταν νορμάλ. Τι θα πω στο σόι, το σκέφτηκες;
  • Θύμησέ τους τα παιδικά ζακετάκια που πήραν στο λαιμό τους παλιά. Την ψυχοκόρη του θείου Αγησίλαου και κείνο το δύσμοιρο παπαδάκι που γνώρισε τα…«πατρικά χάδια» στο σύθαμπο της εκκλησιάς που λειτουργούσε ο θείος Τιμόθεος. Ο στυλοβάτης της ηθικής και της ιεροσύνης!
  • Σκάσε επιτέλους! Μακάρι να μην σ’ είχα γεννήσει ΚΑΙ σένα ποτέ!
  • ΜΑΡΙΑΝΝΑ!...Τουλάχιστον αυτός δίνει ζωή σ’ ένα ορφανό…εμείς τι κάναμε;…θυμάσαι;
  • Σβήνω.

  ****
  • Πατέρα!...εσύ εδώ; Πέρνα μέσα.
  • Άλλη φορά αγόρι μου. Βγαίνει σήμερα και τρέχω για τα χαρτιά…
  • Πώς είναι;
  • Ευτυχώς ήταν ελαφρύ μας είπαν… τώρα συνήλθε, κάνει και πλεχτοθεραπεία για να εξασκεί το μυαλό της με το μέτρημα στους πόντους.
  • Πλεχτοθεραπεία;
  • Ναι και σας στέλνει αυτό το δέμα,για τον εγγονό της λέει.


Ένα γαλάζιο ζακετάκι κι ένα σημείωμα:
«Να του το φοράτε να μην κρυώνει.
Η γιαγιά Μαριάννα»



13. Και το σύθαμπο πάντα καρτεράει

Ένα λεπτό ακόμα ζητάω από το χρόνο, όμως κι αυτός έχει κεσάτια: πίστωση τέρμα. Κι έτσι βρίσκομαι εδώ ώρες, αν και χρειάζομαι μόνο ένα λεπτό ακόμα, μια ανάσα ακόμα, βρε αδερφέ, πριν περάσω απέναντι.
Εκεί, στην σκούρα μάζα που κινείται σα να μη συμβαίνει τίποτα! Και κάνει τόσο θόρυβο που μ’ έχει πιάσει πονοκέφαλος. Και το σύθαμπο καρτεράει πάντα λίγο ρομαντισμό για να σ’ αγκαλιάσει. Για να μη σε νυχτώσει...

Δεν τολμώ να κοιτάξω πίσω μου. Όμως το θέλω. Πολύ! Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι πως κάποιος μου πετάει ένα σκοινί και με σώζει! Με τραβάει στη ζωή. Στην παλιά μου ζωή.
Πριν την απόλυση, την κατάσχεση, το χωρισμό, την προδοσία, τη μοναξιά, την απόγνωση.
Τότε που ονειρευόμουν να αποσυρθώ κάποτε στη θάλασσα και μόνο να γράφω. Γιατί είμαι ποιητής. Με μάγευε πάντα το ελαφρύ τραγούδισμα των συνηθισμένων λέξεων στα ποιήματα...

Πού έπρεπε να βάλω τα όρια; Δίπλα μου, οι άνθρωποι του κύκλου μου, όλο προχωρούσαν. Και τους ακολουθούσα. Όχι γιατί το ήθελα, αλλά γιατί δεν ήξερα πού και πώς να σταματήσω.
Γιατί κάθε μου δισταγμός συνοδεύονταν από μια απολογία:
Όχι, δεν είμαι τσιγκούνης...
Όχι, δεν είμαι ξενέρωτος...
Όχι, δεν το παίζω αριστερός...
Όχι, δεν...
Κουράστηκα να απολογούμαι. Κι ακολούθησα με κλειστά μάτια μια ξέφρενη τροχιά. Για να μη νιώθω παρίας μες στα εκατομμύριά μου. 
Καινούρια αυτοκίνητα, εξοχικά, διακοπές σε εξωτικά νησιά, υπογραφές απολύσεων,  πάρτυ, υπηρέτες, γνήσιοι πίνακες, υπογραφές μείωσης μισθών, πρώτο τραπέζι πίστα. 

Δεν θυμάμαι καν το όνομά της. Εκείνη όμως θυμάται πως της έδωσα χρήματα για να φέρει την οικογένεια από τη χώρα της. Η μόνη που δεν μου έκλεισε την πόρτα... 
Όχι, δεν είναι η προκατάληψη που έχει καρφώσει τα πόδια μου εδώ και δεν περνάω απέναντι. Δεν με νοιάζει που θα μείνω στην παράγκα της υπηρέτριάς μου. Δεν με τρομάζει το χρώμα, η καταγωγή και η πίστη αυτών των ανθρώπων. Η φτώχεια τους με φοβίζει. 
Και πώς να γράψω ένα στίχο μες στη σκούρα μάζα που γελάει δυνατά σα να μη συμβαίνει τίποτα! 
Και το σύθαμπο καρτεράει πάντα ένα ποίημα... Γιατί αλλιώς γίνεται άγρια νύχτα και σε κατασπαράζει...

Νύχτωσε. Πρέπει να περάσω απέναντι. Ένα μικρό δρομάκι είναι, μοιάζει όμως με κρεμαστή γέφυρα. Ας κοβόταν, μόλις πατούσα το πόδι μου! Να με απαλλάξει από τον εφιάλτη!
Θυμάμαι... είχα γράψει μια πολύ ωραία κριτική για την οικογένεια του «Βυσσινόκηπου» σ’ ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής...


https://pixabay.com/el/%CE%B3%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7-192909/


14. Βοήθησέ με.

Ένα σκοινί ρίξε, για να με τραβήξεις έξω από το βυθό της απελπισίας. Τη μορφή του έρωτά σου θέλω να έχει, σου εκμυστηρεύομαι μες στο σύθαμπο, μα εσύ με κοιτάζεις με προκατάληψη. Δε σε παρεξηγώ. Με ακούς καιρό να γελάω και υποθέτεις ότι είμαι αυτάρκης και ευτυχισμένη. Πώς να φανταστείς πως ο ήχος των γέλιων έσπασε τα όρια της μικρής μου ψυχής και κινούμαι πλέον σε τροχιά τρέλας;
Βοήθησέ με.






15. Ψωροϋπερηφάνεια και προκατάληψη

 Κάθε φορά που πρέπει να βγω από το διαμέρισμά μου κάνω σιωπηλή έκκληση μέσα μου, να μη συναντηθώ με την αντιπαθέστατη, ψωροϋπερήφανη, γκρινιάρα και γεμάτη προκαταλήψεις  διαχειρίστρια. Κάργια την αποκαλούνε μεταξύ τους οι συγκάτοικοι, για κακή  μου τύχη  μένει στο ακριβώς από κάτω διαμέρισμα και  αφουγκράζεται κάθε κίνησή μου, με αποτέλεσμα βγαίνοντας, να τη βρίσκω σχεδόν πάντα μπροστά μου και να υφίσταμαι τη φλυαρία της και τα κακεντρεχή σχόλιά της για όλους και για όλα.

Ανυπόφορη, κομπλεξική  κι αχώνευτη,  κατέχει εδώ και δεκαετίες το «αξίωμα» του Διαχειριστή, που ομολογουμένως κανένας άλλος δεν ήτανε πρόθυμος να διεκδικήσει και όντας οικοπεδούχος και ιδιοκτήτρια δύο διαμερισμάτων και δύο καταστημάτων στην ίδια πολυκατοικία, λειτουργεί σαν απόλυτος άρχων και σχεδόν πάντα καταφέρνει να επιβάλει τη γνώμη της,  γιατί κανείς δεν έχει διάθεση να αντιπαρατεθεί μαζί της…όλα τα επιχειρήματα και οι προτάσεις απαντώνται με το : « Εγώ είμαι μορφωμένη και νουνεχής, Απόφοιτος της Σχολής Οικοκυρικής κόρη του αείμνηστου επιχειρηματία  Λάζαρου Κοντοβράκη ….», ο μακαρίτης ο πατέρας της είχε καφενείο στην πλατεία, μαυραγορίτη τον λέγανε όλοι στη γειτονιά, μετά την κατοχή βρέθηκε με λεφτά κι αγόρασε το μεγάλο γωνιακό οικόπεδο με το δίπατο νεοκλασικό που δόθηκε αντιπαροχή το 1962.

Ένα χρόνο σχεδόν τώρα, η εμπάθειά της με τους ενοίκους των δύο διαμερισμάτων του ημιυπογείου, έχει ξεπεράσει τα όρια. Σαν αποθήκες υφασμάτων τα χρησιμοποιούσε για χρόνια ο ιδιοκτήτης τους, ένας  Γάλλος  αρμενικής καταγωγής, που νοίκιαζε και το γωνιακό μαγαζί της διαχειρίστριας. Πριν ένα χρόνο όμως μετέφερε αλλού την επιχείρησή του και νοίκιασε τα διαμερίσματα σε 4 οικογένειες Σύρων προσφύγων. Λίγους μήνες αργότερα, προστεθήκανε και άλλοι συγγενείς τους και οι οικογένειες έγιναν 8, στο διάδρομο του ημιυπογείου  παρκάρανε   3-4 παιδικά καροτσάκια και ο ακάλυπτος γέμισε σχοινιά για το άπλωμα της καθημερινής τους μπουγάδας….

Η διαχειρίστρια, άφρισε, χάλασε τον κόσμο, ωρυότανε και ξεφώνιζε στις σκάλες, στην είσοδο, στους διαδρόμους κι αν πετύχαινε και κάποιον ένοικο, τον καθήλωνε και τον βομβάρδιζε: «Τι κατάσταση είναι αυτή!!! Όλη μέρα μαγειρεύουνε, βρώμισε ο τόπος κρεμμυδίλα,  έχει υποβαθμιστεί η πολυκατοικία, θα μας φάει η βρωμιά, ποιος ξέρει τι αρρώστιες κουβαλάνε!!! Να υπογράψουμε να έρθει το υγειονομικό, να κάνουμε μήνυση στον ιδιοκτήτη»!!! Αξημέρωτα  κατέβηκε να κατασκοπεύσει και να καταμετρήσει τα παιδικά καροτσάκι στο διάδρομο, από την πρεμούρα της, μέσα στο σύθαμπο, παραπάτησε, διέγραψε μια καμπύλη τροχιά κι από το πρώτο σκαλί, βρέθηκε με έναν τρομακτικό γδούπο,  ανάσκελα στο τελευταίο….

Για καλή της τύχη, ο Ναμπίλ  ο γιατρός και η γυναίκα του η Αμάλ η μαία, την ανακαλύψανε και φροντίσανε  να μεταφερθεί άμεσα με το ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο, κανένας άλλος ένοικος δεν πήρε είδηση….Μέρες αργότερα μάθαμε ότι χειρουργήθηκε, είχε κατάγματα σε ισχίο, ώμο και αγκώνα…χρειαστήκανε 6 φιάλες αίμα που τις προσφέρανε οι Σύριοι συγκάτοικοι….Δεν ξαναγύρισε στο σπίτι της, μετά τα χειρουργεία πήγε σε κέντρο αποκατάστασης και έπειτα σε οίκο ευγηρίας. Εκεί την επισκεφθήκαμε  δυό τρείς φορές, μαζί με άλλους συγκατοίκους, ψιλοχαμένα τα είχε … «Οι Σύριοι,οι Σύριοι με σώσανε ψέλλιζε…»  Μάθαμε ότι πέθανε….από τους κληρονόμους,  που κατέφθασαν μια μέρα ξαφνικά….



16. Προβλέψεις….

Πάντα υπήρχε μια προκατάληψη και μερικές φορές και κάποιος φόβος,  για όσες έλεγαν τα χαρτιά, το φλιτζάνι και γενικά για όσους εφάρμοζαν μεθόδους, έξω από τα όρια της λογικής και του χειροπιαστού.
Όμως κάπως έπρεπε να ζήσω και αφού θεωρούσα πως μπορούσα να βγάλω το ψωμί μου με αυτόν τον τρόπο, σκέφτηκα γιατί να μην το εκμεταλλευτώ.

Εξάλλου οι άνθρωποι είχαν μια επιθυμία από τα αρχαία χρόνια να νομίζουν πως μπορούν να  κάνουν κτήμα τους το μέλλον και να το ορίσουν.
Έτσι λοιπόν άρχισα να μελετώ χάρτες, την τροχιά των πλανητών, να ρίχνω τα χαρτιά και να διαβάζω φλιτζάνια.
Ούτε θυμάμαι σε πόσους είπα πως θα διαβούν μεγάλη πόρτα, πως θα τους τύχει αρρώστια, ή θα κερδίσουν πολλά χρήματα. Πως πάνω σε δύο (από ώρες έως χρόνια) θα γνώριζαν τον έρωτα της ζωής τους και τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Για να μην υπολογίσω τα φίδια που σήμαιναν εχθρό, την γάτα που σήμαινε γυναίκα και το ψάρι που σήμαινε λαχτάρα. Κι αν κάποια ήθελε να προκαλέσει έρωτα σε κάποιον βαθύ και σφοδρό, την έστελνα μια βραδιά με πανσέληνο να περάσει εννιά φορές τη φωτογραφία του πάνω από ειδικά κεριά που έκαιγαν και να δέσει τρεις κόμπους σε σκοινί για να ξορκίσει τους τρίτους που δεν ήθελαν την ένωση τους, διαβάζοντας ειδικά ξόρκια που της έδινα γραμμένα σε κάποιο χαρτί.

Τέτοια έκανα και έβγαζα το ψωμί μου. Κι αν έπεφτα μέσα σε κάποιες  προβλέψεις, τότε αυτή με εκθείαζε στις φίλες της και η πελατεία μου αυξανόταν. Δεν είχα παράπονο από πελατεία είχα μπόλικη. Μόνο που να το μαράζι μου ήταν, πως δεν μπορούσα να προβλέψω τα μελλούμενα της δικής μου ζωής.

Κι αν με ρωτούσατε, και με έπιανε κρίση ειλικρίνειας, θα σας έλεγα πως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του. Μεγάλη απελπισία μαστίζει τον κόσμο, και πολλά τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν. Στην απελπισία του ο καθένας ψάχνει την ελπίδα όπου μπορεί. Στον πάτο ενός φλιτζανιού και στα κατακάθια του καφέ, στις φιγούρες μιας τράπουλας ή στα άστρα που περιδιαβαίνουν το σύμπαν .
Αυτό είδε κι ο Μήτσος. Είδε την μεγάλη πελατεία μου, και άρχισε να μου κάνει τα γλυκά μάτια. Κι εκεί που
αντιστεκόμουν αρχικά, ένα γλυκό σύθαμπο, λύγισα και έγινα δική του. Κι όταν πλέον είχα γλυκαθεί από τα κάλλη του, άρχισε να μου λέει πόσα προβλήματα έχει και πως χρειάζεται χρήματα για να είναι λεύτερος και να μπορέσει να χαρεί την αγάπη και την ευτυχία μαζί μου.

Τι να έκανα;   Άρχισε λοιπόν να με αρμέγει όπως αρμέγουν τις αγελάδες. Το χρήμα που του έδινα δεν το λογάριαζα μια και κάθε φορά που πλήρωνα μου χάριζε μοναδικές στιγμές έρωτα. Άρμεγα εγώ τους πελάτες, και ο Μήτσος άρμεγε εμένα.
Κι εγώ η σούπερ μάντισσα, δεν μπόρεσα να πάρω είδηση, αυτό που θα συνέβαινε. Τα χρήματα μου πέρασαν στα χέρια του Μήτσου που πιάστηκε από το νόμο για   παρανομίες, και κάρφωσε και μένα. Τώρα περιμένοντας τη δίκη μου σκέφτομαι πως αν είχα φτιάξει έναν καφέ για τον εαυτό μου ίσως να είχα αποφύγει το ζοφερό μέλλον μου. Ίσως!!


https://pixabay.com/el/hexenhaus-%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1-%CF%86%CF%89%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%8D-1635770/

17. Τα μαύρα μας τα φεγγάρια μέσα

- Λενιώ, ξεκόλλα απ' την τιβί, να τρέξουμε για ψώνια. 
- Πρεμούρα σε έπιασε άντρα μου.
   Τι όνειρο είδες πάλι; Αύριο είναι Σάββατο, απόψε δεν κουνάω!
- Αν καρτεράμε τ' αύριο, ποιος ζει και ποιος πεθαίνει!
- Γιατί τι είναι αύριο; Μην έρχεται το τέλος;
- Πρεσάισλι Λενιώ μου! 
   Ετούτο θέλω να σου πω και μη με κοροϊδέψεις.
   Μη δείξεις προκατάληψη, τα μούτρα μη χαλάσεις.
   Να μην τραβήξεις το σκοινί, τα όρια μην περάσεις!
- Μεγάλη τούτη η εισαγωγή, πολλές κουβέντες έχει.
   Βάλε τη σκέψη σε τροχιά και πες μου τα μαντάτα.
- Απόψε έρχεται Λενιώ, το μαύρο το φεγγάρι.
- Έτσι απροειδοποίητα; Ανάγωγο που είναι!
- Μην κάνεις πλάκα βρε Λενιώ. Λυπήσου με τον δόλιο.
   Ετούτο εδώ το σύθαμπο θα ΄ναι το τελευταίο...
- Το τελευταίο βράδυ μας ας είναι και ωραίο...
- Έλεος βρε χριστιανή, σταμάτα κι άκουσέ με.
   Ο κόσμος θα καταστραφεί, η γη δε θα γυρίζει.
   Σκηνές αποκαλύψεως θα ζήσουμε σου λέω...
- Χαρτί υγείας θα 'χουμε, ή να τρομάξω τώρα;
- Εσύ σκας και γάιδαρο, άμα σε πιάσει πείσμα!
  Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ μου κάνεις πλάκα!
- Μη σκιάζεσαι κι ο κόσμος σου ίδιος θα είναι πάντα.
  Ξέχασες πως σου άρεσαν κάποτε τα φεγγάρια!



18. Το τέλος του κόσμου

Σαν φεύγει ο Σεπτέμβρης και πριν μπει ο Οκτώβρης σε τροχιά, μια νέα προκατάληψη έρχεται να κάνει την εμφάνιση της: Ο κόσμος τελειώνει.
Αυτό το τέλος του κόσμου, μαρτυρά η Μαύρη Σελήνη που θα αντικρίσει, όχι η Ευρώπη, αλλά η Αμερική. Αν σκεφτείς βέβαια πως στις ταινίες το τέλος του κόσμου αρχίζει από την Αμερική, ίσως υπάρχει λίγη αλήθεια σε αυτή την υπόθεση. Ίσως πάλι να πρέπει να κάτσουμε και να σκεφτούμε, γιατί σε κάθε αξιοπερίεργο της φύσης, σε κάθε σύμπτωση της ζωής, ψάχνουμε να βρούμε το τέλος.  Ο κόσμος τελειώνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.  Ίσως λοιπόν, να πρέπει να εστιάσεις στο ότι ο κόσμος υπάρχει ακόμα και για όσο θα υπάρχει, πρέπει να τον χαρείς. Ζήσε ξεχωριστές εμπειρίες, ρίσκαρε και μάθε από τα λάθη σου, εξέφρασε πιο πολύ τα συναισθήματα σου στους γύρω σου, κυρίως τα θετικά. 

Ταξίδεψε και γνώρισε πολιτισμούς και ανθρώπους. Αγάπα με πάθος, ονειρέψου δίχως όρια και άσε την ψυχή σου ελεύθερη να αφουγκραστεί τα θέλω της και να βρει τρόπους να τα κάνει πραγματικότητα. Βγάλε από την μέση, ότι θαμπώνει το χαμόγελο σου, ότι πληγώνει την καρδιά σου, ότι θυμώνει τον νου σου, ότι αρνητικό σαν σχοινί σε τυλίγει και σε δεσμεύει από το να απολαύσεις την κάθε στιγμή. Γιατί η ζωή κάποια στιγμή θα τελειώσει, αλλά γιατί να σταθείς σε αυτό; Σκέψου πως η ζωή σου χαμογελά κάθε πρωί που ξυπνάς και αντικρίζεις την νέα μέρα. Χαμογέλα της και εσύ, εκμεταλλεύσου όσα σου προσφέρει, απόλαυσε την. Και απόψε, εκεί ανάμεσα στην μέρα που φεύγει και την νύχτα που έρχεται, εκεί που το σύθαμπο οργιάζει με την ομορφιά της στιγμής, μην φοβηθείς πως ο κόσμος θα τελειώσει. Το πρωί ο ήλιος θα ανατείλει ξανά και θα καλημερίσει τον Οκτώβρη!


Εδώ τελειώνουν οι συμμετοχές.
Για να επιστρέψετε στην αρχική ανάρτηση, όπου και θα βαθμολογήσετε, πατήστε εδώ!