Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Τα καπνά


Μια θάλασσα από πράσινο αναδεύονταν κάτω από την αφόρητη  ζέστη κάθε καλοκαίρι στον κάμπο.
Γιόμιζε ο τόπος καπνά και τα καπνοχώραφα γιόμιζαν τις ζωές μεγάλων και μικρών.
Δεν υπήρχε παιδί που δε γνώριζε τα καπνά, που δεν ήξερε έστω να αρμαθιάζει.
Γεμάτα χαρακιές τα παιδικά δάχτυλα από τις βελόνες, και οι συμβουλές των μεγάλων είχαν γίνει βίωμα στα ανήλικα. Για να σταματήσει το αίμα έσπαζαν το κοτσάνι από ένα φύλλο καπνού και το έβαζαν στην πληγή. Κι αυτή ήταν η μόνη θεραπεία που έκαναν στις πληγές τους την ώρα της δουλειάς.
Αργότερα στο σπίτι, αφού είχε τελειώσει η δουλειά και είχαν πλυθεί, η μάνα τους έβαζε και βάμμα.

Σκληρή δουλειά τα καπνά.
Υπήρχαν οικογένειες που στηρίζονταν στον καπνό για να τα φέρνουν βόλτα. Αυτές έβαζαν στρέμματα και στρέμματα ολόκληρα και η δουλειά που άρχιζε νωρίς την άνοιξη σπέρνοντας σε βραγιές, συνεχίζονταν αμείωτη και καθημερινή με βοτάνισμα και πότισμα, ενώ γρήγορα έφτανε η μέρα που τα φυντάνια έπρεπε να φυτευτούν στα χωράφια. Ξανά ποτίσματα και σκαλίσματα, ως τη μέρα που έπρεπε να μαζευτούν, να λιαστούν, να γίνουν βαντάκια. Και γέμιζαν οι ταβάνια των αποθηκών με βαντάκια που έμεναν εκεί να κρέμονται σαν σκιές ως το φθινόπωρο. Κάπου στα μέσα του φθινοπώρου, με την υγρασία σύμμαχο που τα μαλάκωνε και δεν τρίβονταν, αυτά γίνονταν δέματα και τα δέματα με τη σειρά τους έπαιρναν το δρόμο για τον έμπορα. Τότε μόνο σταματούσε η δουλειά.

Τα έμαθα όλα καλά όταν οι γονείς μου παράλληλα με τις δουλειές τους, αποφάσισαν να βάλουν και πέντε στρέμματα καπνό. Με δανεική άδεια από μια θεία μου, δανεική αποθήκη, δανεικές λιάστρες και νοικιασμένα χωράφια, ξαμολυθήκαμε κι εμείς να αρμενίσουμε στη δική μας μικρή θάλασσα για τέσσερα, ίσως και πέντε καλοκαίρια.
Κάπου εκεί προς το τέλος του δημοτικού και στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, τα καλοκαίρια μας ανακάτευαν τις θάλασσες τις πράσινες με τις άλλες τις μπλε που λαχταρούσαμε.
Και λογιζόμασταν τυχερά, γιατί οι γονείς μας φρόντιζαν και για τα μπάνια μας και για το βουνό μας, αλλά όσοι είχαν πολλά στρέμματα με το ζόρι έβλεπαν τη θάλασσα, αφού το ένα χέρι του καπνού διαδέχονταν το άλλο σχεδόν αμέσως στο μάζεμα.

Από το πατόφλο όπως λέγονταν τα τελευταία φύλλα του φυτού, αυτά που ακουμπούσαν σχεδόν στο έδαφος, άντε να μαζέψεις και πρώτο χέρι, και δεύτερο, και τρίτο, από τόσα στρέμματα. Μέχρι να φτάσεις στο τέταρτο καμιά φορά και στο πέμπτο αν είχε προκοπή μεγάλη ο καπνός, να και το κορφάδι. 
Κορφάδι, ήταν το άνθος του φυτού, αλλά έτσι έλεγαν και το τελευταίο χέρι.  Το άνθος συνήθως το τσακίζαμε, το κόβαμε δηλαδή, πριν μαζευτεί το τελευταίο χέρι.

Και οι καλοκαιρινές μέρες στον κάμπο, ξεκινούσαν αξημέρωτα με το μάζεμα. Δυο τρία φύλλα από κάθε φυτό, τόσα αντιστοιχούσαν στο κάθε χέρι, μέχρι να σηκωθεί ο ήλιος ψηλά και να μην αντέχεται το κάμα.
Ο καπνός μεταφέρονταν στην αποθήκη κι εκεί άρχιζε το αρμάθιασμα.

Καμάρωνα θυμάμαι, το πόσο γρήγορα αρμάθιαζα. Μα είχαμε κάποτε μια εργάτρια που νομίζω πως και ποτέ να μη σταματούσαμε να βάζουμε καπνό, ποτέ να μη σταματούσα το αρμάθιασμα, δε θα κατάφερνα να την παραβγώ!
Ήθελε επιδεξιότητα να περνάς κάθε φύλλο στη βελόνα γρήγορα. Γέμιζε η βελόνα καπνό και άδειαζε στο σπάγκο που της περνούσαμε. Με τέσσερις και κάτι βελόνες, αν θυμάμαι καλά πια, γέμιζε μια αρμάθα.
Και οι αγκλίτσες που έκλειναν τις δυο πλευρές του σπάγκου, πόσα μαγικά ακούγονταν τότε στα αυτιά μου!
Αγκλίτσες! Σαν αγκαλίτσες μου ακούγονταν!

Το καλύτερό μου ήταν να σηκώνονται πίσω μου οι αρμάθες. Να μειώνεται σιγά σιγά από μπρος μου το βουνό των φύλλων και να μεταμορφώνεται σε αρμάθες πίσω μου.
Δεν άφηνα κανέναν να μου τις πάρει, γιατί μου άρεσε να καμαρώνω τον κόπο μου.
Βέβαια την έχανα αυτή τη μάχη, αφού έπρεπε να πάνε στη λιάστρα.
Πάντα ήξερα όμως πόσες αρμάθες έκανα. Όλοι ήξεραν πόσες είχαν κάνει. 

Και να πιάνουν ξαφνικά κάτι αυγουστιάτικα μπουρίνια και να μας κάνουν όλους να τρέχουμε.
Να παρατάμε άλλος τη δουλειά, άλλος το μαγείρεμα και άλλοι το παιχνίδι και να τρέχουμε να σκεπάσουμε τις λιάστρες με τα πανιά, γατί αν βρέχονταν οι αρμάθες όλος ο κόπος μας θα πήγαινε στράφι.
Μα και σκεπασμένες να έμεναν όταν σταματούσε η βροχή δεν έκανε.
Άντε πάλι να ξεσκεπάζεις!
Με το αυτί στο δελτίο καιρού και το μάτι στον ουρανό πορεύονταν τα καλοκαίρια των μεγάλων, μαζί με τη σκληρή δουλειά.

Τα καλοκαίρια των περισσότερων παιδιών, μετριόνταν με χέρια και είχαν ονόματα: πατόφλο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο...
Η πρώτη ερώτηση που έκαναν ο ένας στον άλλον ήταν μία. "Τι χέρι μαζεύετε;"
Από το χωράφι περνούσαν το σχολείο κατευθείαν, χωρίς να δουν την άλλη θάλασσα, την κανονική, εκτός αν ο καπνός τους λυπόταν και τους άφηνε επίτηδες λίγες μέρες περιθώριο από ωρίμανση σε ωρίμανση, να πάνε για κάνα μπάνιο.

Τα καλοκαίρια στον κάμπο είχαν μια φορά κι έναν καιρό δικές τους θάλασσες, αλλιώτικες.


Το έργο που κοσμεί την ανάρτηση και οι πληροφορίες, είναι από το:art22.gr

Ένα έργο που σώθηκε επειδή κανείς δεν το είχε προσέξει σ΄ένα παλιό καπνεργοστάσιο της Σταυρούπολης, είναι η σύνθεση του Α. Τάσσου και της συντρόφου της ζωής του Λουκίας Μαγγιώρου: «Η καλλιέργεια του καπνού». Το έργο  αποτυπώνει το μόχθο και τον πόνο των ανθρώπων που πέρασαν τη ζωή τους στα καπνοτόπια και στα καπνομάγαζα. Παραχωρήθηκε τον Απρίλιο του 2012 στην Εθνική Πινακοθήκη και τώρα επιστρέφει για να εκτεθεί στη Θεσσαλονίκη στο ΚΜΣΤ (Μονή Λαζαριστών). Φιλοτεχνημένο το 1960 για τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου Εθνικού Οργανισμού Καπνού Δυτικής Θεσσαλονίκης, κατόπιν παραγγελίας της Εταιρείας Παπαστράτος, το μνημειακών διαστάσεων διακοσμητικό σύνολο, που φέρει την υπογραφή του γνωστού χαράκτη και ζωγράφου Τάσσου Αλεβίζου (1914-1985) και της συντρόφου του Λουκίας Μαγγιώρου (1914-2008), αποτελείται από πέντε επιμέρους συνθέσεις ύψους 2 μ. κι έχει συνολικό μήκος 12,40 μ. (μικτή τεχνική σε ύφασμα επικολλημένο σε ξύλο). Τη μνημειακή σύνθεση συμπληρώνει προπαρασκευαστική μακέτα διαστάσεων 0,59 x 3,80 μ. 


Ίσως είναι μια αλλιώτικη ιστορία, αλλά είναι ιστορία του καλοκαιριού και σαν τέτοια παίρνει τη θέση της στο blog το Κείμενο και στο δρώμενο που εμπνεύστηκε η Μαρία Νι!

Ο VAD εδώ μας εξιστορεί κι αυτός κάποιες αλλιώτικες διακοπές!  

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Η Αστροπαλιά στο χρόνο


Αστροπαλιά αποκαλούν την Αστυπάλαια οι ντόπιοι και γρήγορα υιοθετούν αυτή τους τη συνήθεια και οι επισκέπτες.

Οι αρχαίοι την έλεγαν "Τράπεζα των Θεών", γιατί ήταν ένα τόπος πλούσιος σε αρωματικά φυτά, βότανα και καρπούς. Ένας ορισμός που άνετα μπορεί να της αποδοθεί και σήμερα, καθώς το νησί ανασαίνει στη θαλασσινή αύρα που μπλέκεται γλυκά με τους θησαυρούς που γεννιούνται στη γη του.
Θυμάρι, ρίγανη, σαφράν, λεβάντα, κρίταμος, φασκόμηλο, αλλά και πολλά άλλα βότανα είναι αυτοφυή στην Αστυπάλαια και ίσως γι΄αυτό το μέλι της φημίζεται παντού.

Τη λένε όμως και πεταλούδα του Αιγαίου εξαιτίας του σχήματός της. Μια πεταλούδα μαγική που προσγειώθηκε στα νερά να ξαποστάσει και τόσο ερωτεύτηκε το μπλε που έμεινε για πάντα εκεί!



Βρίσκεται ανάμεσα στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα, ενώ διοικητικά ανήκει στα Δωδεκάνησα.
Λένε πως το όνομα Αστυπάλαια της δόθηκε από τους Δωριείς, όταν ανακάλυψαν στην περιοχή ίχνη παλιότερου οικισμού των Φοινίκων.



Κατά τη μυθολογία η Αστυπάλαια και η Ευρώπη ήταν κόρες του Φοίνικος και της Περιμήδης. 
Από την ένωση της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννήθηκαν ο Αργοναύτης Αγκαίος και ο Βασιλιάς της Κω, Ευρύπυλος. 

Πρωτοκατοικήθηκε από τους Κάρες, οι οποίοι την ονόμασαν Πύρρα για το κόκκινο χρώμα της, ενώ εντύπωση προκαλεί το ότι δεν υπάρχουν φίδια στο νησί.
Ο Αριστοτέλης έγραψε "εχθράν είναι τοις όφεσιν η των Αστυπαλαιών γη".
Η Αστυπάλαια πέρασε από την κατοχή της Κρήτης την εποχή του Μίνωα και εξελληνίστηκε από αποίκους που ήρθαν από τα Μέγαρα.



Την Ελληνιστική Εποχή υπήρξε λιμάνι-σταθμός των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Ανέπτυξε μεγάλη ναυτική δραστηριότητα και έγινε γνωστή χάρη στα πλούσια αλιεύματα ("ιχθυόεσσα") και τα άφθονα γεωργικά προϊόντα της.


Την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας τα λιμάνια του νησιού χρησιμοποιήθηκαν ως ορμητήρια κατά των πειρατών, γι αυτό οι Ρωμαίοι παραχώρησαν στους κατοίκους πολλά προνόμια.

Στους Βυζαντινούς χρόνους η έξαρση της πειρατείας άλλαξε την οικιστική δομή του νησιού, με την παρακμή των παράλιων οικισμών, τη μετακίνηση των πληθυσμών στο εσωτερικό και την ανέγερση κάστρων για προστασία. 


Μετά το 1204 περιήλθε στους Βενετούς και κυρίως στην οικογένεια Quirini - με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα κατά το οποίο ανήκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (1269-1310). 
Οι Quirini έμειναν κύριοι του νησιού μέχρι το 1537, όταν κατακτήθηκε από τους Τούρκους. 

Όπως όλα τα Δωδεκάνησα παρέμεινε στους Τούρκους έως το 1912 στη συνέχεια πέρασε στους Ιταλούς, Γερμανούς και Βρετανούς για να ενωθεί με την Ελλάδα το 1948.


Η Αστυπάλαια με μάγεψε και θα ακολουθήσουν κι άλλες αναρτήσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή πριν περιπλανηθούμε στα σοκάκια της Χώρας και του Πέρα Γιαλού, ανεβούμε στο κάστρο, κολυμπήσουμε στις παραλίες, θαυμάσουμε τους ανεμόμυλους και τόσα άλλα!!
Τα ιστορικά στοιχεία είναι από το έντυπο που προσφέρει δωρεάν ο Δήμος Αστυπάλαιας, αλλά και από τη σελίδα του astypalaia.gr