Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

4ο "Παίζοντας με τις λέξεις" Συμμετοχές 6 - 13


6. Το προξενιό!!!!!!

Εμένα θα με μάθεις τη Θοδωρούλα κορίτσι μου !!!!!
Γέρασε και μυαλό δεν έβαλε!!!! Βρε όλες τις μάγισσες των παραμυθιών να μην σου πω και τους δράκους να βάλεις μαζί, μια Θοδωρούλα δεν κάνεις. Παράδειγμα προς αποφυγήν που λένε. Αχ να γνώριζες τους γονείς της,  άγιοι άνθρωποι, από πού πήρε αυτό το σώμα, τι να σου πω εδώ και η επιστήμη σηκώνει ψηλά τα χέρια !!!!!!
Να φανταστείς τότε που ήταν να παντρευτεί η Θοδωρούλα, μην θαρρείς μεγαλοκοπέλα πια, λύσσαξε να κάνει αντιπερισπασμό σε όλες εμάς τις συνομήλικες της. Ποιος γάμος ήταν πιο τρανός εκείνη την εποχή, να περάσεις απέναντι στο νησάκι στη Θεοτόκο με βάρκα και να γίνει εκεί η στέψη!!! Και μετά στηνόταν το γλέντι με βιολιά κάτω στο λιμάνι.
Σιγά και να μην έκανε αυτό η Θοδωρούλα, αυτό που τοχανε ήδη κάνει καν και καν. Δάσος διάλεξε η καλή σου, να διαφέρει. Θα μου πεις τι δάσος στο νησί, που το βρήκε γραμμένο, όρισε εκείνη δάσος κάτι πουρνάρια και κάτι δρύες πέρα στο τρίστρατο του προφήτη Ηλία και έτρεχε ο έρημος ο παπά Στρατής στο διάραχο να τους στεφανώσει. Άσε τ' άλλο, ζήτησε η ξιπασμένη από τους μουσικούς, τα βιολιά, τη λύρα και το τουμπί να παίζουν καθώς τη συνόδευαν ευρωπαϊκή μουσική και όχι νησιώτικα. Φαντάσου τώρα λοιπόν καλά τα βιολιά, τη λύρα και το τουμπί να παίζουν σε μουσική βαλς και μαρς με ήχο στριγκό, γέλασε κάθε πικραμένος σε εκείνο το κάλεσμα.
Έτσι ήταν πάντα πεισματάρα και μοχθηρή, μην δει κάποιον να τα καταφέρνει έπεφτε να το φάει, μην πει καλό για άνθρωπο. Οι πιο παλιές έλεγαν πως έφταιγε που η μάνα της, όταν ήταν μικρή, δεν της έκανε ποτέ το πανηγύρι της σε ήχο πλάγιο δεύτερο, γιατί ο άντρας της έτσι τη βρήκε, έτσι πορεύτηκε ο δόλιος. Ταξίδευε όλα τα χρόνια μέχρι που χάθηκε, για να της τα κάνει όλα τα χατίρια...
Τι να σου πω κορίτσι μου για τούτο το συμπεθεριό, σε γάμο και ταξίδι ούτε λάδι ούτε ξίδι. 




7. Μια στιγμή φτάνει 

Ξύλινο πάτωμα
Να τρίζει η απόγνωση
Στις χαρακιές
Μαζί με τα γυαλισμένα σου
Παπούτσια
Να τρίζει κούφια
Η αγάπη σου στο αόριστο
Σαν βάρκα χωρίς πηδάλιο
Να απομακρύνεσαι
Με τις τσέπες σου να εξέχουν
Στον αέρα
Ποια γραφή;
Ποια υφαρπαγή;
Να τρίζει η απουσία...
Στο τελικό σου πόρισμα
Να συστρέφομαι αμήχανα
Κι έκθετη να παραμένω
Με πυξίδα
Στο στιγμιαίο όλον
Των ωρών μαζί σου

Η πόρτα χάσκει στο κενό
Στο παραμύθι έλειπε το τέλος
Αλύτρωτη γυρνάω
Τη ροή της σκέψης
Στα παρεπόμενα
Σ' εκείνα που δεν είδες
Σ' εκείνα που πέταξες
Και στ' άλλα που θυσίασα
Στο παραμύθι έλειπε το τέλος
Στο εφαλτήριο εγώ
Μ' ένα πικρό φιλί στα χείλη
Να εκτοξεύω
Λόγια σιβυλλικά
Αν έρθεις τώρα να ξέρεις
Πως πίσω απ' το προσωπείο μου
Κατοικεί ένα αιώνιο παιδί
Μην αδιαφορήσεις!
Κουράστηκε
Να απαριθμεί στα δάκτυλα
Τους φόβους της ματαίωσης
Τσακίστηκε
Του έρωτα το πλήρωμα
Να σκιαγραφεί
Με τις σπασμένες του ξυλομπογιές

Ανοικτό το παράθυρο
Να βγαίνει το σώμα
Στους ήχους του δάσους
Ανυπεράσπιστο
Να μην πλαγιάζει ούτε
Για μια στιγμή έστω
Να ακούσει
Του κούκου το τικ-τακ
Σαν μια μικρή υπόμνηση ονείρου
Πάνω στο τραπέζι το καπέλο
Το σώμα γυμνό
Μόνο του το καπέλο
Ένας αντιπερισπασμός 
Στην κραυγή που
Αργά φουσκώνει
Τα γιγάντια "γιατί"
Το σώμα βαρύ να περιμένει
Κι ας ήξερες πως μοναχή
Οδηγούσα στη σκηνή
Έναν ανύπαρκτο θίασο!



http://romantiscetticismo.tumblr.com/archive

8. Λουστρίνια νούμερο 37

«Το καστόρινο μποτίνι σε 39. και τη γόβα πίσω. και τη μπαλαρίνα με το σουέτ φιογκάκι. τα δοκιμάζω και θα δω ποιο θα πάρω».
Το κλασσικό παραμύθι : «Η αναποφάσιστη σαρανταποδαρούσα». Τίποτα δεν πήρε. Είχε χρόνο για σκότωμα. Μόλις τηλεφώνησε η κολλητή της, έφυγε δρασκελίζοντας ανοιγμένα κουτιά και  διάσπαρτα παπούτσια. Επιστρέφω στα κουτιά τους τα μποτίνια νούμερο 39, τις δωδεκάποντες νούμερο 40 -το 39 την χτύπαγε στο κότσι- και τις μπαλαρίνες με το σουέτ φιογκάκι. Μου φάνηκαν μελαγχολικές, μετά την οδυνηρή δοκιμασία τους στα πόδια της κυρίας με το κότσι. Σάμπως να τις άκουσα ν' αναστενάζουν «Βάρκες μας έκανε η μαντάμ!».
Ανεβαίνοντας στο πατάρι, ακούω για εκατομμυριοστή ίσως φορά, τον ήχο του τριξίματος απ' την πετσικαρισμένη σκάλα. Θαρρώ πως γερνάμε μαζί. Όταν πρωτόπιασα  δουλειά στο πρατήριο υποδημάτων «Το Μιλάνο», ήταν μια κομψή στριφογυριστή σκάλα, που χαιρόσουν να την ανεβοκατεβαίνεις. Τακτοποιώ τα κουτιά στα ράφια τους. Στην κορυφή τα 36άρια. τεντώνομαι κι η μέση μου κάνει συγχορδία στη σκάλα του Μιλάνου. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, πάντα ταξινομούσα δεδομένα στη ζωή μου. Μάλλον ήταν το πεπρωμένο μου να γίνω πωλήτρια παπουτσιών. Και το βράδυ σπίτι, συνεχίζω να τακτοποιώ για να διατηρώ το τέμπο μου. Τα παιχνίδια στο δωμάτιο του Πετράκη, τα βιβλία της Ρηνούλας, τα άπλυτα του Τάσου. Τα σώβρακα στους 90 βαθμούς. τις κάλτσες στη συρταριέρα. την γκόμενα του Τάσου στο πατάρι του μυαλού μου. ψηλά, μαζί με τα 36άρια...  «Ματίνα κατέβα! Πελάτισσα».
Με λένε Ματίνα και φοράω το νούμερο 37. Οι καλύτερες αναμνήσεις μου είναι ως το νούμερο 35, κάπου στην εφηβεία μου. Λουστρινένια παπούτσια, σχολείο, βιβλία κι ένα σύντομο πέρασμα απ' το δάσος της ξεγνοιασιάς, πριν φανεί ο κακός λύκος. Ο έσχατος ηρωικός αντιπερισπασμός της καλής μου μοίρας, στα άβολα παπούτσια που μου κράταγε ρεζερβέ η ζωή για τα επόμενα χρόνια.  Μαζί με τη μάνα μου, έθαψα τη σχολική ποδιά και τα λουστρινάκια μου. Πήγα τροχάδην στις νυφικές γόβες, νούμερο 38. Ευγενώς δανειοδοτημένες απ' την ξαδέρφη Γιωργία. Έπλεαν τα πόδια μου, αλλά «M' αυτούς τους πάτους, ποιος θα το καταλάβει;». Κανείς δεν κατάλαβε πως εκείνο το βράδυ δεν έκλαιγα από συγκίνηση, μα για το θεόρατο νούμερο ζωής που μου διαλέξανε.
Ο Τάσος φορούσε 43. Μολύβι το πόδι του. Το διαπίστωσα μόλις επιστρέψαμε απ' το ταξίδι του μέλιτος. Πέντε μέρες στο πατρικό του, στους εξωτικούς Γαργαλιάνους. Τότε κατάλαβα πως το 37, δεν ζευγαρώνει επ'ουδενί με το 43. Νόμος της υποδηματοποιίας. Η τροχιά που διαγράφει μια κλωτσιά του 43, είναι απείρως μεγαλύτερη απ' το ισχνό διάνυσμα του 37. «Με λίγο μολυβόνερο, ποιος θα το καταλάβει;»
Στο χαμηλοτάβανο παταράκι του Μιλάνου, έχω κρυμμένο ένα κουτί με τ' αγαπημένα μου λουστρίνια, νούμερο 37. Με περίμεναν υπομονετικά να τακτοποιήσω όλα τα κουτιά στη θέση τους και να το σκάσουμε παρέα. Το αφεντικό γέρασε, το Μιλάνο κλείνει, ο Πετράκης φοράει πια νούμερο 44 και η Ρηνούλα 39. Ο Τάσος φοράει παντόφλες κι η γκόμενα του Τάσου παντρεύτηκε έναν βιομήχανο, πολλά νούμερα μεγαλύτερό της.
Απόψε φοράω τα λουστρίνια μου και ξαναμένω ορφανή. Χρωστάω σ' ένα νούμερο που δεν το φόρεσα ποτέ. 
Το 36. 


http://fineartamerica.com/featured/-mothers-love-natalie-holland.html

9. Η αλήθεια  της!

Ώρα του ύπνου του.
Κάθε βράδυ η ίδια διαδικασία. 
Ώρα για διάβασμα.
Εκείνος διαλέγει το παραμύθι.
4 ετών και ενώ τα ξέρει απέξω θέλει να του διαβάζω ξανά και ξανά. Όταν όμως ζητά το παραμύθι με πρίγκιπες  και πριγκίπισσες ξέρω και εγώ απέξω τι θα ακολουθήσει. ''Ξέρω το παρακάτω μαμά, για πες μου, εσύ αγάπησες σαν την πριγκίπισσα το μπαμπά. Εκείνος γιατί είναι μακριά;''
Τι να πεις σε ένα τετράχρονο αγόρι που δε γνώρισε τον πατέρα του; Έφυγε γιατί δεν ήθελε παιδιά; Γιατί η ακάλεστη εγκυμοσύνη του φάνηκε πονηρός τρόπος για αποκατάσταση; Πώς να καταλάβει;
Τις περισσότερες φορές του εξηγώ ότι η δουλειά του μπαμπά είναι σε άλλη χώρα, δεν μπορεί να έλθει και δεν τον χρειαζόμαστε. Τελευταία αυτό το ''δεν τον χρειαζόμαστε'' δεν το δέχεται. Και εγώ επιλέγω τον αντιπερισπασμό για να ξεχαστεί. Η διήγηση της γέννησής του και το πρώτο κλάμα του τον σαγηνεύει...ακόμη.  Μέχρι πότε όμως;
Έχω πάρει συμβουλές από  παιδοψυχολόγους. ''Πείτε του την αλήθεια απλά και σιγά σιγά''. Ξέρουν άραγε ότι ορισμένες αλήθειες δεν λέγονται με κανένα τρόπο, γιατί αφήνουν πάντα πληγές;
Η παρουσία του γιου μου είναι ο μόνος λόγος που δεν αναθεματίζω την ώρα που γνώρισα έναν τέτοιο σκληρό άνθρωπο. Δεν ήθελα γάμο, όχι. Ούτε εκείνος. Αλλά αυτή η αναπάντεχη εγκυμοσύνη με έκανε να θέλω να κρατήσω το παιδί. ''Αν κάνετε έκτρωση'' μου είχε πει η γυναικολόγος,'' δεν έχετε άλλα περιθώρια λόγω ηλικίας''. Βλέπεις, πλησίαζα ολοταχώς τα 40 και όλα αυτά τα χρόνια ήμουν μαζί του, ήταν κοντά μου με μοναδικό όρο ''όχι γάμο, όχι παιδιά''! Και φυσικά επέμενα εγώ να το κρατήσω - χωρίς γάμους και υποχρεώσεις αρκεί να έβλεπε το παιδί- επέμενε εκείνος να φύγει.
Και οι δυο ακολουθήσαμε το δρόμο μας. Δεν σκέφτηκε κανείς το παιδί. Θεέ μου έχω τραυματίσει ψυχικά το γιο μου;
Αισθάνομαι τόσο μόνη, αν και έχω  πάντα κοντά μου αγαπημένα πρόσωπα. Αλλά ο γιος μου που ζητά τον πατέρα του που δεν τον θέλει, με κάνουν να νοιώθω ότι η βάρκα της ζωής μου μπάζει νερά και εγώ παλεύω με τεράστια κύματα.
Η φωνή του με έβγαλε από τις σκέψεις. '' Έλα μαμά, τους πρίγκιπες θέλω να μου διαβάσεις''.
Και εγώ άρχισα με την ψυχή στο στόμα '' Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μεγάλο δάσος ζούσε ένας πρίγκιπας ..... '' και συνέχιζα μηχανικά. Όταν ήλθε η ερώτηση νόμιζα ότι οι χτύποι της καρδιάς μου ακούγονταν δυνατά.
''...και μην πεις μαμά ότι δεν τον χρειαζόμαστε. Εγώ χρειάζομαι τον μπαμπά μου. Μπορείς να του πεις να γυρίσει;''
Ο ήχος της φωνής του ήταν σαν ριπή όπλου που ξέρεις ότι σε τραυματίζει και δεν μπορείς να αντιδράσεις.
 Ήρθε η ώρα!
''Ναι γιέ μου... τον χρειάζεσαι αλλά...πρέπει να ξέρεις ότι...πολλά παιδάκια ζουν μόνο με τη μαμά ... και ...'' άραγε  η αλήθεια τραυμάτισε τη ψυχή του παιδιού μου;





10. Η περούκα

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε... Φέτος δεν άνθισε η λεμονιά. Πιπίλιζε αχόρταγα η ρίζα το χώμα το στεγνό, βογγούσαν τα κλαδιά, μα η λεμονιά δεν άνθισε. Ωραία που μυρίζαν τα μαλλάκια σου Θαλιώ μου! Στεφάνι, χλωμά ανθάκια λεμονιάς σκεπάζαν το πορφυρό σου το κεφάλι. Εικοσιδύο, εικοσιτρείς, εικοσιτέσσερις... «Με αγαπάς Γιωργή μου;», ψιθύριζες δειλά, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Πλέανε τα δάχτυλά μου, βάρκα ακυβέρνητη στις κόκκινές σου μπούκλες. Κάποτε αγγίζανε το στήθος κι από κει φτάνανε ως το χνούδι  σου το αγκάστρωτο. «Με αγαπάς Γιωργή μου;», γινόταν ο ψίθυρος κραυγή, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Κι ίδρωνε η παλάμη κι εγώ βλαστήμαγα την μάνα που σε γεννοβόλα έτσι ψιλοκάπουλη. Και πλάκωναν οι σάρκες τα σκεπάσματα κι αλάφραινε η ψυχή. Ξεστήθωτη έχασκες μετά το χόρτασμα, και τάιζες τώρα ντελικάτα στα φιλντισένια δόντια τα ασυγύριστα μαλλάκια. Σαρανταεννιά, πενήντα, πενηνταμία, πενηνταδύο, πενηντατρείς... Χθες στην γειτονιά, τι να σου λέω Θαλιώ μου; Την θυμάσαι την φουρνάρισσα; «Να! Δεν με πιστεύετε να σας χαρώ;», έλεγε και ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν, «σαν να πήρε το μάτι μου απ΄την μισάνοιχτη την γρίλια, το Θαλιώ του Γιωργή, καλέ. Σαν να καθόταν στον καθρέφτη, στα σκοτάδια σας λέω και χτένιζε τα μαλλιά, λες και την άκουγα  να μετρά τις βουρτσιές της, θιοσχωρέστην». Και δώστου να σταυροκοπιέται η κακομοίρα. «Καλό το παραμύθι σου μα σα να λείπει κάτι», κοροϊδεύαν οι γειτόνοι. «Ταμπλάς μου ρθε σας λέω. », κι άντε πάλι σταυροκόπι κι έφτυνε τον κόρφο της. Ρε την κακομοίρα... Εβδομηνταδύο, εβδομηντατρείς, εβδομηντατέσσερις, εβδομηνταπέντε... Φύγαν και σκορπίσαν τα μαλλάκια σου, δάσος φυλλοβόλο. Τι έφταιγες κι εσύ; «Με αγαπάς Γιωργή μου;», δειλός ο ήχος της φωνής σου.  Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα, υπάκουα χαλινάρια, «αγαπώ σε Θαλιώ μου». «Μα τα μαλλάκια μου πιο πολύ;», κι ήρθε κάλπης ο λόξυγγας για αντιπερισπασμό κι εγώ τσιμουδιά κι έξω έριχνε βροχή μελανιασμένη. Να ξερες πώς βελονιάζει ακόμα το χτενάκι σου με τα λειψά τα δόντια, τα ψεύτικά σου τα μαλλιά Θαλιώ μου. Κι ας έγιναν στο κεφάλι μου παρηγοριά, να μου χαϊδεύουν τους ώμους, τις νύχτες ακόμα ονειρεύομαι σαράκια. Ενενηνταεννιά, εκατό. Καληνύχτα σου Θαλιώ.



11. Συνεχίζεται...

Ένα παιδί γελά και είναι ο πιο όμορφος ήχος στον κόσμο και κάνουν οι άνθρωποι ότι μπορούν για να το ξανακούσουν.
Ένα παιδί πεθαίνει κάπου στο Αιγαίο και κανείς δεν κάνει τίποτα.
Καλώς Ήρθατε στην σύγχρονη εξελιγμένη κοινωνία μας.
Θα περίμενε κανείς πως το 2015 θα είχαμε λύσει βασικά προβλήματα όπως για παράδειγμα ασθένειες, την παγκόσμια πείνα κτλ, και θα ζούσαμε μια ζωή σαν παραμύθι.
Μα φαίνεται πως οι κακές μάγισσες και οι δράκοι κερδίζουν μέχρι τώρα. Και δεν υπάρχει αντιπερισπασμός γι αυτό. Παιδιά πεθαίνουν σε ένα δουλεμπόριο ελπίδων, άνθρωποι πεθαίνουν στα χέρια της διεθνούς τρομοκρατίας, η ζωή πεθαίνει στον βωμό του πολέμου, άνθρωποι πεινούν για τροφή και αγάπη, ζητούν φάρμακα για τις αρρώστιες του κόσμου και την μισοπεθαμένη ανθρωπιά και ποιος θα τους τα δώσει; Ποιος θα τους σώσει;
Λένε μερικοί «άνθρωποι» : και γιατί μπαίνουν στην βάρκα, δεν έχουν ακούσει πόσες βούλιαξαν ήδη; Και δεν καταλαβαίνουν πως όλη η ανθρωπότητα σε μια βάρκα είναι αυτή την στιγμή, το πότε θα βουλιάξει η κάθε βάρκα είναι το ερώτημα και πόσοι θα σωθούν.
Μα τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία γιατί και πάλι θα εστιάσουμε στο δέντρο και το δάσος ας πάει να πνιγεί. Η ζωή θα συνεχιστεί όπως, όπως και όλα καλά.
Ας ευχηθούμε πως εδώ θα γραφτεί «τέλος», ας ελπίσουμε και ας επενδύσουμε στο «συνεχίζεται»..



12. Το ταξίδι

Στης λησμονιάς τα δάση
Οι αντιπερισπασμοί της ηδονής
Χτίζουν παραμύθια
Για τους ποιητές
Δίχως ήχους και νεράιδες
Αλλά να
Η  μνήμη
Φάνηκε να κολυμπά
Στις θάλασσες του φεγγαριού
Χρυσές βάρκες τη συντροφεύουν
Με κωπηλάτες Τιτάνες κι Αγγέλους
Το ταξίδι του Λόγου
Άρχισε πάλι …




13. Greek krisis HITS 2015

1. Λευτέρης Πανταζής - Το ωραιότερο χαράτσι του κόσμου
2. Βίκυ Μοσχολιού - Δεν ξέρω πόσα σου χρωστάω
3. Τερμίτες - Πόσο σε θέλω (Μισθέ μου)
4. Μαρινέλλα - Για σένανε μπορώ (Της πολιτικής το Παραμύθι)
5. Φίλιππος Νικολάου - Στο άδειο μου πορτοφόλι
6. Μανώλης Μητσιάς - Ποτέ (Δεν καταχράστηκα)
7. Άννα Βίσση - Ακόμα μία (Η δόση)
8. Μάκης Χριστοδουλόπουλος - Ένας αντιπερισπασμός μεγάλος (ΜΜΕ)
9. Μάκης Χριστοδουλόπουλος - Χρεωμένοι κι οι δυο
10. Γιώργος Νταλάρας & Μπάμπης Στόκας - Αδηφάγος βάρκα του ΔΝΤ
11. Παζλ - Ο ήχος των κερμάτων
12. Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Σ' ακολουθώ στο δάσος των δανειστών

Για να πάτε στην επόμενη ανάρτηση (14 - 20), πατήστε εδώ!
Για να επιστρέψετε στην πρώτη (1 - 5) πατήστε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: