Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

3ο "Παίζοντας με τις λέξεις" Συμμετοχές 7 - 13


7. Η πλάτη της Νέαιρας *

Σαν έρχεται το σκιόφως, ανάσες κάκοσμες πλάθουν σβώλους 
που επιπλέουν ανάσκελες, ξερόκλαδα λες που βγάζουν φύτρες που βγάζουν φύλλα που στάζουν πύον.
Στο μπαλκόνι τους κατοικεί ένα τζιτζίκι. Έχει ραμμένη πάνω του την ακαμψία, ακροκέραμο λες, στο χείλος του κάγκελου, δίχως έγνοια. Ηθοποιός ή θεατής; Ποιος ξέρει; 
Κέλυφος σάρκινο, άδειο.
Σαν έρχεται το χάραμα, σκουριασμένος τροχός ποδηλάτου έρπεται χάδι το φως, στις κούφιες του κλειδώσεις. Τότε μια γυναίκα αφήνει κέρμα στην ανοιχτή του πλάτη, πριν ακουστεί η καμπάνα.

Ακόμα γδέρνει τα αυτιά στην αποκόλληση της μέρας, το τετέρισμα των τακουνιών της.


 * εταίρα της αρχαίας Ελλάδας





8. Ανασύσταση.

Γεννήθηκα Μαίρη. Ήταν προκαθορισμένο και αποφασισμένο. Το όρισε η θειά μου και το διέταξε, έτσι όπως επιβάλετε πάντα το Μαίρη στο Μαρία. Ήμουν η Μαίρη της γειτονιάς, η Μαίρη του μπαμπά, η Μαιρούλα της γιαγιάς και το καμάρι της μαμάς. Μεγάλωσα σαν Μαίρη, με μια αντίδραση και επανάσταση όπως μόνο μια Μαίρη μπορεί. Σαν Μαίρη έπαιξα, σαν Μαίρη έμαθα ποδήλατο, σαν Μαίρη πήγα σχολείο, σαν Μαίρη πρωτοερωτεύτηκα, σαν Μαίρη αποφάσισα και θέλησα να φύγω από όλο αυτό που μου όρισε το όνομα, μαζί με την ζωή μου.
Και ξαφνικά βρέθηκα μακρυά και πως μου ήρθε και έγινα Μαρία. Μου ακουγόταν πιο σωστό, πιο σοβαρό, πιο εύηχο. Μια Μαρία συνηθισμένη σαν το όνομα. Μια Μαρία βολική, συμβιβαστική και ελεγχόμενη. Άλλαξα φύλλο στο βιβλίο της ζωής μου, πήγα κόντρα στο διαφορετικό, σε αυτό που η θειά μου αποφάσισε, σε αυτό που με μεγάλωσε και με έκανε γυναίκα. Και πέρασαν τα χρόνια σαν Μαρία, μια απ΄τα ίδια, περήφανη όμως για αυτό, για αυτό το στερεότυπο που έμοιαζε ελευθερία. 
Μα η Μαίρη, καθώς φάνηκε, δεν είχε πεθάνει. Και ένα ακροκέραμο μου ήρθε κατακούτελα. Μα τώρα είναι δυνατόν να τα βάλει η Μαρία με μια Μαίρη; Γίνεται να τα βάλει το χάραμα με ένα καταμεσήμερο, η σταγόνα με τη βροχή, η αδιαφορία με την έγνοια;
Έπεσα κατάχαμα, ξερίζωσα όλα όσα χρόνια έχτιζα, γκρέμισα τα πάντα και τους πάντες. Τσαλαπάτησα το Μαρία με τον χειρότερο τρόπο. Γύρισα ανάποδα την ζωή, κολύμπησα σε σκοτεινά νερά και με μιαν ανάσα και βρέθηκα εκεί που είχα αρχίσει.
Και να ΄μαι ξαφνικά πάλι Μαίρη. Πίσω εκεί, με ανθρώπους που εκτιμούν το όνομα Μαίρη, εκεί μαζί με τη θειά μου που τώρα επιμένει να με λέει Μαρία, εκεί που ο μπαμπάς με λέει Μαιρούλα, αφού η γιαγιά πέθανε, εκεί που για τη μαμά εξακολουθώ να είμαι το καμάρι της. Μαζί με εκείνον που μ΄αγαπά ακόμα και αν έζησα σαν Μαρία.

Αλλάζουμε, ξεχνιόμαστε, αναλωνόμαστε. Χάνουμε την λεπτομέρεια, εστιάζουμε στο σύνολό, πάμε με το ρεύμα και έτσι παραγκονίζουμε το ξεχωριστό και χαιρόμαστε με το συνηθισμένο. Έρχεται η στιγμή που το καταλαβαίνουμε. Ή μόνοι μας ή η ίδια η ζωή μας το επιβάλει. Κάποιες φορές με άσχημο τρόπο. Εκεί θα φανεί η αξία μας. Πόσο κουράγιο θα έχουμε να συστηθούμε ξανά Μαίρη. 




 

9. Το καταφύγιο

Κατηφόρισε με το ποδήλατο  για δέκατη φορά αυτό το μήνα. Ήθελε να βρεθεί μόνος μακριά από τα βλέμματα,  στο δικό του καταφύγιο. Στο παλιό αρχοντικό που ο χρόνος είχε βαλθεί να δείξει τη δύναμή του.
Δεν  μπορούσε να μπει στο εσωτερικό του σπιτιού, αλλά η αυλή του πνιγμένη  στο πράσινο και αφημένη στη φύση, τον έκρυβε από τους αδιάκριτους.
Κάθισε στη συνηθισμένη του θέση, στο μαρμάρινο παγκάκι που ο χρόνος είχε σεβαστεί. Από πάνω του τα κλαδιά των δέντρων γεμάτα φύλλα τον προστάτευαν από τις αχτίνες του ήλιου. Ήταν περασμένο μεσημέρι όταν έφτασε.
Έπρεπε να σκεφθεί, να ηρεμήσει, να βγάλει αυτό το βάρος που του έσφιγγε το στήθος. Είχε χάσει τη δουλειά του, έψαχνε συνεχώς για  νέα  και είχε φτάσει στο σημείο να δεχθεί, "ό,τι δουλειά να ‘ναι αρκεί να πληρώνεται". .    Πόσο θα μπορούσε να  στηρίζεται  στη βοήθεια της μάνας του και στη  μικρή  της σύνταξη;
Να φύγει στο εξωτερικό μήπως; Του είχαν βρει δουλειά σε εργοστάσιο της Γερμανίας. Ή να δεχθεί  να δουλέψει στο ορυχείο της Σμύριδας και ας το  απεχθανόταν  τόσο;; Η μόνη έγνοια του ήταν τα παιδιά του….. η γυναίκα του  είχε ταξιδέψει στον ουρανό πριν δύο χρόνια.
Σήκωσε  τα μάτια ψηλά.  Το μόνο που είδε ανάμεσα από τα κλαδιά, ήταν τα ακροκέραμα, ξεφτισμένα από τα στοιχεία της φύσης να θυμίζουν αλλοτινές εποχές. 
Κοίταξε το γωνιακό ακροκέραμο. Το πιο καλοδιατηρημένο από όσα μπορούσε να δει . Στητό στη θέση του, παλεύει   κόντρα στον άνεμο, στον ήλιο και τη βροχή, με αντίπαλο το χρόνο  και την αφροντισιά. Η σκαλισμένη μορφή με τη γενειάδα τον κοιτούσε επιτιμητικά. Απόστρεψε το βλέμμα…
Ακούμπησε πίσω και έκλεισε τα μάτια. "Είδε" τη ζωή του τι όμορφα που κυλούσε με τη μικρή του εταιρεία να υπόσχεται ότι το κάθε αύριο θα ήταν καλύτερο. Ώσπου………. όλα  γύρισαν  ανάποδα.
Τα δάκρυα  κύλησαν χωρίς ντροπή  παρασέρνοντας στο διάβα τους όλο αυτό το βάρος που ένιωθε στο στήθος….
Ο ήλιος έδυε σιγά σιγά. Η σιωπή της εγκατάλειψης του φώναζε "κουράγιο"!  
Ήξερε  ότι η απομόνωση σ’ αυτό το σπίτι, κατόρθωσε να του αποσπάσει τις   μαύρες σκέψεις που  απειλούσαν  το πονεμένο  του μυαλό.
Το χάραμα τον βρήκε σ’ εκείνο το παγκάκι, τον βρήκε αποφασισμένο..
Ήταν η "στέγη" της δικής του οικογένειας. Ήταν και  το "ακροκέραμο" που προστάτευε αυτήν τη "στέγη" αλλά και την ομόρφαινε.  Γι αυτό θα   έμενε ορθός!
Θα πάλευε…..θα  βρει τον   τρόπο!!
Θα  φτιάξει  ξανά τη ζωή του, τη ζωή τους!

Τα παιδιά του τον χρειάζονται…..







10. Παίδες και τυραννίες….

Πανάθεμά τα για παιδιά !!! «Παίδες και τυραννίες» που έλεγε κι η συχωρεμένη η γιαγιά  μου…. Και θα σε γελάσω αν το παίδες γράφεται με ε ή με αι, από τη σύγχυση ξέχασα και την ορθογραφία. Σαν τα σκυλιά τρώγονται, έχουνε τώρα τρείς μέρες που βρίζονται, κοπανιούνται, βροντάνε πόρτες, λυσσομανάνε και μαλλιοτραβιούνται τα παλιοτόμαρα, αλλά χθές το ποτήρι ξεχείλισε, αρπαχτήκανε πάλι για τα καλά και πάνω στο νταβαντούρι, μου σπάσανε το ακροκέραμο, το μοναδικό ενθύμιο από το πατρικό της μάνας μου στη Σύρο !!! Αυτό βρήκανε τ΄αναθεματισμένα να ξεσπάσουνε την τρέλα τους, πανάθεμά τα και νάχεις από την άλλη τον κ. συνήγορο, τον πατέρα τους, να τα δικαιολογεί όλα !!! ΄Όλα σου λέω, «Παιδιά είναι, αγόρια στην εφηβεία, οι ορμόνες βράζουνε, άστα να ξεσπάνε μέσα στο σπίτι τους ….»
Τόχεις ξανακούσει αυτό;;; ΄Αστα να σπάσουνε τα κεφάλια τους, τα χέρια, τα ποδάρια τους, μέσα στο σπίτι, για σιγουριά !!! Τι άλλο θ΄ακούσω θεέ μου !!!
Λες να μην το ξέρω ότι υπάρχουνε και χειρότερα, και βέβαια υπάρχουνε. αλλά υπάρχουνε και καλύτερα, όμως αυτά δεν είναι για μας…..δυστυχώς….Στη Βούλα μας ξέρουνε πιά με τα μικρά μας ονόματα, δυό φορές έχει σπάσει το  χέρι του ο μεγάλος και μία το πόδι, δύο φορές έβγαλε τον ώμο του ο μικρός, μία έσπασε τη μύτη, μία τον αστράγαλο και δεν θυμάμαι πιά  πόσα διαστρέμματα, άσε τους χιαστούς….
Το τι κλάμα έκανα για το ακροκέραμο δε λέγεται, θρύψαλα έγινε ,τόσα χρόνια εκεί στη βιβλιοθήκη, ανάμεσα στις εγκυκλοπαίδειες του Ηλίου και την Πάπυρος Λαρούς, το είχα σιγουρεμένο, μιας και δεν τις αγγίζει κανείς πιά και τώρα….τι να σου πω, ματώσανε τα φύλλα της καρδιάς μου….από που κι ως που, από εκεί που καυγαδίζανε για τα ποδήλατα, που ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που τα πήραμε, να βρεθούνε στο σαλόνι και να εκσφενδονίζουνε τα μαξιλάρια του καναπέ ολούθε, στο ταβάνι, στους τοίχους,  στη βιβλιοθήκη….
Τι να πω πιά, πόσα ν΄αντέξω η γυναίκα , όλη τη νύχτα έκλαιγα και με βρήκε το χάραμα ξάγρυπνη και  ο προκομμένος ο άντρες μου, το στήριγμα και η  παρηγοριά μου ξέρεις τι μου είπε;;; « Ελα καημένη, πως κάνεις έτσι, θα πάω  στο Μοναστηράκι να σου πάρω όσα ακροκέραμα θέλεις….σιγά τα ωά …» Κατάλαβες Θεοδοσία μου, αλλά τι να περιμένεις  από άνθρωπο που δεν είχε την τύχη να γνωρίσει γονείς, παππούδες, πατρικό σπίτι…..στο μαγαζί του μπάρμπα του μεγάλωσε, η μόνη έγνοια του, μια ζωή, ήτανε και είναι η δουλειά, το μαγαζί και μη στενοχωρηθούνε τα παιδιά, εγώ όμως έχω μνήμες από εκείνο το σπίτι στη Σύρα, σαν όνειρο το θυμάμαι…..και ξέρεις καλά Θεοδοσία μου, πόσο μου στοίχισε που ρήμαξε και γκρεμίστηκε….
Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να συνέλθω μετά από όλα αυτά κι έχουμε πολύ δρόμο να κάνουμε αγκαζέ με την εφηβεία….αλλοίμονό μου…. θυμάσαι πέρυσι που ξεφτιλίστηκα, όταν  η συγκάτοικος από κάτω, με ενημέρωσε  ότι  ανακάλυψε γιατί μαραινόντουσαν οι γαρδένιες της, τα καμάρια μου,  τις κατουράγανε συστηματικά , έκανα ένα μήνα να το ξεπεράσω, ακόμα τη ντρέπομαι τη γυναίκα……  «Παίδες και τυραννίες» Θεοδοσία μου…Παίδες και τυραννίες…






11. Το ακροκέραμο

Έβλεπε τις λέξεις μπροστά  της και τις φαινόταν βουνό.
Πως θα μπορούσε να τις συνδυάσει και να βγάλει μια ιστορία, που να έχει αρχή , μέση και τέλος;
Και καλά οι υπόλοιπες  αλλά αυτό το ακροκέραμο εδώ της καθόταν .
Πουθενά δεν της κολλούσε να το βάλει και να δημιουργήσει την δική της ιστορία.
Τι γύρευε ένα ακροκέραμο εδώ; 
Συνήθως η θέση του είναι στην σκεπή κάποιου αρχοντικού.
Και να πεις ότι δεν προσπαθούσε μέρες τώρα;
Δεν ήταν από εκείνες που τα παρατάν εύκολα.
Όμως ήταν καιρός να παραδεχτεί την ήττα της και να αφήσει αυτήν την φορά τις λέξεις
ποδήλατο,φύλλο,χάραμα, έγνοια, στην ησυχία τους  έτσι απλά να υπάρχουν .

Την είχε νικήσει ένα ΑΚΡΟΚΕΡΑΜΟ!!





12. Αναμνήσεις

Ένα ακροκέραμο εκεί ψηλά,
ένα μπαλκόνι  με βασιλικά,
δυο παραθύρια με κουρτινάκια κεντητά,
ένα ρόπτρο στην ξύλινη πόρτα μπροστά,
μια αυλή που μοσχοβολούσε  γιασεμί
και να  η ανάμνηση του πατρικού που ανθεί.

Από το χάραμα όλα τα παιδιά στη γειτονιά,
με τα ποδήλατα ανεβαίναμε στο λοφάκι ψηλά
και αγναντεύαμε τον ήλιο να κάνει την πρώτη του βουτιά,
σε μια θάλασσα  που μας καλούσε
και τις έγνοιες μας σκορπούσε.

Γέλια, χαρές, βραδιές μαγικές, αναμμένες φωτιές,
αγάπες κρυφές, χτυποκάρδια τρελά,
έρωτες κεραυνοβόλοι και τα πρώτα φιλιά
στα θερινά τα σινεμά.

Μετά σκορπίσαμε σαν τα πουλιά
τα όνειρά μας να πραγματοποιήσουμε
και ξεχάσαμε πίσω να γυρίσουμε.
Και τώρα που τα φύλλα της ζωής άρχισαν να κιτρινίζουν
έμειναν τούτες οι αναμνήσεις την νιότη μας να μας θυμίζουν.




13. Στο αυλιδάκι !!!!

Ξεκίνησε νωρίς το χάραμα με μόνη έγνοια, να αναπληρώσει τις στιγμές από εκείνα τα χρόνια που έχασε μακριά από την θάλασσα, στη γκριζωπή πολυτέλεια των μεγαλουπόλεων σε άλλες πατρίδες.  Τα μάτια της ανοιχτά διάπλατα, έτοιμα να βυθιστούν στο πέλαγος, να απορροφήσουν όλο το φως του ήλιου, να ισορροπήσουν στην γραμμή του ορίζοντα, να λικνιστούν στην χρυσαφένια άμμο πέρα από  τα όρια του μέτρου. Ώσπου να τελειώσει το ταξίδι της τα μάτια της είχαν κουραστεί να απολαμβάνουν ομορφιές.
Από μακριά ξεχώρισε το πυργόσπιτο άκρη άκρη στο ψαροχώρι. Ψηλό αγέρωχο με ντόπια πέτρα καλοφτιαγμένο  , από τον παππού, τον αρχιτέκτονα της ζωής της πολύ πριν γεννηθεί εκείνη και της απονείμει το έναν και μοναδικό , τίτλο της πυργοδέσποινας. Το αγέρι ταχτάριζε τα φύλλα της λεμονιάς, της πορτοκαλιάς, της νεραντζιάς και ο τόπος μοσχομύριζε. Η εικόνα, οι μυρωδιές και οι αναμνήσεις έτρεξαν να σμίξουν με τα συναισθήματα της.
Όλοι καθισμένοι εκεί στο αυλιδάκι, την πρόσμεναν για το καλωσόρισμα……..
Ο παππούς, ο σοφός, που της χάρισε την ικανότητα να σκέπτεται και να δρα, πέρα από καθετί καθιερωμένο. Η γιαγιά ήσυχη, καρτερική και αποτραβηγμένη, της δώρισε την τέχνη της υπομονής και της επιμονής. Ο πατέρας, ταξιδευτής, φιλελεύθερος, ερασιτέχνης μελισσοκόμος, που την μπόλιασε με την αγάπη στο άγνωστο, την περιπέτεια, τα ταξίδια, 
«είσαι πολίτης του κόσμου μικρό μου, αλλά και επιστροφεύς»    
Και η μαμά, η μητέρα, η βασίλισσα της κομψότητας, το πρότυπο ομορφιάς της αστικής κοινωνίας. Τις άρεσαν τα καλοραμμένα ρούχα, οι μεταξωτές κάλτσες, τα αρώματα, τα χειροποίητα παπούτσια,  οι ωραίες τσάντες, ήταν μια αυθεντική γυναίκα. Και αυτό σίγουρα δεν το κληρονόμησε εκείνη.  
  Ήταν στιγμές που και αυτή η ίδια η μοναχοκόρη της πίστευε πως η μητέρα δεν είχε ποτέ την αίσθηση του καλού και του κακού, για αυτήν τα πράγματα ήταν μόνο ενδιαφέροντα και αδιάφορα. Θυμάται μικρή ακόμη  κάποια στιγμή που  η μητέρα με σοβαρό ύφος ζήτησε από τον παππού να βάλουν στις κόγχες του πυργόσπιτο ακροκέραμα όπως σε όλα τα αθηναϊκά νεοκλασικά σπίτια.
Πόσο της κακοφαινόταν όταν δεν ακολουθούσε κατά γράμμα τις νουθεσίες της  και κατέστρεφε με αδεξιότητες την εικόνα της κόρης που εκείνη ήθελε να προβάλλει στο κόσμο. Όπως τότε με το ποδήλατο που της χάρισε στα δέκα της ο παππούς «Δεν υπάρχει πιο θλιβερή  εικόνα από ένα κοριτσάκι με γρατζουνισμένα γόνατα. Αυτή η επιμονή σου με το ποδήλατο σε κάνει ανυπόφορη» Πόσα πολλά κληρονόμησε τελικά από την ξεχωριστή της μητέρα……..

Άφησε στο αυλιδάκι τις αποσκευές και έτρεξε να βουτήξει στη διάφανη θάλασσα !!!



                   Για να πάτε στην αρχική ανάρτηση και να βαθμολογήσετε, πατήστε εδώ!