Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Παίζοντας με τις λέξεις #10 (Συμμετοχές 11 - 22)


11. Κατάθεση ψυχής

Μου λείπεις. Έχω να ακούσω εκατό δώδεκα μέρες την φωνή σου. Με έχει αγκαλιάσει η μοναξιά, μα εγώ αναζητώ να κουρνιάσω στα δικά σου χέρια. Το ποδοβολητό των σκέψεων μου αντηχεί μέσα στην σιωπή, όσο οι αναμνήσεις μου κάνουν αθόρυβα παρέα. Την απουσία σου, την νιώθω ξενιτιά.
Λυσσομανά έξω η καταιγίδα και την ζηλεύω που ξεσπά. Εγώ δεν μπορώ, φοβάμαι πως αν το κάνω, θα είναι αλήθεια πως δεν είσαι εδώ, πως έχω λόγο να μου λείπεις. Σε κάθε λάμψη της αστραπής με στοιχειώνει το γκρίζο των ματιών σου. Θα μπορούσε μετά το απόβροχο, να εμφανιστεί το ουράνιο τόξο και εγώ σαν κακομαθημένο παιδί, πάλι το δικό σου γκρίζο θα ζητούσα.

Χωρίς υπερβολή, οι νύχτες είναι κόλαση. Σιχαίνομαι τα σεντόνια μου, που άφησαν το άρωμα σου να φύγει. Μισώ το φεγγάρι που φωτίζει για να βλέπω την πλευρά σου άδεια.
Το ξέρω πως όταν έρθει το πρωί ο ήλιος θα λάμψει και εγώ θα πρέπει να ξεχυθώ στην καθημερινότητα. Και σου υπόσχομαι μόλις ξημερώσει να πάρω μια βαθιά ανάσα και να προσπαθήσω να βρω έστω και μια στιγμή για να χαμογελάσω. Σου υπόσχομαι πως θα βγω εκεί έξω και θα αφήσω την καρδιά μου να ερωτευτεί ξανά. Μα απόψε άσε με, να τα βγάλω όλα από μέσα μου, να αδειάσω όλα τα δάκρυα της ψυχής μου και να πενθήσω όπως πρέπει αυτόν τον έρωτα. Σε μερικές ώρες ξημερώνει...



12. Οι παλμοί της γης 

Μέθυσε η μνήμη σήμερα
Κι είδε να γέρνουν τα βουνά
Σαν στάχυα αθέριστα
Σκιερά δέντρα
Να ξεφυλλίζουν βιβλία αμαρτωλά
Χωρίς επωδούς λατρείας
Απότοκος η ιστορία
Ψέλλιζε άναρθρους λόγους
Απόβροχο ήταν
Ιούνιος μήνας
Κι εσύ χαμογελούσες
Στο κάδρο της ουτοπίας σαν παιδί 
Κραδαίνοντας δεμάτια αστραπών 
Στα σμιχτά σου χέρια
Συνάζοντας ουράνιες εκλάμψεις
Στα μελιά σου μάτια
Πόσο το φως ν' αντέξεις;
Ήσουν ο θεριστής κι ο ονειροπόλος πόντος

Σε φώναξα με την υπερβολή 
Της καταιγίδας
Σε σπλαχνίστηκα με το λογισμό
Της μάνας
Σε γύρεψα με την κραυγή
Του αλλότριου πόθου
Σε αποπλάνησα με τα φίλτρα
Του απόκοσμου θρήνου
Πονούσε η μνήμη
Σαν τομή βαθιά σε χάρτινο κύκλο
Σαν λαβή μολυβιού πάνω στον ασβέστη
Σαν ποδοβολητό αλόγων
Πάνω στο φαιό σώμα της πατρίδας
Πόσο την καρδιά να ξοδέψω;
Ήμουν η Αχερουσία οδός κι η τρεμάμενη φλόγα

Πλάτυνε ο κόσμος σήμερα
Σαν όπως πλαταίνει στην καρδιά το φιλί
Σαν όπως πλαταίνει στα σύνορα
Το ραβδί του οδοιπόρου
Μεγάλα στίφη κατέβηκαν στους κάμπους
Μην ήρθες στ' απόσκια
Των δοράτων κρυμμένος;
Μεγάλες προσδοκίες φυλάκισαν τη λησμονιά
Μη ξεχαστείς
Κλείνω το στόμιο του πηγαδιού
Σφραγίζω το μελανοδοχείο
Εκείνο το γράμμα που έγραψες
Κανείς μη συνεχίσει
Πόσο τα αμίλητα να περιμένουν;
Ήσουν ο κουρνιαχτός κι ο μυστικός μύθος
Ένα αμπέχονο ριγμένο στον ώμο του νοτιά
Μην και δακρύσει της αυγής ο κλώνος
Μην και σβηστούν στο έμπα του θέρους 
Της γης οι παλμοί απατημένοι!



13. Για ένα σας χαμόγελο μόνο!

Μια ιστορία θα σας πω πέρα για πέρα αληθινή!
Χθες είδα μια χελώνα παρδαλή να καβαλάει μία αστραπή
και να γυρνάει δώδεκα φορές τη γη!
Ακολούθησαν βροντές και κεραυνοί
Μπόρες, βροχές και καταιγίδες
Που τέτοιες δεν ξαναείδες.

Τότε εκατό βατράχια δεν έχασαν καιρό, πιαστήκαν χέρι χέρι 
και έστησαν τραγούδι και χορό μέρα μεσημέρι.
Τους άκουσαν  τα σκαθάρια και ήρθαν να τα δουν
κρατώντας μανιτάρια για να μην βραχούν!

Και όταν μετά από όλον αυτό το χαλασμό βγήκε το ουράνιο τόξο
στητό, καμαρωτό εκεί ψηλά στον ουρανό,
πέντε έξι αλεπουδίτσες ανεβήκαν στο λεπτό
και άρχισαν τις τσουλήθρες βάφοντας πολύχρωμες
τις φουντωτές τους τις ουρίτσες.

Το απόβροχο σαν ήρθε με υγρασία και παγωνιά
πενήντα σκίουροι φόρεσαν κασκόλ και κόκκινα σκουφιά,
έκαναν τα βελανίδια τους φλογέρες και στήσανε βεγγέρες.
Ξύπνησαν και τα μερμήγκια και άρχισαν την δουλειά τους
ανεβοκατεβάζοντας σποράκια στη φωλιά τους
και από το ποδοβολητό τους, σείστηκε όλο το χωριό τους!

Και αν δεν με πιστεύετε και όλα αυτά σας φαίνονται μες την υπερβολή
κοιτάξτε μες τα μάτια ένα μικρό παιδί!
Ε… ύστερα από όλον αυτό τον οίστρο τον ποιητικό,
δεν μπορεί θα σκάσατε ένα χαμόγελο θαρρώ! 



https://pixabay.com/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD-%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1-79156/


14. Ο ανάποδος

Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα ποτάμι κρυμμένο μέσα στο πυκνό δάσος ζούσαν μικρά, μεγάλα και μεγαλύτερα πλάσματα που άλλο δεν ήθελαν παρά την ησυχία τους.
Ήταν όλα απολύτως συνηθισμένα και δεν είχαν τίποτα μαγικό, τίποτα ξεχωριστό. 
Τα καβούρια πήγαιναν ανάποδα, όπως πάνε τα καβούρια από καταβολής κόσμου, οι βάτραχοι κόαζαν δυνατότερα από ποτέ στο απόβροχο και τα έντομα, πάλευαν διαρκώς να τους αποφεύγουν. 
Μόνο οι τρελές πεταλούδες ζούσαν επικίνδυνα, αφού χόρευαν συνεχώς πετώντας από τη μια όχθη στην άλλη. μεθυσμένες από μια μόνιμη χαρά, χωρίς να δίνουν σημασία στα βατράχια που τους έστηναν καρτέρι.

Μια στο τόσο κάποια πεταλούδα εξαφανίζονταν, μα οι άλλες, ούτε που έδιναν σημασία.  Συνέχιζαν τα αλλοπρόσαλλα πετάγματα κι απλά τίναζαν τα φτερά τους λίγο δυνατότερα όταν ένιωθαν την αύρα από το άλμα των βατράχων κι άκουγαν στόματα να κλείνουν πίσω τους. Τότε η μικρή καρδιά τους άρχιζε το ποδοβολητό, αλλά έδιναν μία και πετούσαν ακόμα ψηλότερα. 
Δεν ήταν απερίσκεπτες, όπως τους είχε βγει το όνομα. Απλά ζούσαν. 
Ένας γέρο κάβουρας, έλεγε πως τις άκουγε κιόλας να τραγουδούν, αλλά κανείς δεν τον πίστευε, γιατί ήταν κουφός.

Κι έτσι περνούσε η ζωή στο ποτάμι. Με τα λιγοστά του ψάρια να ανοίγουν δρόμο στα ρεύματα, τους βατράχους να παλεύουν να κατασπαράξουν τις πεταλούδες και το γέρο κάβουρα να φτιάχνει ιστορίες που κανείς δεν πίστευε.
Ετούτη τη γαλήνη της καθημερινότητας, ήρθε κάποτε να ταράξει η γέννηση ενός μικρού καβουριού που καθόλου δεν έμοιαζε με τ' άλλα.
Ετούτο βάδιζε ίσια.

Τα καβούρια το κοιτούσαν κουνώντας τις δαγκάνες τους με απορία. 
Ο γέρο κάβουρας όμως χαμογελούσε περήφανα, κι έλεγε, πως χωρίς υπερβολή, τούτο το παιδί μια μέρα θα τους έκανε περήφανους, έτσι καθώς κινούνταν σαν αστραπή.
Πες πες το πίστεψαν και οι άλλοι κι έφτασε ο μικρός να θεωρείται μεγάλη προσωπικότητα χωρίς να κάνει ποτέ τίποτα πιο αξιοπρόσεκτο, από το να βαδίζει απλώς ανάποδα, δηλαδή ίσια!




15. ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΘΕΛΗΣΗΣ

Βρέχει πολύ! Παίρνω δύναμη από αυτό που επιθυμώ. Να αλλάξω θέλω, να γίνω μία άλλη, να μη σκέφτομαι.
Βγαίνω στο δρόμο. Η βροχή δυναμώνει. Τρέμω. Οι χτύποι της καρδιάς μου, μπερδεύονται με τους θορύβους της νεροποντής. Ο ρυθμός δυναμώνει, γίνεται ξέφρενος σαν ποδοβολητό. Δεν ξέρω αν μπορώ να τον ακολουθήσω. Τα ρούχα κολλάνε πάνω μου. Δεν θέλω ομπρέλα. Ίσως έτσι μπορέσω να ξεπλύνω τις σκέψεις μου.
Τα δάκρυα, τρέχουν το δικό τους δρόμο και δεν προσπαθώ να τα εμποδίσω. Προσπαθώ να κάνω το ίδιο κι εγώ.
Να τρέξω. Μακριά από όλους. Μακριά από σένα. 
Περισσότερο όμως, μακριά από εμένα κι από ότι μου καίει το μυαλό. Δε μπορώ να κάνω βήμα. Σαν αγρίμι σε στιγμή διαύγειας, στέκομαι και παρατηρώ. Μία αστραπή σκίζει τον αέρα. Πασχίζω να κάνω το βήμα. Άδικος κόπος. 

Κλείνω τα μάτια, αλλά οι εικόνες εκεί, μου καίνε το μυαλό, χειρότερα κι από οξύ! Σφίγγω τα χείλη πεισματικά σαν παιδί και γυρίζω σπίτι. Χωρίς να βγάλω τα βρεγμένα ρούχα, πέφτω στο κρεβάτι μου, σαν ένα κουβάρι άτακτες ορμόνες. Αφήνομαι στην αγκαλιά του Μορφέα, να με βοηθήσει να παλέψω με τους δαίμονές μου. 
Και είναι πολλοί, χωρίς υπερβολή!
Μετά από ώρες πάλης, ανοίγω τα μάτια. Έχει ξημερώσει. Η βροχή έχει καταλαγιάσει, το ίδιο και ο θόρυβος.
Το απόβροχο, βγάζει συναισθήματα καλά κρυμμένα, πίσω από σκονισμένες πόρτες.
Τώρα πια το ξέρω.  Δε μπορώ να αλλάξω. Δε θα γίνω ποτέ μία άλλη. Δε θα ξεφύγω ποτέ. Και η αλήθεια είναι, πως δεν ξέρω αν το θέλω κιόλας, τελικά.



16. Υπάρχουν και αυτές οι αγάπες!!

Κοίταξε το ρολόι της η Μυρτώ και τάχυνε το βήμα της.
"Θα προλάβω" σκέφτηκε..."αρκεί να μην ξαναρχίσει να βρέχει."
Καιρό τώρα άνεργη, πήγαινε για πολλοστή φορά σε συνέντευξη.
Ήλπιζε αυτήν την φορά να στεκόταν τυχερή.
"Τι βρομόκαιρος", μουρμούρισε.
Ευτυχώς που σταμάτησε η βροχή,σκέφτηκε και τύλιξε πιο σφιχτά το κασκόλ γύρω από τον λαιμό της.
Το απόβροχο είχε αφήσει μια παγωνιά, καθώς οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια ήταν ακόμα γεμάτα νερά.
Τα παπούτσια της μούσκεψαν και ένιωθε το κρύο να την διαπερνά.
Ξαφνικά, άκουσε  ένα ποδοβολητό πίσω της.
Δεν πρόλαβε να γυρίσει να δει και παρά λίγο να την ρίξει κάτω ένας άντρας που έτρεχε.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα πέρασαν από μπροστά της και δύο αστυνομικοί κυνηγώντας τον άγνωστο  άντρα.
"Ουφ φτηνά την γλίτωσα, σκέψου να με έριχνε στο πεζοδρόμιο κάτω αυτός ο άγνωστος!!
 Άσε δε που θα γινόμουν χάλια, αλλά δεν θα προλάβαινα και την συνέντευξη!!"

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει και ευτυχώς η διεύθυνση που θα πήγαινε,  ήταν τρία τετράγωνα παρακάτω, όταν μια αστραπή φώτισε για λίγα δευτερόλεπτα την κόχη της πολυκατοικίας που περνούσε.
Με την άκρη του ματιού της η Μυρτώ, είδε ξαπλωμένο ένα σκύλο.
Πήγε να συνεχίσει το βήμα της , αλλά κάτι την έσπρωξε να κάνει ένα βήμα πίσω.
Άνοιξε τον φακό από το κινητό της και φώτισε την σκοτεινή γωνιά.
"Θεέ και Κύριε.." αναφώνησε όταν είδε την σκηνή. 
Ένα μικρό παιδί ήταν κουλουριασμένο στην αγκαλιά του σκύλου, που το σκέπαζε σχεδόν με το σώμα του για να μην κρυώνει, όπως θα έκανε μια μάνα για το παιδί της.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν θα είχε περάσει για κουταβάκι το μικρό παιδί.
Έσκυψε και το σήκωσε. 
Το παιδί την κοίταξε με δυο πανέμορφα μαύρα  μάτια που μέσα τους όμως εκείνη αντίκρισε τον τρόμο.
Έβγαλε γρήγορα το κασκόλ που φορούσε και τύλιξε το μικρό παιδί  γύρω από το κορμάκι  του που έτρεμε από το κρύο.
Το σκυλί που τόση ώρα την κοιτούσε άρχισε να της γλύφει τα χέρια.
Ανατρίχιασε. Όχι όμως από το κρύο αυτήν την φορά.
Έμεινε άφωνη με την σκηνή.
Και τώρα τι να έκανε με ένα παιδί στην αγκαλιά της;
Ούτε και εκείνη ήξερε. 
Κοίταξε το ρολόι της για τρίτη φορά.
Ούτε λόγος να προφτάσει να πάει τώρα πια στο ραντεβού.
"Θα βρω μια άλλη αγγελία" σκέφτηκε!!
Το πρώτο που έπρεπε να κάνει ήταν να πάει το παιδί σε ένα ζεστό χώρο στο σπίτι της μετά θα έβλεπε.
Έκανε μεταβολή  με το παιδί στην αγκαλιά και   το σκυλί που την ακολουθούσε, πήγε προς το μέρος που είχε παρκάρει το αυτοκίνητό της.
Έβαλε τον μικρό στο πίσω κάθισμα  τον σκέπασε με το παλτό της και  ετοιμάστηκε να κλείσει την πόρτα.
Όμως την σταμάτησαν τα θλιμμένα μάτια του σκύλου!!
- Έλα μάνα πήδα!!!



17.  Διαπίστωση 

Πέρασε κιόλας μισή ζωή. Τρομάζω στο άκουσμα των λέξεων. Και καθώς προσπαθείς να κάνεις απολογισμό, ένα ανέμου φύσημα παρασέρνει σαν φύλλα τις στιγμές μας. Στιγμές ανίκανες να αλλάξουν το παρόν. Το παρόν που με ιλιγγιώδεις ταχύτητες κατατάσσεται στο παρελθόν. 
Και το μέλλον που όλοι περιμένουμε; Η υπερβολή της αιωνιότητας. Που κανείς δεν απόκτησε. Μάταιη και θεωρητική. Σαν μυρωδιά απόβροχου, ποδοβολητό κουτσών αλόγων.
Συνεχίζουμε ακατάπαυστα. Μιαν αστραπή οι ματιές μας στο μη αναστρέψιμο. Παιδί μικρό οι επιλογές μας. Αθώες και άσκοπες.

Μου μοιάζει σαν ένας φαύλος κύκλος. Που δεν είναι καν κύκλος. Ούτε φαύλος. Η φαυλότητα θα ήταν και μια περιπέτεια. Κι ο κύκλος σε φέρνει στην ίδια θέση να ξαναδοκιμάσεις. Είναι μια βαρετή ίσια γραμμή. Με χάρακα τραβηγμένη. Σε λευκό χαρτί. Το μόνο που αλλάζει είναι το μέσο γραφής. Εκεί είναι και η ανθρώπινη βούληση. Αυτό που θα αλλάξει το παρελθόν, το προσχεδιασμένο μέλλον και θα δώσει στο παρόν την αξία που του οφείλουμε.



18. Το Εκείνο ή τα χαϊκού του Φρόυντ

Πλανεύτρα κλίνη
της έξαψης λιβιδώ
Ανακούφιση

Παιδιού ξέσπασμα
δαγκωματιές στα στήθη
Σαρκική έλξη

Κορμιά σε πτώση
πυρακτωμένοι βυθοί
Κορμιά στα ύψη

Άγγιγμα αγνό
παρθένου κορύφωση
Ιδρώτας άγιος

Οι οφθαλμοί της
δυο αστραπές γαλάζιες 
Μύρισε βροχή

Μαγνάδι καπνού
το απόβροχο βραχνό
στα μαύρα μαλλιά

Χρόνος ξυράφι
αγκομαχούν οι δείχτες
Ποδοβολητό

Ψυχής πλημμύρα
υπερβολή οργασμού
παραλήρημα

Έρωτας πρώτος
αγριόχορτου ρίζα
Αοίδιμο βαλς



19. Το κελεπούρι !!!

O ήχος από το ποδοβολητό στη σκάλα, έκανε την Αγλαΐα να παραμερίσει  τα σκεπάσματα και να  σηκωθεί απότομα από το κρεββάτι. Κάθε πρωί τα ίδια, πάντα καθυστερημένα για το σχολείο τα παιδιά των από πάνω.
Μπήκε στο μπάνιο βροντώντας πίσω της την πόρτα και τότε ακριβώς  άρχισε το πρωινό του ρεπερτόριο ο παπαγάλος: «Πως ήθελα να έχω ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιάααααα!!!» 

Ξάγρυπνη  σχεδόν όλη τη νύχτα η Αγλαΐα, από τα μπουμπουνητά και τις αστραπές,  μπουρινιασμένη από τα δικά της, χωρίς υπερβολή,  μόνο αφρούς δεν έβγαζε από το στόμα και τη μύτη.  Όρμησε στο μεγάλο κλουβί, το τράνταξε και φώναξε έξαλλη: «Σκάσε επιτέλους , γιατί αν πεις άλλη μία λέξη σε πέταξα απ΄το παράθυρο !!!»
Ο παπαγάλος κούρνιασε  τρομαγμένος , ήτανε σπάνιος  Hyacinth Macaw,  πριν 20 χρόνια τον είχε φέρει στο σπίτι  ο καπετάν Κυριάκος  από τη Βραζιλία. Σαραντατρία χρόνια θαλασσοδερνότανε  και δεν πρόλαβε ο κακότυχος, να χαρεί τη σύνταξή του,  μόλις ξεμπάρκαρε,  τον βρήκε το βαρύ εγκεφαλικό που τον άφησε ημιπαράλυτο και άλαλο. 
Η Αγλαΐα τον αγάπησε, εγκατέλειψε τη δουλειά της στο Υπουργείο Εσωτερικών,  αφοσιώθηκε στην οικογένεια  παραμερίζοντας τις προσωπικές της φιλοδοξίες και  φρόντισε άψογα, χωρίς υπερβολή,  την ανατροφή των παιδιών  και τις σπουδές τους  στο εσωτερικό και το εξωτερικό. 

Δύο μεταπτυχιακά έκανε ο Ρωμανός στο Λονδίνο , διδακτορικό η Νιόβη στην Ολλανδία,  ο Νικόλας, στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, καπετάνιος. 
Δυναμική και δραστήρια,  τελείωσε και τις τρεις μεζονέτες στο  Λαγονήσι , ολοκλήρωσε και τα τρία εξοχικά στο παραθαλάσσιο  πατρικό κτήμα στην Εύβοια και προσδοκούσε σαν γνήσια Ελληνίδα μάνα, την επιστροφή των παιδιών της στην πατρίδα, όμως …..άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. 
Η Νιόβη παντρεύτηκε έναν Ολλανδό και εργαζότανε μαζί του σε αποστολές του ΟΗΕ ,  τέσσερα χρόνια είχανε να ειδωθούνε μάνα και κόρη, επικοινωνούσανε με το skype….ο Ρωμανός πάνε οκτώ μήνες που της είχε αναγγείλει ότι συζούσε με μία κοπέλα….αγγλίδα…της είχε πεί, τελικά χθες το μεσημέρι, όταν σταμάτησε η μπόρα και το απόβροχο στόλισε τις φυλλωσιές,  βρήκε την τόλμη να της ανακοινώσει ότι αναχωρεί για Κορέα προκειμένου να γνωρίσει την οικογένεια της καλής του….κι ο Νίκος στα καράβια!

Για φαντάσου, παραμιλούσε όλο παράπονο και φούρκα, η  Αγλαΐα, το κοριτσάκι μου,  εξορίστηκε στις  εσχατιές του κόσμου, ο Ρωμανός μου, δε βρήκε άλλη ν΄αγαπήσει από την σχιστομάτα  Ασιάτισσα, το Νικόλα μου, το στερνοπούλι μου, τον χαίρεται  κι αυτόν η θάλασσα !!! Που είσαι Κυριάκο μου, να δεις τα κόπια σου να ρημάζουνε κι εμένα να γηροκομιέμαι μονάχη μου, σαν άκληρη και ορφανή……
Μονάχη μου, ολομόναχη….μονολογούσε με σπαραγμό και τότε βρήκε ευκαιρία το άθλιο πουλί, να ξεθαρρέψει και ν΄αρχίσει πάλι το τραγούδι: «Στον  άλλο κόσμο που θα πας….κοίτα μη γίνεις σύννεφο…..»

Το ίδιο βράδυ, την  ώρα που έκανε τη συνηθισμένη του γύρα, ο ρακοσυλλέκτης με το τρίκυκλο…είδε κάτι εκπληκτικό!!! Δεν πίστευε στην τύχη του!!! Δίπλα στους παρατεταγμένους κάδους των σκουπιδιών, ένα τεράστιο σιδερένιο περίτεχνο κλουβί και μέσα, ένας μεγάλος παπαγάλος με φανταχτερά πολύχρωμα φτερά!!!
Κελεπούρι!!!


Photo: http://time.com/4355017/sabine-weiss-last-humanist-photographer/

20. Επί τη ονομαστική του εορτή

«Χρόνια πολλά κυρ-Λευτέρη!» ακούστηκε η βραχνιασμένη φωνή του καφετζή απ’ το μικρό κουζινάκι που έψηνε τον πρώτο καφέ της μέρας. Ένα υποτονικό «Να’σαι καλά ρε φίλε...» ακούστηκε μέσα απ’ τα κιτρινισμένα δόντια του εορταζόμενου, καθώς  έσερνε την καρέκλα του ανάποδα να βλέπει έξω. Καθάρισε με το μανίκι το νοτισμένο απ’ την υγρασία του απόβροχου τζάμι. Την ώρα αυτή ξεκινούσε η  ιεροτελεστία του «βαρύ γλυκού μετά δημοσίων θεαμάτων» όπως χαριτολογούσε στους πρωινούς θαμώνες. Χάζευε τα περαστικά παιδιά που πήγαιναν σχολείο, παρατηρούσε τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα, μάντευε τις ένγοιες των περαστικών μανάδων που έσερναν βαρύθυμα  καρότσια με μωρά και σακούλες με ψώνια κρεμασμένες στα πλαϊνά χερούλια, τους μαγαζάτορες  που σήκωναν τα ρολά των εμπορικών τους, τον παλαίμαχο κουλουρά με τα ζεστά σταφιδόψωμα και τα ολόφρεσκα θεσσαλονικιώτικα κι όπως τον έβλεπε να στέκει ορθός στο  πρωινό αγιάζι με το ζαβό του πόδι να κρέμεται στον αέρα, παρακάλαγε να ξεπουλήσει γρήγορα την πραμάτεια του και να γυρίσει στη ζέστα του σπιτιού του. Κι έτσι γινόταν, δεν έφτανε η μέρα στη μέση της κι ο ηλικιωμένος κουλουράς τάιζε ήδη τα περιστέρια με τα σουσάμια που είχαν απομείνει στην τάβλα του.
  
Δεν το άλλαζε με τίποτα τούτο το πρωινό αντέτι, ήταν η μόνη διαφυγή απ’ τις μοναχικές ώρες που ακολουθούσαν στους μουχλιασμένους τοίχους του δωματίου του. Δωμάτιο καθ’υπερβολήν, ένα πρώην πλυσταριό ήταν στην ταράτσα μιας μαθουσάλειας διπλοκατοικίας, που η ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια του το νοίκιαζε μ’ ένα πενιχρό ποσόν για να συμπληρώνει τη σύνταξή της. Στο λιλιπούτειο δωματιάκι,  ο κυρ-Λευτέρης είχε νοικοκυρέψει τα λιγοστά του έπιπλα και ζούσε παρέα με τις αναμνήσεις  και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των αγαπημένων του, μοναδικά στολίδια στους ξεφλουδισμένους  τοίχους.  Η γιορτή του σηματοδοτούσε χρόνια τώρα την απαρχή του εφιάλτη του. Τις γιορτινές μέρες που ακολουθούσαν, η μοναξιά γινόταν ανήμερο θηρίο, τα βράδια ξαγρυπνούσε πλάι στη φωτογραφία της κυρά-Θάλειας που η κακή της μοίρα την πήρε μακριά του πριν λίγα χρόνια, τα παιδιά ξενιτεμένα σε κάτι θειούς στον Καναδά, απ’ τις φωτογραφίες που έστελναν μ’ ένα μικρό χαρτζιλίκι «για τα φάρμακα και να βάλεις πετρέλαιο στη σόμπα», γνώρισε τις οικογένειες τους, καμάρωνε τα εγγόνια του και προσευχόταν να τους έχει ο Θεός καλά.

Είχε μεσημεριάσει πια, μακρινές αστραπές φωσφόριζαν στο σκοτεινιασμένο ουρανό, σμήνη πουλιών πετάριζαν  προς τις δεντροφωλιές τους, ο καφετζής μάζευε βιαστικά το μαγαζί,  μόνο ο κυρ-Λευτέρης είχε απομείνει  μαραζωμένος που οι λιγοστοί του φίλοι δεν ήρθαν να τους κεράσει, μα τέτοια γιορτάρα μέρα λίγοι αφήνουν τις οικογένειές τους για να τρέχουν στους καφενέδες.

Λίγο πριν σουρουπώσει, τρόμαξε απ’ τα ποδοβολητά στη σπειροειδή σκάλα που οδηγούσε στο ταρατσάκι του. Το επόμενο λεπτό, είχε  ανοίξει απότομα  η πόρτα  κι η παρέα των καφενόβιων φίλων είχε μπουκάρει στο δωματιάκι. Ο Μανώλης μ’  ένα ασκί μαρουβά και καλτσούνια με τυροζούλι,  ο Παντελής με καβρουμάδες και λουκάνικα, ο Χιώτης με κουρμάδες και μαστέλα κι ο Αναστάσης ο χόλμπας μ’ ένα τσουκάλι αχνιστά  γιαπράκια «πεσκέσι απ’ την κυρά για τη γιορτή σου». Προς επίρρωση όλων, ο καφετζής με το καλό του κουστούμι  κι ένα ταψί ζεστό ρεβανί:  «Να πάν’οι πίκρες κάτω ρε Λευτέρη!»





21. Σαν παλιό πανωφόρι.

    Και έρχονται. Τα πρώτα χρόνια της νιότης. Τα ημιενήλικα. Αυτά που εξακολουθείς να πιστεύεις σαν παιδί σε όνειρα. Αυτά που σε διεγείρει το παραμύθι της αγάπης (έτσι όπως στο έχουν περιγράψει οι φανατικοί υποστηρικτές του "πάντα"). Τα χρόνια που γοητεύεσαι από το αύριο, αλλά και την ίδια τη δύναμή σου να το κατακτήσεις. Δεν μπορείς καν να διανοηθείς ότι θα στη "φέρει", ακόμα και αν η σχέση σου με την ανασφάλεια έχει πλήρως αποκατασταθεί. Και ξαγρυπνάς τις νύχτες, παρέα με τις σκέψεις στα όνειρά σου. Άλλοτε, πάλι, βάζεις τα φτερά σου πετώντας πάνω από την πόλη, ακόμα κι αν ζαλίζεσαι από ψηλά, περιπλανώμενος σε μια απέραντη οδό ονείρων. Για όλα αυτά που είναι. Για όλα αυτά που θα 'ρθουν.

Και έπονται. Τα χρόνια της δεύτερης νιότης, δηλαδή της ωριμότητας. Της ωριμότητας στο πρώτο της στάδιο, όμως.Αυτό του ξαφνιάσματος, της συνειδητοποίησης κάποιων πραγμάτων. Ψυχών. Σχέσεων. Στη συνειδητοποίηση της ίδιας της ζωής, που άλλοτε σου φαίνεται σημαντική και άλλοτε ανώφελη. Και όσο πιο ανώφελη σου φαίνεται, τόσο πιο σημαντικές στιγμές τρέχεις, παλεύεις να ζήσεις μέσα σ΄αυτήν. Και όσο πιο σημαντική σου φαίνεται τόσο πιο ανώφελα τη σπαταλάς, γιατί δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πιο απ΄όλα είναι το πιο σημαντικό. Και ζεις.

    Ζεις. Ώσπου έρχονται  τα χρόνια της μεγαλύτερης ωριμότητας, της παιδεμένης. Εκείνης που έχει σμιλευτεί μέσα στις απογοητεύσεις, στις μπόρες και στο απόβροχο, στις ψευδαισθήσεις που διαλύθηκαν - δικές σου πορείες, που λάθεψες και ξεγλύστρισες σε μονοπάτια από λεωφόρους, να δεις πως νοιώθουν όσοι παρέκλιναν της πεπατημένης κι αναζήτησαν δρόμους χωρίς φανάρια και σήματα, για να τραπείς στη συνέχεια σε φυγή με ποδοβολητό. Γιατί δεν άντεξες τους χωματόδρομους και τη λάσπη και τώρα ζητάς ακόμα περισσότερα φανάρια, ακόμα περισσότερα σήματα - υπερβολή μεν, αλλά ποιος μπορεί να σε κατηγορήσει - απαραίτητα, δε, στους αδύναμους που προσπάθησαν δυνατοί να το παίξουν!

    Και σε όλο αυτό το μετ΄εμποδίων ταξίδι, να διαπιστώνεις εκείνο το γνωστό: πως, μια αστραπή είναι η ζωή, ωστόσο όσο μεγαλώνουμε γίνεται για ΄μας σαν παλιό πανωφόρι που δεν μας κάνει αλλά, παρά τη φθορά του, τη φθορά της καρδιάς μας και των καρδιών που την αγάπησαν ή την προσπέρασαν, των καρδιών που δεν συναντήθηκαν καν, αυτό το αποφόρι έχει κάτι από εμάς: έχει τα πρώτα μας όνειρα. Αυτά που, όσο οι δείκτες μετράνε το χρόνο και αυτός τρέχει μπροστά, συρρικνώνονται...



22. Είκοσι εννιά, είκοσι οχτώ, είκοσι εφτά..

Έμοιαζε σαν όνειρο, μα ήταν πέρα για πέρα αληθινό εκείνο το όραμα του μικρού παιδιού, που πίσω από το παγωμένο τζάμι, έβλεπε στον νυχτερινό ουρανό να ξεπροβάλει σαν αστραπή πριν από το απόβροχο, ένα έλκηθρο και τον γέρο οδηγό της να καθοδηγεί με την υπερβολή στα γκέμια, τους ταράνδους από καμινάδα σε καμινάδα, ενώ τα ποδοβολητά τους ακούγονταν ρυθμικά επάνω στα βαρυφορτωμένα σύννεφα.. Κλαπ, κλαπ, κλαπ.. Είκοσι εννιά και σήμερα! Είκοσι οχτώ, είκοσι εφτά, είκοσι έξι..


Για να επιστρέψετε στην πρώτη ανάρτηση και να βαθμολογήσετε, πατήστε εδώ!