Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

4ο "Παίζοντας με τις λέξεις" Συμμετοχές 14 - 20



14. Διώξε μου τον πόνο!

Άνοιξε για λίγο τα μάτια του και ευθύς τα έκλεισε ξανά.
- Πες μου ένα παραμύθι, είπε με κόπο...
- Παραμύθι, αγόρι μου, μεγάλωσες πια!
- Ναι, έτσι για να ξεχαστώ, σαν αντιπερισπασμός στον πόνο...

Ο ήχος της φωνής του κι αυτό που ζητούσε, έκαναν τη μάνα να αναριγήσει. Μέρες τώρα ήταν εκεί στο προσκεφάλι του, του χάιδευε το μέτωπο και το χέρι του με τους φυτεμένους ορούς και τα λευκοπλάστ και παρακαλούσε το Θεό να της τον κάνει καλά! 

Το παλικάρι της, το μοναχοπαίδι της, το μωρό της κείτονταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου ακίνητο και χλωμό κι εκείνη το κοίταζε χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα και μάτωνε η ψυχή της.

Δεν έπρεπε να είσαι εδώ, σκεφτόταν τις ατέλειωτες ώρες του μαρτυρίου της... είσαι δεκαοχτώ χρονών, έπρεπε να είσαι έξω να κυνηγάς τα όνειρά σου, να χαίρεσαι, να λυπάσαι, να ζεις... τι δουλειά έχεις εδώ ανάμεσα σε γέρους να παλεύεις να κρατηθείς κι εγώ να σε κοιτώ, να σε παρακολουθώ που χάνεσαι μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα! 

Δεν ήλπιζε πολλά η μάνα, μετά το τελευταίο ανακοινωθέν των γιατρών. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να σώσε το παιδί της, αφού δεν βρέθηκε συμβατός δότης, της είχαν πει κι εκείνη παρόλο που κατέρρευσε μέσα της γινόμενη χίλια κομμάτια, το δέχτηκε με περίσσια αξιοπρέπεια, απαντώντας: "Ό,τι θέλει ο Κύριος".

- Δε σ' ακούω... ψιθύρισε ξανά το παιδί κι εκείνη έκλεισε με μιας την πόρτα του πόνου και άνοιξε την πόρτα των αναμνήσεων...
- Θα σου πω το αγαπημένο σου, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι; Μ' αυτό σ' έπαιρνε ο ύπνος... 

Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα μακρινό πανέμορφο δάσος ζούσε ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τις δυο κόρες του, άρχισε... κι έλεγε, έλεγε, διηγόταν το παραμύθι κι εκείνος μίκραινε, μίκραινε ώσπου χώραγε στην αγκαλιά της και τον κανάκευε, τον χάιδευε στοργικά και τον προστάτευε από κάθε τι κακό, οδυνηρό και άσχημο.

Γύριζε πίσω το μυαλό στα χρόνια της ξενοιασιάς, στα χρόνια των χαρούμενων γενεθλίων, στους επαίνους του στο σχολείο, στα ατέλειωτα καλοκαιρινά παιχνίδια στη διπλανή αλάνα, στα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα…

Η φωνή της ήρεμη χρωμάτιζε την κάθε λέξη και την έκανε εικόνα, που σα βάρκα ταξίδευε το νεαρό, σε μέρη φανταστικά κι ονειρεμένα και κείνος ήρεμος άκουγε και που και που χαμογελούσε.

Κάθε που πλησίαζε στο τέλος του παραμυθιού, πρόσθετε κάτι που το έκανε ν’ αρχίσει από την αρχή, έτσι όπως συμβαίνει πολλές φορές στη ζωή μας και περνάμε από την απόγνωση στην ελπίδα…



15. Διαφυγή

Σύρθηκε μέχρι την άκρη της πόρτας. 
Προσπάθησε να αλλάξει την ιστορία, 
να φτιάξει ένα παραμύθι έτσι... για την τιμή των όπλων. 
Να μην δώσει την ευκαιρία σε κανέναν να πει κάτι κακό για ΄κείνη. 
Η λασπωμένη βεράντα δεν νοιάστηκε για το μεταξωτό της φουστάνι.
Όπως τόσα χρόνια και αυτή δεν νοιάστηκε για την ψυχή της.
Μα τι νόημα έχουν πια όλα αυτά;
Κανένας αντιπερισπασμός, καμιά εναλλαγή δεν θα άλλαζε τα μελλούμενα.
Το δάσος θα την περίμενε χωρίς οίκτο. 
Χωρίς καμιά λύπηση.
Κυλίστηκε στα σκαλιά και ακούμπησε στο υγρό έδαφος.
Τα ξερά φύλλα έλιωναν κάτω απ΄τα γόνατά της.
Τα νύχια της γέμιζαν χώματα, 
έσπαζαν σε κάθε προσπάθεια να γραπωθεί.
Η βάρκα πολύ μακρυά,
σχεδόν πίσω απ΄τον ήλιο.
Που να βρει το δρόμο, πως να διαλέξει μονοπάτι;
Όλα σε λίγο θα τελείωναν.
Μακάρι να ήταν ένα απλό όνειρο.
Τελευταία εικόνα;
Δυο λουλούδια να την κοιτάνε με απορία.
Ένας ήχος φρικιαστικός ακούστηκε. 
Και όλα γίνανε μπλε...


16. ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΑΜΑ!!

Φοβάμαι μαμά!!
Η φωνή του μικρού Αμπντούλ έτρεμε καθώς το χεράκι του, έσφιγγε ακόμα πιο δυνατά το χέρι της Ανισάν.
Λίγο ακόμα υπομονή γιε μου και φτάνουμε, του είπε και τον σήκωσε στην αγκαλιά της.
Ο ήχος του πολέμου αντηχούσε ακόμα στα αυτιά της όταν άφηναν πίσω στην πατρίδα το σπίτι τους. Εκεί όπου ζούσαν μέχρι εχθές ευτυχισμένοι. Στο  σπίτι που γέμιζε από το γέλιο του μικρού Αμπντούλ καθώς έτρεχε στην αυλή του παίζοντας ξέγνοιαστος από ότι συνέβαινε στον κόσμο. Ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει, όμως ο φόβος είχε κολλήσει κιόλας τα πλοκάμια του στο μικρό του μυαλό.
Μια οβίδα που έπεσε στο πλάι του σπιτιού τους  έκανε σε ένα λεπτό να αλλάξει η ζωή τους. 
Ο άντρας της βρέθηκε την λάθος ώρα στο λάθος μέρος.
Άρπαξε τον μικρό Αμπντούλ και άρχισε να τρέχει να γλυτώσει από αυτό που δεν χωρούσε το μυαλό της ότι συνέβαινε στην πατρίδα της.    
Ξεκίνησε το ταξίδι του ξεριζωμού..μαζί με άλλους συμπατριώτες της.. που έφευγαν και εκείνοι από την λαίλαπα του φρικτού πολέμου..να γλυτώσουν τα παιδιά και τις οικογένειες τους.
Όλη τους η ζωή, τα υπάρχοντά τους  φορτωμένη στις πλάτες της μέσα σε ένα σακίδιο. 
Με την ελπίδα στην καρδιά.. να περάσουν απέναντι στην Ελλάδα να βρουν καινούρια γη να την κάνουν πατρίδα. Στριμωγμένοι στην  βάρκα η Ανισάν κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της τον μικρό Αμπντούλ.
Φοβάμαι μαμά!!!
Το μυαλό της Ανισάν έτρεχε σαν τρελό.
Ήθελε να διώξει τον φόβο  από την  καρδιά του παιδιού της
Να του αποσπάσει την προσοχή κάτι σαν αντιπερισπασμό. Τι όμως..!!
Το αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά καθώς τα κύματα χτυπούσαν την βάρκα σαν να ήταν καρυδότσουφλο...και σκύβοντας στο αυτάκι του είπε. 
Κλείσε Αμπντούλ μου τα ματάκια σου και δεν θα τα ανοίξεις καθόλου αν δεν σου πω και ονειρέψου ότι αυτό είναι ένα κακό όνειρο που σε λίγο θα τελειώσει. 
Και  άρχισε να του λέει ψιθυριστά ένα παραμύθι, για μια καλή  νεράιδα που ζούσε σε ένα μεγάλο πύργο κοντά σε ένα πανέμορφο δάσος  γεμάτο με όμορφα καταπράσινα δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια.
Κάθε μέρα η καλή νεράιδα έβαζε από ένα λουλούδι στα μαλλιά της. Πότε κόκκινο, πότε κίτρινο και πότε γαλάζιο.
Ανάλογα με την ευχή κάθε παιδιού, που έπρεπε να πραγματοποιήσει.
Μόλις τελείωνε την αποστολή της ευχαριστημένη που είχε πραγματοποιήσει ακόμα μια ευχή, έβγαζε το λουλούδι από τα μαλλιά της και το ακουμπούσε  στην γη.!
Με τα χρόνια ο σωρός από  τα πολύχρωμα λουλούδια άρχισε να ψηλώνει να ψηλώνει και να φτάνει ως τον ουρανό, ώσπου έγινε ένα πολύ όμορφο ουράνιο τόξο γεμάτο χρώματα.!! 
Το χαμόγελο στα χείλη του μικρού Αμπντούλ  έκανε την καρδιά της Ανισάν να σκιρτήσει από ελπίδα. 
Πως εκείνη η νεράιδα που έπλασε το μυαλό της ..έκανε τα όνειρα των παιδιών πραγματικότητα... μόνο να της έλεγαν τι ήθελαν.
Αλήθεια μαμά;
Αλήθεια Αμπντούλ μου.
Τότε να της ζητήσω και εγώ μια ευχή; ρώτησε ο μικρός με κλειστά τα μάτια. 
Να της ζητήσεις γιε μου.
Δεν θέλω να φοβάμαι μαμά.!!    



17. Η Νύχτα της αλήθειας

Το φως του απογευματινού ήλιου έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιού. Οι δέσμες του φώτιζαν παράξενα το μεγάλο τραπέζι με τα δύο ασημένια κηροπήγια και κείνη τη φωτογραφία στα δεξιά. Αριστερά η μεγάλη βεράντα με τις πολύτιμες κουρτίνες, στο βάθος το τζάκι με την επιβλητική παρουσία του, αριστερά η μεγάλη σκάλα του σαλονιού, που οδηγούσε στα πάνω δωμάτια.

Η πνιγερή σιωπή ήταν εντυπωσιακή. Ένα μπουκάλι μισοάδειο πάνω στη ροτόντα δίπλα στο τζάκι, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες μισάνοιχτο στην πολυθρόνα και το μεγάλο μαύρο πιάνο έδεναν σε ένα βαρύ σύνολο μ όλο το σπίτι.

Πάνω στο πιάνο η φωτογραφία της όμορφης καστανής γυναίκας με κείνο το παράξενο βλέμμα.

Οι σκιές των δέντρων του δάσους αριστερα σχημάτιζαν παράξενα σχήματα. Αντίκρυ οι όμορφες βάρκες στο γιαλό τρεμόπαιζαν στο χορό της θάλασσας.

Κατέβηκε. Πλησίασε τον καναπέ, κοντοστάθηκε σαν να ήθελε να βρει τον εαυτό του μέσα στο μεγάλο όγκο του σπιτιού. Με αργά βήματα τράβηξε στο πικ-απ, έβαλε έναν δίσκο. Ο ήχος της μουσικής του Albinoni πλημμύρισε το χώρο. Ανάσανε, έβαλε ένα ποτό και έκατσε με ανακούφιση στον μεγάλο καναπέ.

Τώρα το δωμάτιο πήρε μια γλυκιά όψη. Έξω τα χρώματα του δειλινού έκαναν μύρια σχήματα μέσα στο δωμάτιο ενώ το σκοτάδι που πλησίαζε τον έκανε να σηκωθεί ανάβοντας κάποιο φως. Άναψε τσιγάρο και ηδονικά τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά. Άθελά του το βλέμμα του καρφώθηκε στο ημερολόγιο.

-22 Νοέμβρη, μουρμούρισε...

-Λοιπόν Στέφανε, είπε τώρα δυνατά, Πέρασε κιόλας ένας μήνας που η Τάνια, η γυναίκα του, έφυγε για πάντα εκείνη τη Φθινοπωρινή νύχτα. Τα χαράματα τον ειδοποίησαν ότι βρήκαν το αυτοκίνητό της στις στροφές της παραλίας κάποια χιλιόμετρα πιο κάτω και εκείνη νεκρή. Το πρόσωπό του συσπάστηκε με θλίψη. Όσα είχαν γίνει τον τελευταίο καιρό έμοιαζαν με παραμύθι μα δυστυχώς μόνο τέτοιο δεν ήταν. Νόμιζε πως ήταν ένα από εκείνα που ο θάνατος έδινε τη θέση του στο θρίαμβο της ζωής σαν την ωραία Κοιμωμένη. Μα δυστυχώς δεν ήταν έτσι.

-Άραγε γιατί Τάνια ; γιατί έφυγες κείνη τη νύχτα ; άραγε τι σε οδήγησε σ αυτή τη φυγή ; αχ να μπορούσες να μου πεις τι σ έκανε να φύγεις εκείνη τη νύχτα...!

Σαν αντιπερισπασμό στο κύμα όλων αυτών των σκέψεων βγήκε στη βεράντα κοιτώντας πέρα στο δρόμο. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί που θα οδηγούσε η αποψινή νύχτα που έρχονταν απειλητική σαν τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας πέρα στη δύση. Η αλήθεια έρχονταν να τον συναντήσει σαν αποκρουστικός εφιάλτης.




18. Κι ο δρόμος είναι μακρύς ακόμη.

Δεν θυμάμαι πια πόσες μέρες βρίσκομαι εδώ κρυμμένη μέσα στο δάσος, λίγα βήματα πριν τα σύνορα κάτω από αυτοσχέδια παραπήγματα, που βρήκαμε από προηγούμενους πρόσφυγες. Τα ρούχα έχουν βρωμίσει πάνω μου, γιατί νερό δύσκολα βρίσκεται ακόμη και για να πιούμε. Μυρίζει άσχημα και η ανάσα μου απ’ την αφαγία.
Λίγα κομμάτια ψωμί,  που φτάνουν ως εδώ, δεν φτάνουν και για μένα. Απλώνει το χεράκι της η Μπανού μου και με λαχτάρα σπρώχνει στο στόμα της ότι φαγώσιμο βρεθεί. Κι εγώ χορταίνω να την βλέπω να τρώει.
Ο άντρας μου έφυγε αρκετούς μήνες πριν απ’ την πατρίδα και κατάφερε να φτάσει στην Αγγλία, όπου τον περίμεναν τ΄ αδέλφια του.
Ήταν τυχερός. Πρόλαβε να φτάσει εκεί πριν σφίξουν τα πράγματα στην Ευρώπη. Μου μήνυσε να ξεκινήσω κι εγώ με το παιδί και τον αδελφό μου.
Δώσαμε σχεδόν  όλο το βιός μας για να βρούμε καταφύγιο απ’ τον πόλεμο που μαίνεται στην πατρίδα.
Στο πέρασμα προς την Ελλάδα χαθήκαμε με τον αδελφό μου, αφού μας χώρισαν σε διαφορετικά σαπιοκάραβα για να περάσουμε στα Ελληνικά νησιά. Δεν έμαθα τι έγινε και που βρίσκεται. Εμένα και  τη Μπανού μου μας έσωσαν κάτι ψαράδες  ανεβάζοντάς μας πάνω στη βάρκα τους, ενώ βυθιζόταν το σαπιοκάραβο που μας μετέφερε σαν ζώα  τόσες ψυχές.
Δεν ήταν ένα κακό παραμύθι αυτό που ζήσαμε, ήταν ένας ζωντανός εφιάλτης πέρα από κάθε ανθρώπινη λογική. Προσπαθώ να το θάψω μέσα μου, όπως έθαψε η θάλασσα τόσα  αδικοχαμένα κορμιά…
Δεν είμαι μόνη μου, είναι κι άλλοι εδώ, λίγο πιο πέρα αλλά εγώ, μια γυναίκα μόνη, δεν έχω πολλές κουβέντες με τους υπόλοιπους. Οι περισσότεροι είναι  άντρες διαφόρων ηλικιών και μαζί μερικές γυναίκες, άλλες μόνες κι άλλες με τα παιδιά τους.
Στα μάτια των γυναικών βλέπεις ζωγραφισμένο  τον τρόμο και την αγωνία του αύριο.
Κάποιοι  άντρες έχουν αναλάβει ηγετικό ρόλο στη δυστυχία μας.
Είναι οι λίγο πιο τολμηροί, που δίνουν το σύνθημα για να περάσουμε απέναντι ή φροντίζουν να φέρουν λίγη τροφή για τα γυναικόπαιδα.
Δεν ρωτάω ποιους παράγοντες σταθμίζουν για να δουν αν θα κάνουμε απόπειρα να περάσουμε απέναντι. Ακολουθώ κι εγώ με τη Μπανού στην αγκαλιά, όποτε μας πουν.
Μέχρι σήμερα προσπαθήσαμε να περάσουμε τα σύνορα έξη φορές ανεπιτυχώς και γυρίσαμε και τις έξη φορές πίσω τρέχοντας καθώς ακούγαμε ήχους πυροβολισμών από τους συνοριοφύλακες απέναντι.
Μας ειδοποίησαν ότι απόψε τη νύχτα θα προσπαθήσουν να τραβήξουν τα βλέμματα και την προσοχή της περιπόλου σε λάθος σημείο  κάνοντας αντιπερισπασμό.
Μερικοί άνδρες θα περάσουν από ένα άλλο κοντινό πέρασμα, δημιουργώντας επεισόδιο, ώστε να τραβήξουν εκεί την προσοχή της περιπόλου και να μπορέσουμε εμείς τα γυναικόπαιδα να περάσουμε απέναντι και να χωθούμε μέσα στο πυκνό δάσος που φαντάζει τρομακτικό απέναντι.
Ότι είναι να γίνει πρέπει να γίνει απόψε, γιατί ο χειμώνας έχει ήδη φτάσει  και το κρύο είναι ανυπόφορο κι ο δρόμος είναι μακρύς ακόμη.  Δεν μπορώ να φανταστώ τι μας περιμένει ακόμη.
Αυτό που με κάνει να παλεύω ακόμα, είναι το κοριτσάκι  μου και το αθώο της βλέμμα όταν με ρωτάει πότε θα πάμε στο μπαμπά της, που μας περιμένει.





19. Ένα γράμμα

Πολυαγαπημένε μου Ακίλ
Πάλι ξύπνησα απόψε από τον εφιάλτη που έβλεπα και δεν σε έχω κοντά μου για να με πάρεις αγκαλιά και να τα ξεχάσω όλα. 
Θυμήθηκα τα όνειρα που κάναμε όταν παντρευτήκαμε, που θέλαμε να βρούμε ένα σπιτάκι κοντά στη θάλασσα, εκεί στην Λαττάκεια, για να ζήσουμε το δικό μας παραμύθι.
Όνειρα που άλλαξαν από τον χαμό του εμφυλίου γύρω μας και το μόνο που θέλαμε μετά  ήταν να φύγουμε από την κόλαση της χώρας μας. 
Και εκεί που είχαμε συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειαζόμαστε για το φευγιό μας, οι σατανάδες μας πρόλαβαν και μπήκαν στο χωριό μας. Ο αντιπερισπασμός που έπρεπε να δημιουργήσετε για να σωθούμε εμείς τα γυναικόπαιδα σε πήρε μακριά μου πολυαγαπημένε μου. 
«Φύγε, μου είπες και θα έρθω να σε βρω, όπου και αν είσαι. Σ’ αγαπώ». 
Εμείς τρέχοντας φτάσαμε στο κοντινότερο χωριό και από κει μια ατέλειωτη ανθρώπινη αλυσίδα για τα σύνορα με την Τουρκία. Τα περάσαμε και διανυκτερεύσαμε σε ένα πρόχειρο καταυλισμό σε ένα δάσος και ευτυχώς που είχες επιμείνει να έρθει κοντά μας ο Αχμέτ, γιατί εκεί ήταν κάθε καρυδιάς καρύδι, Αφγανοί, Πακιστανοί και απ’ αλλού θες και εμάς τις γυναίκες  μας κοιτούσαν με περίεργες ορέξεις.
Μετά από μία βδομάδα όσοι είχαμε χρήματα μας οδήγησαν σε ένα παραλιακό μέρος και μας είπαν ότι το βράδυ θα περνούσαμε στην Ελλάδα και από κει για την Ευρώπη. 
Οι δουλέμποροι μας στοίβαξαν καμιά εξηνταριά άτομα σε
μία βάρκα.  Ανάμεσά μας ήταν ολόκληρες οικογένειες με μικρά παιδιά.
Όταν ξανοιχτήκαμε, η θάλασσα αγρίεψε, τα κύματα μανιασμένα μας κτυπούσαν αλύπητα. Όλοι είχαμε πανικοβληθεί. Μανάδες σφιχταγκάλιαζαν τα παιδιά τους  και εκείνα έκλαιγαν.
Εγώ έδεσα σφιχτά το σωσίβιο και προσευχόμουν να βγούμε ζωντανοί από αυτό τον χαμό. Σε ένα πελώριο κύμα η βάρκα δεν άντεξε, αναποδογύρισε.
Πέσαμε όλοι στη θάλασσα. Τα κύματα μια με κατάπιναν, μια με έβγαζαν στον αφρό. 
Μακριά είδα κινούμενα φώτα και άκουσα τον ήχο της σειρήνας του λιμενικού. Κατάλαβα πως μας είχαν εντοπίσει και προσπάθησα να πάω προς τα εκεί. Όμως το σώμα μου είχε παγώσει και  έχασα τις αισθήσεις μου. 
Έκτοτε πολυαγαπημένε μου δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Όταν συνήλθα και άνοιξα τα μάτια μου, ήμουν στο σπίτι ενός ζευγαριού από την Μυτιλήνη που με είχαν σώσει με κίνδυνο της ζωής τους εκείνη την άγρια νύχτα. Τους ζήτησα να με πάνε εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι οι δικοί μας. 
Από τα εξήντα άτομα της βάρκας μας είχαμε σωθεί τα σαράντα δύο.
Όλοι οι άλλοι είχαν πνιγεί, ανάμεσά τους και οκτώ παιδιά.
Αυτοί οι καλοί άνθρωποι που με έσωσαν με φιλοξενούν σπίτι τους εδώ και δύο μήνες και κάθε μέρα κατεβαίνω στο λιμάνι, μήπως σε δω, μήπως και εσύ κατάφερες να φτάσεις εδώ. Κάθε μέρα σου στέλνω και από ένα γράμμα, αλλά απάντηση δεν παίρνω.
Δεν ξέρω τι να κάνω, είμαι σαν χαμένη μακριά σου. Δεν θέλω να φύγω απ’ εδώ,  γιατί φοβάμαι πως αν βάλω και άλλα χιλιόμετρα ανάμεσά μας δεν θα σε συναντήσω ποτέ. Μακάρι αύριο που θα κατέβω στο λιμάνι να σε βρω εκεί.

     Σε φιλώ γλυκά

       Χάσνα





20. Η ζωή μου για τη δική της

Ο Μπγιόρν έδεσε τη βάρκα σε μια ρίζα δέντρου και μπήκε στο δάσος. Σε λίγα λεπτά το φως της ημέρας έφτανε λιγοστό από τη πυκνή φυλλωσιά των δέντρων. Θα ήταν αδύνατο να διασχίσει το δάσος τη νύχτα χωρίς να ανάψει μια δάδα και χωρίς να γίνει αντιληπτός από τις περιπολίες. Προσπάθησε να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις του νάνου που τον κάναν να δειλιάζει τις τελευταίες μέρες. Δεν μπορούσε να μη προσπαθήσει όμως.

Πλησίασε. Ένας αντιπερισπασμός του να λύσει τα άλογα των φρουρών με τους τελευταίους να τα κυνηγούν, του επέτρεψε να πλησιάσει στο μικρό παλάτι που εγκαταλείφθηκε στη βαριά ανάμνηση των δυσάρεστων γεγονότων που βύθισαν το βασιλιά σε πολυετές πένθος.

Περπάτησε ως τη πίσω πλευρά του ώσπου την ξαναείδε. Αναλλοίωτη στο χρόνο βρισκόταν ακόμη εκεί τέσσερα χρόνια μετά. Η πέτρινη μορφή της κόρης του Βασιλιά που τόσο τον είχε μαγέψει. Μέχρι που η κατάρα ενός δόλιου εμπόρου την άφησε μαρμαρωμένη σε αυτή την θέση. Καθιστή σε μια κούνια. Το παραμύθι που κρατούσε πέτρωσε κι αυτό μαζί της.

Έβγαλε από το πανωφόρι του το κλεμμένο φλάουτο. Ρίσκαρε τη ζωή του να το κλέψει από τον πύργο ενός μάγου. Άγγιξε μαλακά τα παγωμένα κλειδιά του . Το έφερε στα χείλια του. Ανατρίχιασε. Κοίταξε το πετρωμένο πρόσωπο της κοπέλας και δίχως επόμενη σκέψη έδωσε μια πνοή του να βγει ο πρώτος ήχος. Όμως εκείνος χωρίστηκε στον αέρα και ο αντίλαλος επέστρεψε τρομακτικός.

Τα πουλιά πετάχτηκαν από τα δέντρα από τους διαστρεβλωμένη μελωδία. Τότε άκουσε ανθρώπινες φωνές, χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά αλόγων. Οι φρουροί επιστρέφανε αλλά εκείνος δε σταμάτησε.Ο ουρανός σκοτείνιασε σε λίγες στιγμές ενώ αλλεπάλληλοι κεραυνοί φώτισαν τον τόπο. Ξαφνικά δυνατός αέρας φύσηξε ενώ ένα απόκοσμο ρίγος τον διαπέρασε.

Έπαιξε τις υπόλοιπες νότες από τη μελωδία που του έμαθε ο νάνος με το φλάουτο να αρχίζει να δονείται. Σα να αντιστεκόταν έτρεμε μανιασμένο όλο και πιο πολύ. Με δυσκολία ο Μπγίορν έβγαζε σωστά τις νότες. Το συγκρατούσε γερά και έδωσε μερικές δυνατές πνοές στο στόμιο. Ήταν αδύνατο να το κρατήσει περισσότερο.Το φλάουτο του έφυγε από τα χέρια και άρχισε να στροβιλίζεται στον αέρα μπροστά του μέχρι που ένας κεραυνός το έκανε χίλια κομμάτια τινάζοντας τον αναίσθητο μακριά.


Ξύπνησε έπειτα από μερικές μέρες με φοβερούς πόνους. Άνοιξε τα μάτια και διαπίστωσε ότι τα χέρια είχαν εγκαύματα από τον κεραυνού που  διέλυσε το φλάουτο. Έμεινε άφωνος από τη τρομάρα του όταν αντίκρισε το πρόσωπο του στον μικρό καθρέπτη καμένο.Ο πόνος του όμως δεν είχε σημασία όταν είδε την άλλοτε πετρωμένη μορφή να μπαίνει στο δωμάτιο. Ήταν εκείνη. Η κατάρα είχε σπάσει. Ήταν ζωντανή. Το ζεστό της βλέμμα άξιζε το τίμημα. Αυτό του έφτανε. 



Αυτές ήταν οι συμμετοχές μας.
Αν θέλετε να επιστρέψετε στην πρώτη ανάρτηση (1 - 5) για να ξαναδιαβάσετε, ή να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!
Κι αν θέλετε να ξαναδιαβάσετε τις συμμετοχές της δεύτερης ανάρτησης (6 - 13), πατήστε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: