Οι καλές γλώσσες λένε....
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μεγάλο δάσος, ζούσε μια γιαγιά.
Μπορεί να ήταν και η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας που είχε πια μεγαλώσει κι έκοψε μαχαίρι τις ανέμελες βόλτες στο δάσος για να κόβει λουλούδια, όταν παντρεύτηκε έναν τύπο που έφερνε λίγο στο λύκο των παιδικών της χρόνων. Μαύρη κι άραχνη η ζωή της, μα την πάτησε όταν την κάθισαν κάτω οι ψυχολόγοι μιας τηλεοπτικής εκπομπής και της εξήγησαν πως κακό δεν υπάρχει. Το έχαψε η καημένη, σκέφτηκε πως αυτή έφταιγε για όσα είχαν γίνει κι έπεσε με τα μούτρα στο επόμενο κακό που βρέθηκε στο δρόμο της.
Με τούτα και με κείνα, η ταυτότητά της γιαγιάς χάθηκε μέσα στο χρόνο, που άλλαξε και τη ροή των παραμυθιών κι έφτασε ο λύκος να βελάζει με αγανάκτηση που του τα φόρτωναν τόσα χρόνια όλα.
Μα φυσικά κι έφταιγε η Κοκκινοσκουφίτσα λένε οι καλές γλώσσες, γιατί κακές γλώσσες δεν υπάρχουν. Πάντα μια Κοκκινοσκουφίτσα φταίει, επειδή προκαλεί. Όλοι οι άλλοι είναι αθώοι. Θύματα της ακόλαστης με τα κόκκινα.
Κι έτσι μονοκοντυλιά σβήστηκε το κακό από τον κόσμο μας, κι όταν παρ' ελπίδα κάνει την εμφάνισή του, πάντα φταίει μια Κοκκινοφορεσούσα που δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή στο μήκος της φούστας της, ή στην ώρα που πέρασε και νυχτώθηκε στο δάσος.
Ας γυρίσω όμως στο παρόν και στην άγνωστη γιαγιά που ούτε αυτή θυμόνταν πια από που κρατούσε η σκούφια της.
Είχε γίνει ένα με το δάσος και περιφέρονταν εδώ κι εκεί, μαζεύοντας μανιτάρια σαν αερικό.
Να σκεφτείτε δεν κατάφερναν να την εντοπίσουν ούτε οι φοροεισπράκτορες του παλατιού κι αυτοί ήταν μανούλες στο να τους ανακαλύπτουν όλους.
Ένα βράδυ, στο φτωχικό της καλυβάκι, η γιαγιά άναψε ένα κερί να βλέπει τα χάλια της κι έπιασε να μοιρολογεί την τύχη της. Ένας ποντικός που της έκανε συντροφιά τα τελευταία χρόνια χοροπηδούσε εδώ κι εκεί κοροϊδεύοντάς την.
Η γιαγιά αναπήδησε όταν άκουσε ένα χτύπο στο τζάμι του παραθύρου. Ένας νεαρός, όμορφος σαν πρίγκιπας της έγνεφε.
Χαμογέλασε ζαλισμένη από την ομορφιά του. Ξέχασε τα χρόνια της και το μοιρολόι κι έπιασε να στρώνει τα μαλλιά της με νάζι. Άνοιξε την πόρτα κι ο νεαρός πισωπάτησε τρομαγμένος.
Του έπεσε το βιβλίο με τους χάρτες του δάσους που κρατούσε κι εκείνη έσκυψε να το πιάσει. Τα κόκαλά της διαμαρτυρήθηκαν όλα μαζί κάνοντας μια σειρά από μεγαλόπρεπα κρακ...
Σηκώθηκε με πόνο κι έδειξε όλα της τα ούλα χαμογελώντας στον απρόσμενο επισκέπτη.
"Καλή μου γιαγιά της είπε εκείνος, μήπως μπορείτε να μου δείξετε το δρόμο για το παλάτι της ωραίας κοιμωμένης;
Έμαθα πως περιμένει ένα φιλί για να ξυπνήσει και να παντρευτεί.
Η μαμά λέει πως είναι ώρα να αποκατασταθώ πια."
"Πφφ...μαμάκιας μας βγήκε ο πρίγκιπας", σκέφτηκε η γιαγιά κι αποφάσισε πως ήταν λίγος για την κοιμωμένη. Τον έδιωξε άρον άρον προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του παλατιού και κούτσα κούτσα, ανηφόρισε η ίδια για κει. Βλέπετε θυμήθηκε άξαφνα ποια ήταν...νύσταζε κιόλας...μα τόσα χρόνια ούτε ένας πρίγκιπας της προκοπής να μην εμφανιστεί;
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 2ο "Παίζοντας με τις λέξεις".
Σε έναν κόσμο που συνεχώς απομακρύνεται από το "Μια φορά κι έναν καιρό...", που το κακό δικαιολογείται και το καλό σημαδεύεται για αδυναμία, σε έναν κόσμο που σβήνει τις αόρατες γραμμές ανάμεσά τους και σταματάει να λυτρώνεται με το "Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα", ακόμα και σε αυτόν τον κόσμο τα παραμύθια πάντα θα βρίσκουν τη θέση τους.
Δείτε κι εδώ!



.jpg)